Ο διακεκριμένος φαγκοτίστας Αλέξανδρος Οικονόμου, λίγο πριν τη συναυλία της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών «Η μαγεία του κλασικού», στην οποία θα ερμηνεύσει το απαιτητικό Κοντσέρτο για φαγκότο και 11 έγχορδα  του «νεοκλασικού» Γάλλου δημιουργού Ζαν Φρανσαί, μιλά στο ελculture για τη «σχέση ζωής» με το φαγκότο αλλά και τις προκλήσεις της επερχόμενης ερμηνείας, πλάι στην Ορχήστρα που είναι σαν δεύτερη οικογένειά του. Ο λόγος δικός του:

«Η επιθυμία να ασχοληθώ με το φαγκότο, μάλλον ήρθε φυσικά, καθώς ήταν το μουσικό όργανο που είχαμε στο σπίτι. Ο πατέρας μου ήταν φαγκοτίστας σε πολλές Ορχήστρες, συμπεριλαμβανομένης της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών και ταυτόχρονα δάσκαλος φαγκότου. Τον άκουγα να μελετά μέσα στο σπίτι κι αυτή είναι μία από τις πιο παλιές μου αναμνήσεις.

Παρόλο που το φαγκότο είναι ένα μουσικό όργανο που δύσκολα επιλέγει ένα μικρό παιδί -λόγω του μεγάλου μεγέθους του που το καθιστά σχετικά δύσχρηστο- εγώ αγάπησα από την αρχή την ποικιλία των ηχοχρωμάτων του και ξεκίνησα μαθήματα πολύ νωρίς με δάσκαλο αρχικά τον πατέρα μου. Στα 11 μου έζησα μάλιστα ένα πολύ αστείο περιστατικό σχετικό με την ηλικία μου και το μέγεθος του φαγκότου: τότε σπούδαζα στο Ωδείο Αθηνών με δασκάλους αφενός τον πατέρα μου και αφετέρου τον κ. Χαράλαμπο Φαραντάτο και το καλοκαίρι παίξαμε τον «Πέτρο και τον Λύκο». Όπως συνηθίζεται, πριν ξεκινήσει το κομμάτι, ο αφηγητής πάντα λέει ποιο χαρακτήρα αναπαριστά το κάθε όργανο. Τη στιγμή λοιπόν που έφτασε η σειρά του φαγκότου, ο αφηγητής είπε «Το φαγκότο κάνει τον παππού» και σηκώθηκα εγώ που ήμουν 11 χρονών κρατώντας το τεράστιο αυτό όργανο. Όπως ήταν φυσικό, όλη η αίθουσα ξέσπασε σε γέλια.

Με το «Κοντσέρτο για φαγκότο και 11 έγχορδα» του Ζαν Φρανσαί έχω θα έλεγα μία ιδιαίτερη σχέση γιατί ήταν το έργο στο οποίο εξετάστηκα στις διπλωματικές μου εξετάσεις, σε ηλικία 16 ετών. Τότε, ήταν ένα κομμάτι, θα μπορούσαμε να πούμε λίγο πάνω από τις δυνατότητές μου αλλά ήταν ακριβώς αυτή η πρόκληση που με έκανε να εντείνω τις προσπάθειές μου και να μελετήσω περισσότερο. Πιστεύω ότι έγινα ένα κλικ καλύτερος μέσα από αυτή την προσπάθεια.

Το πολύ ενδιαφέρον είναι ότι η μουσική του Ζαν Φρανσαί ακούγεται στον ακροατή εύκολη κι αβίαστη. Αυτό όμως δεν ισχύει καθόλου για τον εκτελεστή, τα δύο αυτά μεγέθη είναι αντιστρόφως ανάλογα. Το  έχει γράψει για τον Maurice Allard, ο οποίος όμως έπαιζε γαλλικό φαγκότο, που έχει μεν κάποιες ευκολίες αλλά δεν αποδίδει τον ήχο του γερμανικού φαγκότου που είναι πιο στρογγυλός -λιγότερο αιχμηρός- και βέβαια πιο μελωδικός. Λόγω της υψηλής τεχνικής δυσκολίας για το γερμανικό φαγκότο – ιδιαίτερα στις ψηλές νότες – χρειάστηκαν χρόνια για να καταφέρουμε να παίξουμε το συγκεκριμένο έργο με αυτό. Ανακαλύφθηκαν νέες τεχνοτροπίες στο όργανο, στα καλάμια, χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι δεν παραμένει πολύ σημαντική η μελέτη του κάθε εκτελεστή. Η βασική δυσκολία είναι να αποδώσεις την άνεση και την ευκολία που περιέγραφα παραπάνω, να μην καταλάβει την πρόκληση ο ακροατής. Είναι απλό και δύσκολο ταυτόχρονα.

Η σύμπραξη με την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών -της οποίας είμαι μέλος εδώ και 22 χρόνια- με γεμίζει χαρά. Φυσικά, νιώθω ασφάλεια αλλά ταυτόχρονα και αίσθημα ευθύνης απέναντι στην Ορχήστρα και τους συναδέλφους, οι οποίοι περιμένουν να δώσω τον καλύτερό μου εαυτό».

Info συναυλίας:

Η μαγεία του κλασικού | Παρασκευή 29 Μαρτίου | Μέγαρο Μουσικής Αθηνών