Μια σκηνή σπαρμένη με νεκρά σώματα αφήνει το φινάλε της κατά Λένας Κιτσοπούλου «Κοκκινοσκουφίτσας». Η ίδια έχει αυτοκτονήσει από ανία για την επαναλαμβανόμενη συμμετοχή της σε ένα παραμύθι με πανομοιότυπο σενάριο, αφού πρώτα σκοτώσει και το λύκο για αλλαγή. Η Σταχτοπούτα, πάλι, που εμβόλιμα χώνεται για λίγο στο παραμύθι, θα μονολογήσει ένα «τι ζητήσαμε ρε γαμώτο; Ένα 39 και έναν πρίγκιπα να μας το φέρει» πριν σωριαστεί κάτω από κατακούτελο χτύπημα από το γοβάκι που ψάχνει. Νεκρή λίγο πιο πέρα και η μαμά της Κοκκινοσκουφίτσας, αφού αφέθηκε να αιμορραγεί κάτω από το αδιάφορο βλέμμα της – το ίδιο αδιάφορο με το δικό της λίγο νωρίτερα, όταν η Κοκκινοσκουφίτσα, μπερδεύοντας τα παραμύθια, δάγκωσε ένα πιάτο περνώντας το για ζαχαρωτό και γέμισε αίμα το πάτωμα της κουκλίστικης κουζίνας τους.

Πριν από το αιματοβαμμένο φινάλε πολλά είχαν συντελεστεί: καβγάδες και συγκρούσεις μεταξύ μαμάς-κόρης, με την Κοκκινοσκουφίτσα απηυδισμένη από τη μονοτονία να επιχειρεί μάταια να επιφέρει μιαν αλλαγή φορώντας διαφορετικό χρώμα σκούφου ή αλλάζοντας τη συνταγή του γλυκού που θα πάει στη γιαγιά της, και τη «μανούλα που τα ξέρει όλα» να της επισημαίνει την αξία της σταθερότητας και της ρουτίνας· ένα δάσος να εμφανίζεται «ως δια μαγείας» για να παίξει με το κλισέ πως «όλα είναι πιθανά, αρκεί να το πιστέψεις»· ένας αναπάντεχος, πρωτοεμφανιζόμενος αδερφός να παίρνει τη θέση της Κοκκινοσκουφίτσας με πλούσια ξανθιά περούκα και μίνι σέξι κόκκινο φορεματάκι για να πάει αυτός στη γιαγιά τους· ο επιδειξίας κυνηγός να τριγυρνάει στο δάσος αυνανιζόμενος στη θέα της «παιδούλας», την οποία φυσικά ορέγεται και ο αδερφός της.

Περίμενα πολύ να δω μια ανατρεπτική, αιρετική ανάγνωση του παραμυθιού -που προσφέρεται, άλλωστε, με τις τόσες αναγνώσεις του, φροϋδικές και μη- και πίστευα ότι η Λένα Κιτσοπούλου ήταν η ιδανικότερη για να την πραγματοποιήσει. Δεν μπορώ να πω, η σκηνική της δημιουργία και τις νόρμες των παραμυθιών παρώδησε και μια ανάποδη οπτική πάνω στο παραμύθι παρέδωσε και σχόλια έκανε. Έρωτας, μοναξιά, οικογένεια, σεξ όλα χώρεσαν στην εκδοχή της Κιτσοπούλου, που βρήκε επιπλέον χώρο και για μία επί σκηνής ενδοθεατρική σάτιρα των κλισέ που χαρακτηρίζουν τον «χώρο» αλλά και τη σχέση του νεοέλληνα με την κουλτούρα.

Κι όμως, δεν θα μπορούσα να απογοητευτώ περισσότερο. Ίσως γιατί περίμενα κάτι πιο ευφυές και ψαγμένο από αυτήν. Λάθος μου. Βρήκα αβάσταχτη την πεζότητα του λόγου, όλα τα παραπάνω να εκφράζονται μέσω μιας γλώσσας ουσιαστικά ανέμπνευστης, μοιρασμένης κατά 80-20 μεταξύ πορνό και γυναικείου περιοδικού. Βρήκα ατυχή την πρόθεσή της να χρησιμοποιήσει ως βασικό εργαλείο της όχι όσα εμπνεύστηκε πάνω στο παραμύθι αλλά το «σοκ» ή τη φαιδρότητα, αναλόγως τι προκαλεί στον καθένα (και βρέθηκαν πολλοί εν έτει 2014 να χαχανίζουν στο άκουσμα κάθε πρόστυχης λέξης), ενός λεξιλογίου τόσο χύμα που έφτανε στα όρια της σεξουαλικής παρενόχλησης. Βρήκα αποτυχημένο και δεν γέλασα με το χιούμορ στο περισσότερο μέρος του, ακριβώς γιατί δεν βασίστηκε στα σκηνικά ευρήματα αλλά στο ύφος του λόγου. Διασκέδασα με την εκρηκτική έναρξη της παράστασης, όταν η «ταξιθέτρια» εξαπολύει επίθεση στον «πρώην» της που εντοπίζει ανάμεσα στους θεατές και έπειτα σε εμάς, το κοινό της πρεμιέρας, τους «ειδικούς» και την κωλοδουλειά μας, αλλά βρήκα ότι κι αυτή χαντακώθηκε λόγω γλώσσας· διότι τίποτα ουσιαστικά ευφυές ή πρωτότυπο δεν ειπώθηκε, παρά ένας μακροσκελής κατάλογος γλώσσας πεζοδρομίου. Και αναρωτιέμαι: πού πήγε η αριστοτεχνικά φτιαγμένη γλώσσα του «Μουνή», προκλητική και ενοχλητική και αυτή, αλλά αισθητικά δικαιωμένη ως πραγματικό λογοτεχνικό δημιούργημα;

