Στη «Νορβηγία» του Γιάννη Βεσλεμέ, ο Βαγγέλης Μουρίκης υποδύεται τον Ζανό, έναν βρυκόλακα που έρχεται στην Αθήνα του 1984 και μπλέκει σε περίεργες καταστάσεις. Ο Μουρίκης, μοναδική ίσως περίπτωση Έλληνα ηθοποιού που ασχολείται αποκλειστικά με τον κινηματογράφο, πριν συζητήσουμε λίγο για το έργο, κανονίζει ραντεβού για την προετοιμασία μιας ταινίας μικρού μήκους, προσπαθεί να κατασταλάξει για το πώς προσέγγισε ο Τίμοθι Σπολ τον ρόλο του στο «Mr. Turner» του Μάικ Λι που είχε δει το προηγούμενο βράδυ, το σινεμά δεν είναι απλά η δουλειά του και η τέχνη του, αναπνέει και εκπέμπει σινεμά ολόκληρος.

 Γιατί λοιπόν τόσο πολύ με το σινεμά;

«Γουστάρω μέσα σε αυτό το πράγμα, μου αρέσει, πιστεύω οτι κάτι μπορούμε να κάνουμε. Πολλές φορές κάνεις τις ταινίες από περιέργεια. Μπορεί να σου βγει ή να μην σου βγει. Στοιχηματίζεις».

Συμμετέχει σε ταινίες και με το σκεπτικό να βοηθήσει σκηνοθέτες στα πρώτα τους βήματα;

«Όχι, κάτι πρέπει να σε κερδίσει. Τι να βοηθήσεις; Δεν είμαι ο καλός Σαμαρείτης. Κάτι βλέπεις στο σενάριο που το γουστάρεις. Και μετά οι κουβέντες που κάνεις με τον σκηνοθέτη. Πρέπει να ακουμπoύν ένα κομμάτι της δικής σου σκέψης. Της κοινωνικής, πολιτικής σου σκέψης. Και να λες, όπα, κάτι αγγίζει. Κάποια πράγματα που έχεις σκεφτεί, τα σκέφτεται και ένας άλλος. Και προχωράς στην ταινία λέγοντας, για να δούμε, εκτός από εμάς, τα σκέφτονται και κάποιοι άλλοι ακόμα;»

Τι τον κέρδισε λοιπόν στη «Νορβηγία»;

«Κατ’ αρχάς το αυθεντικό της ιστορίας. Ο ήρωας βγαίνει απο τον τάφο κι έρχεται στην Αθήνα της δεκαετίας του 80, δεν είναι καθώς πρέπει, δεν κάνει τα χατίρια κανενός, ενώ θα μπορούσε να τη βγάλει μέλι – γαλα. Εξανθρωπίζεται, βγαίνει απ’ τους κανόνες του είδους και μπαίνει στους κανόνες της πραγματικότητας. Το απελευθερωτικό που έχει.  Δεν καταπιέζει. Το βλέπει σαν παιχνιδι, φέρεται σαν άτακτο, κακομαθημένο παιδί»

Συμφωνεί ότι η ταινία λειτουργεί στον θεατή, αν αυτός την αντιμετωπίσει εξαρχής ως καλτ;

«Άμα τη δεις αλλιώς, πάει η ταινία. Αλλά δεν έχει κάτι κακό αυτό».

Φτιάχτηκε συνειδητά για να είναι καλτ;

«Στο Χόλιγουντ προσπαθούν να στοχεύσουν τις ταινίες όσο πιο καλά μπορούν σε ενα τάργκετ γκρουπ. Τώρα εδώ, δε νομίζω ότι σκεφτήκαμε όταν την κάναμε ένα κοινό στοχευμένο. Δεν έχει στοχευμένο κοινό, αλλά στοχευμένη ατμόσφαιρα, μέσα στην οποία κινούνται οι ήρωες. Ξέραμε ότι είναι μικρή σε μέγεθος ταινία, που πρέπει να τη δεις, να την κριτικάρεις και να την πάρεις στο επίπεδό της. Είναι 70 λεπτά, με μικρό στόρι. Είναι χειροποίητη ταινία. Είναι ταινία σκηνοθέτη. Ο Βεσλεμές ασχολείται και με την μουσική και με τη σκηνογραφία. Και με την εικόνα και με τον ήχο. Αυτό που εμένα ειδικά με απασχόλησε, είναι ότι με έναν τέτοιον ήρωα κάτι μπορείς να πεις, επειδή βγαίνει από τον τάφο κι έχεις άμεσα ελευθερία να τον πας όπου γουστάρεις. Έχεις ελευθερία καλλιτεχνική, παικτική. Και νοηματικά λες, για κάτσε, αυτός εδώ πάει, πάει, πάει και μετά λέει ότι δεν πάω παρακάτω από αυτό, δεν περνάω την κόκκινη γραμμή».

