Ο Κωνσταντίνος Ρήγος και η Οκτάνα ξαναχτυπούν μετά από πολύ καιρό στο Φεστιβάλ Αθηνών με την «Αρκαδία». Ένα φουτουριστικό παραμύθι, όπως το χαρακτηρίζει ο χορογράφος, για το φως, το σκοτάδι και το Μετά. Ο Ρήγος έχει αγαπηθεί αλλά και έχει επικριθεί για τις καλλιτεχνικές επιλογές του, σίγουρα πάντως έχει αφήσει το στίγμα του στο σύγχρονο ελληνικό χορό. Γνωρίζοντάς τον διαπιστώνω ότι δεν έτυχε, πέτυχε, καθώς είναι ένας ευφυέστατος άνθρωπος με (ευτυχώς!) μειωμένες αντιστάσεις απέναντι σε κάθε νέο ερέθισμα και στο ρίσκο της έκθεσης.

ελc: Πώς έγινε η Αρκαδία πηγή έμπνευσης για τη φετινή σου παράσταση;
Κωνσταντίνος Ρήγος: Προέκυψε κάπως περίεργα, όταν για δυο συνεχόμενα καλοκαίρια καιγόταν το δάσος της ορεινής Αρκαδίας. Αυτή η καταστροφή του περιβάλλοντος μου προκάλεσε άγχος. Είτε στην Ελλάδα είτε οπουδήποτε, αισθάνομαι ότι με κάθε τρόπο διαλύουμε τη γη. Η Αρκαδία συμβολίζει παράλληλα το αρκαδικό ιδεώδες: Υπάρχει το στοιχείο του θανάτου, η αγάπη για τη φύση, το κίνημα της εποχής στη λογοτεχνία, στη ζωγραφική. Είναι τελικά για μένα το συμβολικό τέλος μιας νέας ημέρας χωρίς ελπίδα. Δημιούργησα έτσι ένα φουτουριστικό παραμύθι για το τι συμβαίνει μετά, όταν δεν υπάρχει πλανήτης, έχουν χαθεί τα πάντα και οι άνθρωποι προσπαθούν να χτίσουν στα καμένα το σπίτι τους, να επανακτήσουν τη συντροφικότητα, να ξαναερωτευτούν. Έτσι κι αλλιώς, το σκοτάδι μας τραβάει πάντα. Προσπαθώντας να δω τι είναι η Αρκαδία, φτάνω στο ότι είναι ένας νέος πλανήτης που πρέπει να τον ξανακατοικήσουμε, να τον ξαναζήσουμε και που μάλλον θα ξανακαεί.

ελc: Μιλάς πολύ πάντως για το θάνατο, το σκοτάδι, το τέλος…
Κ.Ρ.: Έχει να κάνει με τη μελαγχολία απέναντι στο αδιέξοδο, στο οποίο μια ζωή είμαστε εγκλωβισμένοι. Στο δάσος δεν υπάρχει σαφής φωτεινή πηγή, όπως και στην περίοδο που ζούμε: Δεν υπάρχει κάτι σαφές, να δώσει φως και διέξοδο σε μια καταστροφή. Οποιαδήποτε επιλογή μου φαίνεται σαν δίπολο, καλό και κακό ταυτόχρονα. Έτσι και οι άνθρωποι-δορυφόροι στο μαγικό δάσος-πλανήτη της παράστασης είναι σαν χαμένοι. Φτάνουν εκεί, το δάσος τους ρουφάει τελικά και το επόμενο βήμα είναι μαύρο. Γι’ αυτό και όλη η παράσταση είναι μαύρη. Διάλεξα ήχους και μουσικές του Πέρσελ που ερμηνεύεται ζωντανά από ένα σύνολο μπαρόκ μουσικής με τσέμπαλο, 2 βιόλες, βιολί, τσέλο και φωνή. Το έργο είναι μεταφυσικό και πιο συμβολικό. Η επιλογή του θέματος ήταν μια χειρονομία και όχι κατάδειξη πραγμάτων και διαφέρει από την αισθητική γραμμή που ακολουθώ σε άλλες παραστάσεις.