Επιπλέον, βρίσκω πια εμμονική την ανάγκη της Λένας Κιτσοπούλου να χρησιμοποιεί τη σκηνή για να δείχνει πόσο λούμπεν προσωπικότητα θεωρεί τον εαυτό της -ενώ είναι πολύ περισσότερο mainstream απ’ όσο νομίζει (Εθνικό Θέατρο, Φεστιβάλ Αθηνών, τώρα και Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών η πορεία της)- στη συγκεκριμένη περίπτωση, διακόπτοντας τη δράση για να μετατρέψει τη σκηνή σε πίστα εθνικής οδού, όπου η ίδια διέπρεψε ως κονφερασιέ. Και δεν είμαι πια σίγουρη αν δημιουργεί από καλλιτεχνική ανάγκη και όχι από αφ’ υψηλού διάθεση να βγάλει γλώσσα στο κύκλωμα και τον κόσμο – εκτός αν η καλλιτεχνική της ανάγκη συνίσταται σε αυτή ακριβώς τη διάθεση. Πάντως το σύστημα και ο κόσμος την πριμοδοτούν και την εμπιστεύονται σταθερά. Χωρίς αμφιβολία το στυλ της περνάει. Οι παραστάσεις έχουν πάρει ήδη παράταση κι είναι sold out και το «φαινόμενο Λένα Κιτσοπούλου» καλά κρατεί. Κάποιοι προφανώς συντάσσονται με την αισθητική της (και καλά κάνουν, η πρόσληψη της τέχνης είναι παντελώς υποκειμενική), άλλοι ίσως απενοχοποιούνται καθώς με το πρόσχημα της αποδεκτής κουλτούρας παρακολουθούν κάτι που ξεπερνάει τα όρια του κιτς και φτάνει αυτό του trash. Διότι μπορεί η Λένα Κιτσοπούλου να προσέθεσε στην παράστασή της τον υπότιτλο «το πρώτο αίμα» ως παραπομπή στον «Rambo», όμως αυτό που έγραψε ταιριάζει περισσότερο στο Δελφινάριο και δεν καταλαβαίνω γιατί, αν τα ίδια αστεία εκφράζονταν από τον Μάρκο Σεφερλή, θα θεωρούνταν φτηνά και χυδαία, ενώ στην περίπτωσή της «αιρετικά» και «ανατρεπτικά». Προσωπικά, την περισσότερη ώρα παρακολουθούσα αμέτοχη, όχι ενοχλημένη όπως ίσως θα επιθυμούσε η δημιουργός για να δικαιωθεί. Διασκέδασα σε κάποια σημεία και αναγνώρισα ερμηνευτικές και ιδεολογικές προθέσεις, που όμως, αντί να γίνουν αυτοσκοπός, βούλιαξαν μέσα στο γλωσσικό σύμπαν.

Από αισθητική άποψη, πάντως, η παράσταση ήταν απολαυστικότατη. Η Έλλη Παπαγεωργακοπούλου (σκηνικά) και η Μαγδαληνή Αυγερινού (κοστούμια) δεν ακολούθησαν την πεζότητα του λόγου αλλά τη διάθεση για μια ευφάνταστη δημιουργία ενός ελαφρώς διαστρεβλωμένου παραμυθικού κόσμου. Οι ερμηνείες των πανάξιων ηθοποιών, σοβαρές και με πίστη στο εγχείρημα, το έσωσαν από τον όλεθρο του ξεπεσμού – προφανώς όχι μόνο χάρη στη δική τους ικανότητα αλλά και στη σκηνοθετική καθοδήγηση της ίδιας της Κιτσοπούλου, που αποδεικνύει έτσι ότι παίρνει τις δουλειές της στα σοβαρά.

Το θέμα, πάντως, δεν είναι αν η Λένα Κιτσοπούλου δημιούργησε μία μέτρια ή ατυχή παράσταση – πρόκειται για υποκειμενική άποψη έτσι κι αλλιώς, που μπορεί να μην βρει καν υποστηρικτές. Το θέμα είναι ότι στην περίπτωση της Λένας Κιτσοπούλου δύσκολα μπορεί να διατυπωθεί μια αρνητική άποψη χωρίς να κινδυνεύει να χαρακτηρισθεί οπισθοδρομική, σεμνότυφη, συντηρητική και όλα τα συναφή, ενώ στην πραγματικότητα μπορεί να εκφράζει απλώς την προτίμηση σε ένα διαφορετικό σκηνικό ύφος και ήθος από αυτό που κομίζει η Λένα Κιτσοπούλου και, κυρίως, να διαφοροποιείται ως προς το περιεχόμενο των όρων «σκηνικά αιρετικό» ή «επαναστατικό».

«Κοκκινοσκουφίτσα» | Από 14 Μαΐου έως 1 Ιουνίου | Στέγη Γραμμάτων & Τεχνών