Βρίσκει ομοιότητες ανάμεσα στον Ζανό και στον Στράτο που ερμήνευσε στο «Μικρό Ψάρι»;

«Πάει ένα σκαλί παρακάτω από το «Ψάρι». Με τη διαφορά ότι εδώ ο ήρωας διασκεδάζει Ο Στράτος εσωτερίκευε τα πράγματα. Η τελική επιλογή του Ζανό εμένα προσωπικά με ενδιέφερε. Ο σεναριογράφος τον βάζει να κάνει κάτι, κι εκείνος όχι μόνο δεν το κάνει, αλλά λέει πως με ολα αυτά που μου κάνατε, εγώ παραμένω ζωντανός. Είναι χαρμόσυνο μέσα σε μια σειρά σενάρια που περιγράφουν μιζέρια και καθημερινότητα».

Και η διανομή της ταινίας (προβάλλεται αποκλειστικά σε μεταμεσονύχτιες προβολές, βράδια Σαββάτου στο «Άστυ» – αρχικός προγραμματισμός προβολών για τα βράδια της 3, 10, 17 και 24 Ιανουαρίου) σε αυτό σκόπευε;

«Κάθε βδομάδα βγαίνουν έξι – εφτά ταινίες. Ε, όλες αυτές που βγαίνουν δεν τις προλαβαίνω. Και θέλω να τις δω όλες. Και στο σινεμά. Δεν μπορώ όμως, ούτε οικονομικά ουτε πρακτικά ούτε πραγματολογικά. Η διανομή είναι σαν να λέει δεν έχω απαίτηση απο σένα να δεις την ταινία μαζί με όλες τις άλλες. Δεν είναι μόνο τι σου δίνει η ταινία, είναι και τι της δίνει ο κόσμος από κάτω. Όταν έχεις ένα τέτοιο καλτ έργο -που λες κι εσύ- θέλουμε να του κλείσει ο κόσμος το μάτι από κάτω, να πετάει ποπ κορν από κάτω, να μάθει να λέει τις ατάκες κλπ. Θέλει κι η ταινία να σε ξεκουνήσει ως θεατή από τις ίδιες τις γνωστές σου εικόνες. Έχεις ανάγκη να φτιάξεις έναν τέτοιο κόσμο. Η ταινία σε πολλά σημεία κλείνει το μάτι. Ας το κλείσει κι ο θεατής στην ταινία. Δεν είναι μόνο η εικόνα που στέλνεται, είναι και αυτό που απαιτεί από τον θεατή. Και το τρενάκι – παιχνίδι που βλέπουμε στην αρχή αντί για αληθινό τρένο, την ίδια δουλειά κάνει. Στο δείχνω για να σε πάω σε άλλο επίπεδο συνεννόησης μεταξύ μας».

Τι είναι τελικά για εκείνον η «Νορβηγία»;

«Είναι μια ταινία που κινείται έξω από τα πολύ σοβαροφανή και με έμμεσο τρόπο μπαίνει σε μια πρόταση για αυτό που ζούμε. Ας τα δούμε όλα αυτά με λίγο χιούμορ. Ας ασχοληθούμε λίγο ο καθένας με τη μουσική που έχει στο κεφάλι του. Και ας είναι η μουσική ό,τι ταιριάζει του καθενός. Αλλά συγκινήσου, κινήσου, άφησε ίχνη. Ας το διασκεδάσουμε, λέει η ταινία. Αλλά με την απελευθερωτική έννοια, την ουσιαστική, όχι την φτηνή και την χαχαχα. Αυτά που θελω κάνω και αυτά που δεν θέλω όχι. Δεν με αναγκάζει κανείς. Μπορώ να σταθώ στα πόδια μου. Μπορώ να απολαύσω τη ζωή και με τα όχι. Μιλάει για τη ζωή μια ταινία με βρικόλακα».

Αν είχε τη δύναμη ενός βρικόλακα, όπως στην ταινία, ποιόν δεν θα έκανε αθάνατο;

«Όλα αυτά τα τυπάκια που πήραν κάποια στιγμή μιαν απόφαση να οδηγήσουν τη φάση εκεί που την έχουν οδηγήσει».

Τυπάκια; Πολιτικοί, μιντιάρχες, μεγαλοεπιχειρηματίες κλπ;

«Όλοι αυτοι παρέα πάνε. Δε νομίζω ότι είναι φοβερά έξυπνοι άνθρωποι, από την πλευρά του ενδιαφέροντος. Για την πάρτη τους, ναι είναι. Αν η «Νορβηγία» σου κλείνει το μάτι, αυτοί στα κλείνουν και τα δύο. Όπως και στην ταινία, έτσι κι εδώ και ο κόσμος πρέπει να αντιδράσει στο κλείσιμο αυτό. Βρισκόμαστε σε μια διαδραστική ιστορικά στιγμή, κατ’ απαίτηση και κατά αναγκαιότητα».

Info: Η «Νορβηγία» προβάλλεται στον κινηματογράφο Άστυ. Δείτε το πρόγραμμα των προβολών εδώ