Πιανίστας, ραγδαία ανερχόμενος αρχιμουσικός, αλλά και Καλλιτεχνικός Διευθυντής του Φεστιβάλ Κλασικής Μουσικής Κουφονησίων με τη συγκινητική προσέλευση θεατών. Ο λόγος για τον πολυπράγμονα Κορνήλιο Μιχαηλίδη που μιλάει εφ’ όλης της ύλης, λίγες μέρες πριν τις δύο συναυλίες «Συνάντηση με τον ντε Φάγια», όπου διευθύνει την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών, στις 5 και 6 Σεπτεμβρίου, στην Ακαδημία Πλάτωνος και στον Κήπο του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών, αντίστοιχα. Την Ορχήστρα με την οποία δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι τον συνδέουν πολυεπίπεδοι δεσμοί.

Γεννηθήκατε και μεγαλώσατε σε μουσική οικογένεια. Η μητέρα σας, Ναταλία Μιχαηλίδου, διακεκριμένη πιανίστα και ο πατέρας σας, Βαγγέλης Χριστόπουλος καταξιωμένος ομποΐστας, ενώ αμφότεροι διετέλεσαν σπουδαίοι παιδαγωγοί. Αδελφός σας ο διεθνώς αναγνωρισμένος αρχιμουσικός και πρώην Καλλιτεχνικός Διευθυντής της ΚΟΑ, Βασίλης Χριστόπουλος. Δεν είναι υπερβολή να πούμε  ότι η μουσική κυλάει στο αίμα σας. Εσείς, πώς βιώνετε την ενασχόλησή σας με τον χώρο;

Είναι αλήθεια ότι λόγω της οικογένειάς μου γαλουχήθηκα κυριολεκτικά από τη μουσική, με την οποία εναρμονίζομαι πλέον σε καθημερινή βάση. Όταν ήμουν μικρός, όμως, βίωσα λίγο διαφορετικά αυτή τη σχέση. Αντί για πιάνο προτιμούσα να παίζω έξω κι έτσι αντιδρούσα στις μάταιες παροτρύνσεις των γονιών μου για μελέτη. Το να κατάγεται κάποιος από μουσική οικογένεια είναι ταυτόχρονα μεγάλη ευλογία για έναν μουσικό αλλά και βάρος, γιατί αναπόφευκτα – παρά την καλή θέληση όλων –  δημιουργούνται υποσυνείδητες πιέσεις και τριβές.

Στα παιδικά μου χρόνια δεν σκόπευα να γίνω μουσικός, έκανα μουσική για παιδαγωγικούς λόγους, μαθαίνοντας πιάνο αλλά και βιολί. Όταν ήμουν έφηβος, με κέρδισε η αεροπορία, με την οποία ασχολήθηκα εντατικά μέχρι και σήμερα, ενώ για πολλά χρόνια σκόπευα να γίνω επαγγελματίας αεροπόρος ή αεροναυπηγός. Η μουσική τότε ήταν απλά η παράπλευρη ασχολία μου, ως χόμπι, από την οποίαν όμως αντλούσα πάντοτε μεγάλη συναισθηματική ικανοποίηση, ακόμα κι αν δεν το εκδήλωνα.

Μέχρι που μια μέρα ξαφνικά στα 17 μου χρόνια, τα πράγματα πήραν άλλη τροπή μετά από μία συναυλία που έδωσα στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών με την ορχήστρα νέων στην οποία συμμετείχα ως βιολονίστας, όπου κλήθηκα να παίξω και σόλο πιάνο. Τόσο η εμπειρία της πολύμηνης προετοιμασίας για εκείνη τη συναυλία, όσο και η ενέργεια που άντλησα κατά τη διάρκεια αυτής ήταν τόσο καθοριστικές, ωστε να με κάνουν να συνειδητοποιήσω και να αποδεχθώ την παντελή αδυναμία μου να ζήσω χωρίς καθημερινή ενασχόληση με τη μουσική…

Ποιες είναι οι πιο παλιές (και δυνατές) μνήμες σας που έχουν σχέση  με τη μουσική;