ελc: Πραγματικά οι φόρμες που είδα στις πρόβες ήταν πιο κλασικές και εσωτερικές απ’ ό,τι συνήθως.
Κ.Ρ.: Σαν αίσθηση, κινησιολογικά και δομικά, η παράσταση απομακρύνεται από το εφήμερο, το καθημερινό. Θέλω να μοιάζει με τελετουργία. Εσύ είδες το κομμάτι που ονομάζω «Η ζάλη των ανθρώπων». Εκεί τα σώματα κινούνται χωρίς να αντιλαμβάνονται γιατί, χάνονται, αγκαλιάζονται, περνούν από σχέση σε σχέση, έρχονται και φεύγουν χωρίς σαφές αποτύπωμα. Αρχικά προσπαθούν να χτίσουν το σπίτι τους, μετά έρχεται το κομμάτι των σχέσεων και της κοινωνικής ζωής, και μετά ο θάνατος που εμφανίζεται σαν μεταλλαγμένο ζώο – ο επόμενος κάτοικος του πλανήτη.

ελc: Η Οκτάνα επιστρέφει μετά από πολύ καιρό. Τι είναι για σένα η ομάδα αυτή;
Κ.Ρ.: Η Οκτάνα είναι κομμάτι εαυτού μου, μια πολύ μεγάλη εμπειρία που με έκανε να ωριμάσω, να σκεφτώ πολιτικά, να τοποθετηθώ στην κοινωνία. Οπότε είναι για μένα ό,τι σημαντικότερο έχω κάνει αυτά τα χρόνια. Γι’ αυτό ακριβώς, επειδή τη σέβομαι, είναι πολύ δύσκολη η απόφαση να κάνω κάτι με την Οκτάνα. Δεν την ανακατεύω σε άλλα πράγματα που κάνω, κρατάω μια απομακρυσμένη αίσθηση, κι όποτε αισθάνομαι την ανάγκη και η συνθήκη το επιτρέπει, επιστρέφω να δουλέψω μαζί της. Αν δεν υπήρχε το Φεστιβάλ Αθηνών, δεν θα μπορούσα να κάνω χοροθεατρική παράσταση με 12 χορευτές, είναι πλέον μια πολυτέλεια. Η άνθιση του χορού έχει μειωθεί τα τελευταία 6-7 χρόνια, χωρίς να έχει διαλυθεί. Εγώ έζησα μια θετική περίοδο χωρίς προβλήματα, βρέθηκα σε χώρους και μετά στο ΚΘΒΕ, είχα την ομάδα και χορευτές που πληρώνονταν κανονικά. Γι’ αυτό δεν μ’ ενδιαφέρει να κρατάω την ομάδα για να κάνω εγώ το κέφι μου, αν υπάρχουν προβλήματα κι ο κόσμος δουλεύει χωρίς ανταμοιβή.

ελc: Είχες πει σε μια παλιά σου συνέντευξη ότι η Οκτάνα πρέπει να βγει στο εξωτερικό για να μη γίνει εδώ ένα φρικτό κατεστημένο.
Κ.Ρ.: Τελικά δεν έγινε κατεστημένο, ούτε εξωτερικό πήγε, εξαφανίστηκε κι ησύχασε και χτυπάει όποτε πρέπει! Κατέρρευσε το κατεστημένο, ο πλαστός κόσμος που ζούσαμε κι έτσι δεν πρόλαβε η Οκτάνα να γίνει κατεστημένο. Εγώ δε λόγω των επιλογών μου δεν θα καταφέρω ποτέ να γίνω κατεστημένο απ’ ό,τι φαίνεται… κι ευτυχώς!

ελc: Κατά καιρούς χορογραφείς τους σπουδαστές της ΚΣΟΤ στο Black box. Πώς βλέπεις τα πράγματα για τους νέους χορευτές;
Κ.Ρ.: Θεωρώ πολύ σημαντική τη δουλειά που κάνει η ΚΣΟΤ. Φέρνει χορευτές από το εξωτερικό και διακινεί ρεπερτόριο, κάτι σπάνιο για την Ελλάδα. Όλα σχεδόν τα παιδιά που πήρα με οντισιόν στην παράσταση έχουν τελειώσει τη σχολή. Ήθελα να δώσω βάδισμα στους νέους χορευτές που θεωρώ ότι αδικούνται. Μπορεί να ήταν εις βάρος της επικοινωνίας που είχα με παλιούς χορευτές και της ωριμότητας των πραγμάτων, αλλά ήταν ευκαιρία να βγει δυναμικότητα και νέο αίμα στη σκηνή.