Η πρώτη μου επαφή με τη μουσική έγινε μέσα από την κοιλιά της μητέρας μου, όταν εκείνη, 9 μηνών έγκυος ερμήνευε το Τρίτο Κοντσέρτο για πιάνο του Μπετόβεν. Παρόλο που αυτό φυσικά δεν συγκαταλέγεται ανάμεσα στις συνειδητές αναμνήσεις μου, έχω ιδιαίτερη σχέση με το συγκεκριμένο έργο. Μάλιστα όταν γεννήθηκα, υπήρχαν φορές που ο μόνος τρόπος με τον οποίον σταματούσα αμέσως να κλαίω ήταν όταν μου το έβαζαν να παίζει στο ραδιόφωνο. Και βέβαια, το σπίτι μου ήταν ουσιαστικά ένα ωδείο. Ο πατέρας μου μελετούσε όμποε, η μητέρα μου πιάνο, όπως και η γιαγιά μου, ενώ οι μαθητές μπαινοέβγαιναν συνέχεια. Όταν ήμουν 3 ετών, θυμάμαι ότι μπορούσα από το δωμάτιό μου να αναγνωρίσω τόσο ποιος μαθητής έπαιζε εκείνη τη στιγμή, όσο και το αν έπαιζε καλά ή αν έκανε κάποιο λάθος. Θυμάμαι επίσης πολύ έντονα την ανακούφιση που ένιωθα από διάφορους πόνους ακούγοντας ηχογραφήσεις του Nicolai Gedda, ή τη μητέρα μου να μελετάει Σοπέν.

Η μητέρα σας θεωρείται κορυφαία παιδαγωγός. Ξεκινήσατε τα πρώτα σας μαθήματα μαζί της;

Η μητέρα μου ευτυχώς κινήθηκε έξυπνα. Τα πρώτα μαθήματα δεν τα έκανα μαζί της, αλλά με τη γιαγιά μου, η οποία ήταν υπέροχη πιανίστα. Αλλά δεν είναι καθόλου εύκολο να σπουδάζεις με τους δικούς σου, γεγονός που η μητέρα μου κατάλαβε εγκαίρως κι έτσι με παρέπεμψε σε μαθήτριά της. Με αυτόν τον τρόπο λοιπόν, ουσιαστικά με δίδασκε εμμέσως, χωρίς να το καταλαβαίνω.

Η πλούσια μουσική ιστορία της οικογένειάς σας έχει λειτουργήσει ως βάρος; Νιώσατε ίσως ότι οι προσδοκίες από εσάς ήταν πάντα υψηλότερες;

Δεν μπορώ να πω ότι έχει λειτουργήσει ως βάρος, γιατί νιώθω πολύ τυχερός που προέρχομαι από αυτή την οικογένεια κι έτσι έχω ένα έμφυτο μουσικό ένστικτο, το οποίο δεν πιστεύω ότι κατακτιέται στην πορεία. Επίσης, έχω εισπράξει τεράστια υποστήριξη από τη στιγμή που αποφάσισα να γίνω μουσικός, γεγονός πολύ σημαντικό. Από την άλλη, υπάρχει κάποιες φορές μία υποκείμενη πίεση που προκύπτει λόγω του ονόματος, ενώ παράλληλα στα μάτια τρίτων – κυρίως στην Ελλάδα – είμαι «ο γιος της τάδε», ο «αδελφός του δείνα» κλπ, το οποίο θεωρώ δύσκολο και άδικο, γιατί έχω επιλέξει να κινηθώ τελείως αυτόνομα, έχοντας φύγει στο εξωτερικό από τα 18 μου και προχωρώ ανεξάρτητα από την οικογένεια. Μάλιστα, σε κάποιες περιπτώσεις αυτό έχει λειτουργήσει και εναντίον μου, γιατί προς αποφυγήν του έχουμε αρνηθεί συνεργασίες μεταξύ μας στις οποίες υπό άλλες συνθήκες θα μπορούσαμε να προχωρήσουμε.

Ποιοι/ες καθηγητές/ριες υπήρξαν καθοριστικοί/ές για την πορεία σας; Τι έχετε πάρει από τον καθένα/ την καθεμία;

Θεωρώ ότι οι καθηγητές που πραγματικά υπήρξαν καθοριστικοί για την πορεία μου ήταν ο David Lively, με τον οποίο σπούδασα πιάνο στο Παρίσι και ο Vladimir Viardo στην Αμερική. Τους θεωρώ ως πνευματικούς πατέρες μου. Εκείνοι διαμόρφωσαν τη μουσική μου προσωπικότητα, με δίδαξαν τον τρόπο σκέψης, την αισθητική της ερμηνείας, και με βοήθησαν να αξιοποιήσω το ταλέντο και το ένστικτό μου.

Το 2008 κερδίσατε τρία βραβεία στον διεθνή διαγωνισμό πιάνου της Mayenne στη Γαλλία. Ποια η σημασία των βραβείων για εσάς;

Η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για τον μοναδικό διαγωνισμό στον οποίο έλαβα ποτέ μέρος, καθώς αποφάσισα να μη συμμετάσχω ξανά σε άλλον. Ήταν μία πολύ έντονη εμπειρία, η οποία πέραν της χρηματικής βοήθειας, αποτέλεσε μία πρώτη αναγνώριση των προσπαθειών μου. Από την άλλη, η συγκίνηση δεν προκύπτει από τα βραβεία αλλά από την ίδια τη μουσική. Η ομορφιά της τέχνης θεωρώ κρύβεται στην υποκειμενικότητά της κι ως εκ τούτου δεν μπορεί να γίνεται αντικείμενο μετρήσιμων συγκρίσεων. Είναι κάτι τόσο βαθιά προσωπικό κι ευαίσθητο, που δεν συμβαδίζει με μία κατεύθυνση κούρσας. Αλλωστε η ζωή ενός καλλιτέχνη είναι από μόνη της ένας διαγωνισμός με τον ίδιο του τον εαυτό, κι αυτό αρκεί.

«Η Τέχνη δεν είναι κάτι το προαιρετικό, είναι η τροφή για την ψυχή μας, αλλά παράλληλα είναι και το ψωμί μας»

Τι σας έκανε να στραφείτε στη διεύθυνση Ορχήστρας;

Ο πλούτος της ορχηστρικής μουσικής και των ηχοχρωμάτων. Είναι ένας ακόμη κόσμος, τόσο ιδιαίτερος. Γιατί ναι μεν ο μαέστρος είναι ο μόνος μουσικός που δεν παράγει άμεσα κάποιον ήχο, αλλά όταν πετύχει στην αποστολή του – που ουσιαστικά είναι να διοχετεύσει την ενέργεια της Ορχήστρας και να μετουσιωθεί σε δίαυλο μεταξύ του συνθέτη, των μουσικών, και του κοινού – το συναίσθημα είναι απερίγραπτο.

Το 2016, από κοινού με τους γονείς σας, εγκαινιάσατε το Φεστιβάλ Κλασικής Μουσικής Κουφονησίων, το οποίο αποτελεί ουσιαστικά μετουσίωση και εξέλιξη των συναυλιών που δίνατε ως οικογένεια στην αυλή του σπιτιού σας σε αυτό το γραφικό, ακριτικό νησί. Μιλήστε μας για την ανταπόκριση του κοινού στην πρωτοβουλία σας.

Το Φεστιβάλ είναι από τα επιτεύγματα για τα οποία είμαι προσωπικά πολύ υπερήφανος, καθώς μέσω αυτού μπορώ να βιώσω την αξία της προσφοράς και να εισπράξω το αίσθημα της αναγκαιότητας της μουσικής από το ίδιο το κοινό που «διψάει» γι’ αυτήν. Μπορώ επίσης να εισπράξω τη γνήσια κι αμεταποίητη αντίδραση της τοπικής κοινωνίας στην κλασική μουσική, η οποία την αγκαλιάζει με ενθουσιασμό, αποδεικνύοντας ότι η μουσική αυτή απευθύνεται σε όλους και δεν αφορά κάποια δήθεν εξειδικευμένη ελίτ. Μέσω του Φεστιβάλ, γεμίζουμε συναισθηματικά και η ψυχολογική ανταμοιβή μας είναι μεγάλη. Το κοινό ανταποκρίνεται ολοένα και περισσότερο σε αυτή την προσπάθεια και μάλιστα το ίδιο το Φεστιβάλ ήταν αποτέλεσμα της απαίτησης των ακροατών, σε συνέχεια των ανεπίσημων συναυλιών που δίναμε πριν το καθιερώσουμε. Με χαροποιεί ιδιαίτερα αυτό, όπως και το γεγονός ότι πλέον έρχεται κόσμος στο νησί στοχευμένα για το Φεστιβάλ, ενώ έχουμε αποκτήσει πιστούς θαμώνες.

Φέτος, ειδικά με την πανδημία του κορονοϊού, πιστεύω ότι κερδίσαμε ένα μεγάλο στοίχημα. Καταφέραμε τηρώντας τα μέτρα ασφαλείας να διεξάγουμε ένα Φεστιβάλ υψίστου επιπέδου και προδιαγραφών, το οποίο δικαίωσε κάθε προσπάθεια. Πέραν των πρακτικών δυσκολιών, η αβεβαιότητα ήταν αναμφίβολα το μεγαλύτερο πρόβλημα που αντιμετωπίσαμε.