ελc: Έχεις αφήσει το στίγμα σου στο σύγχρονο χορό φέρνοντάς τον πιο κοντά στο ευρύτερο κοινό, αλλά και προκαλώντας το. Πόσο σημαντική είναι η πρόκληση για σένα σε μια συντηρητική ελληνική κοινωνία;
Κ.Ρ.: Σίγουρα κάποια στοιχεία έχουν επηρεάσει και διεισδύσει σε παραστάσεις και στο dna των χορευτών. Πολλές φορές μου λένε «Είδαμε κάτι που είναι πολύ Ρήγος». Τις περισσότερες φορές δεν έχει καμιά σχέση, αν το δω εγώ! Όσον αφορά την πρόκληση, εξαρτάται από το τι θεωρεί κανείς προκλητικό. Η ελληνική κοινωνία είναι συντηρητική αλλά και καθόλου. Επιλέγουμε να συμπεριφερόμαστε έτσι, όταν θέλουμε. Ένα πολύ αστείο παράδειγμα είναι η Eurovision: Θα φανταζόταν ποτέ κανείς ότι μια τόσο συντηρητική κοινωνία σαν την Ελλάδα θα έδινε το δωδεκάρι της στην Αυστρία; Αυτό λοιπόν που κάνουμε έγινε mainstream χωρίς πραγματικά να είναι. Ιδίως τα τελευταία χρόνια τίποτε από αυτά που έχω κάνει δεν είναι προκλητικό, αλλά στα πλαίσια μιας ατμόσφαιρας. Παρόλα αυτά ακόμα και τώρα με συνοδεύει η φήμη, είτε γιατί ο κόσμος δεν έχει ξεπεράσει την προκλητικότητα κάποιας περιόδου, είτε γιατί δεν του αρέσει να ακυρώνει μια πρώτη άποψη που είχε δημιουργήσει για κάτι.

ελc: Έχεις κάνει τα τελευταία χρόνια εμπορικές συνεργασίες, για τις οποίες σου έχει ασκηθεί κριτική. Τι έχεις κερδίσει απ’ αυτές; Γιατί φαίνεται ότι αν κάποιος ρισκάρει αυτός είσαι εσύ, ενώ οι εμπορικές δουλειές σίγουρα έχουν βγει κερδισμένες από τη συνεισφορά σου.
Κ.Ρ.: Δεν καταλαβαίνω τι σημαίνει εμπορική δουλειά. Στο θέατρο όλοι οι σκηνοθέτες θα ήθελαν το θέατρό τους γεμάτο για ένα χρόνο, είτε απευθύνεται σε ευρύτερο είτε σε ειδικό κοινό. Η έννοια εμπορικού και ποιοτικού είναι πλαστή. Αν μια παράσταση είναι sold out δεν την θεωρώ εμπορική, αλλά πετυχημένη. Από κει και πέρα υπάρχει η άλλη σκηνή του θεάματος – διαφήμιση, μουσική, τηλεόραση – που είναι πιο εξωστρεφής. Συνδέεται περισσότερο με φως και λιγότερο με σκοτάδι. Αντιλαμβάνομαι το θέατρο και τον χορό ως σκοτάδι, ενώ τη μουσική και την εικόνα ως φως, διέξοδο. Από αυτό το δίπολο φως-σκοτάδι έχω κερδίσει την ηρεμία της ψυχής μου, μια ισορροπία ανάμεσα στο να είμαι ουσιαστικός στο τι ψάχνω όταν κάνω θέατρο και χορό και διασκεδαστικός με τη μουσική και την εικόνα. Αυτό αντιλαμβάνομαι ότι δημιουργεί μια αίσθηση διχασμένης προσωπικότητας, αλλά από τότε που το κάνω αισθάνομαι πραγματικά ολοκληρωμένος. Ευτυχώς που τελικά το αποφάσισα, αλλιώς δεν θα μπορούσα να είχα κάνει παραστάσεις χορού, θα είχα μαραζώσει. Επίσης δεν θα μπορούσα να βγάλω αυτό που μου δημιουργεί χαρά. Αν δεν δεχόμουν ότι τα πάντα προχωρούν και μπορεί να συμβούν στη ζωή, δεν θα ήμουν υγιής και ισορροπημένος. Για κάποιους είναι προβληματικό, για εμένα είναι ευλογία. Σίγουρα κάποια πράγματα μπερδεύουν τον κόσμο, αλλά για εμένα είναι ξεκάθαρα. Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί είμαι αναγκασμένος να κάνω μια επιλογή στη ζωή μου. Έχουμε μάθει να ζούμε σε στεγανά κουτιά που δεν επικοινωνούν μεταξύ τους…

Η «Αρκαδία» παρουσιάζεται στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών, στις 16 & 17 Ιουνίου 2014 και ώρα 21.00 στην Πειραιώς 260.