Όμως για εμάς η Τέχνη δεν είναι κάτι το προαιρετικό, είναι η τροφή για την ψυχή μας, αλλά παράλληλα είναι και το ψωμί μας. Δεν είναι μόνο μια παρηγοριά, μια ψυχαγωγία, αλλά αγαθό ζωτικής σημασίας. Προσπαθούμε να το διαφυλάξουμε με κάθε τρόπο, γιατί αν δεν το κάνουμε, το μακροπρόθεσμο κόστος – ακόμη κι αν σήμερα δεν φαίνεται – θα είναι μεγάλο, καθώς πρόκειται για κόστος στην ψυχική υγεία. Ο πολιτισμός εύκολα μπαίνει σε δεύτερη μοίρα σε συνθήκες κρίσης, αλλά οι επιπτώσεις αυτού φαίνονται αργότερα στην κοινωνία.

Μετά από τη μουσικοθεατρική παράσταση «Η Ιστορία του Στρατιώτη» που παρουσιάστηκε στις 29 Αυγούστου στο Φεστιβάλ Κουφονησίων, όπου διευθύνατε εκλεκτούς μουσικούς της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών, επιστρέφετε στο πόντιουμ της για δύο ακόμη συναυλίες στις 5 και 6 Σεπτεμβρίου. Σε αυτές, θα εκτελεστούν έργα του σημαντικού Ισπανού συνθέτη Μανουέλ ντε Φάγια. Ποιες οι δυσκολίες και οι προκλήσεις του συγκεκριμένου προγράμματος;

Καταρχάς, να πω ότι χαίρομαι ιδιαίτερα γιατί έχω μια μακρά σχέση με την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών, κυρίως λόγω του πατέρα μου, τον οποίο θυμάμαι από μωρό να παίζει στην Ορχήστρα, και βέβαια, στη συνέχεια μέσω του αδελφού μου, της μητέρας μου κι άλλων μελών της οικογενείας. Έχω συμπράξει επίσης ως σολίστ πιάνου δύο φορές με την ΚΟΑ, ενώ ήμουν και βοηθός αρχιμουσικός προετοιμάζοντας την Ορχήστρα για τη συναυλία με τον Βλαντίμιρ Φεντοσέγιεφ πέρσυ. Πριν λίγες ημέρες, διηύθυνα την «Ιστορία του Στρατιώτη» και ακολουθούν οι δύο συναυλίες με έργα ντε Φάγια αλλά και το Πρωτοχρονιάτικο Gala τον Δεκέμβριο. Είναι μία συνεργασία που με συγκινεί, νιώθω κάθε φορά σαν να επιστρέφω στο σπίτι μου, πράγμα το οποίο εν μέσω αυτών των συγκυριών αποκτά ακόμα μεγαλύτερη αξία.

Το συγκεκριμένο πρόγραμμα κρύβει μεγάλες προκλήσεις, αφενός γιατί τα δύο αυτά έργα δεν είναι τόσο γνωστά στην Ελλάδα και αφετέρου γιατί και τα δύο έχουν θεατρικό χαρακτήρα, πρόκειται ουσιαστικά για μπαλέτο και παντομίμα. Όταν λοιπόν αφαιρείς το οπτικό κομμάτι, πρέπει να αναδημιουργήσεις τις εικόνες μέσω του ήχου, κάνοντάς τες ακόμη πιο γλαφυρές ώστε να μη χαθεί οτιδήποτε από την αξία του έργου. Αυτή η δυσκολία υπάρχει και στα δύο, αλλά ακόμα περισσότερο στο έργο «Ο Κυβερνήτης και η Μυλωνού», όπου δεν ερμηνεύουμε κάποια Σουίτα για ορχήστρα, αλλά το αυθεντικό έργο με μικρές μόνο αλλαγές. Ο Ντε Φάγια έχει επίσης πολλές ρυθμικές και στυλιστικές προκλήσεις, πρέπει να βγει όλο ιδιαίτερα χορευτικό και να αναδειχθεί το ισπανικό στοιχείο. Αλλά είμαστε σε καλό δρόμο και είμαι σίγουρος ότι θα τα καταφέρουμε!

Ποια τα συναισθήματά σας όταν διευθύνετε την ΚΟΑ; Η οικειότητα με τους μουσικούς της λειτουργεί ευεργετικά στο αποτέλεσμα ή μπορεί να κρύβει παγίδες;

Δεν θα ήθελα να καταχραστώ τον όρο «οικειότητα», γιατί κρύβει όντως παγίδες. Για μένα το υπέρτατο αγαθό είναι η παρτιτούρα και η ποιότητα του μουσικού αποτελέσματος και δεν θεωρώ ότι η όποια οικειότητα παίζει κάποιον ιδιαίτερο ρόλο. Όταν είμαστε ενώπιον του έργου, ο σκοπός μας είναι τόσο ιερός που ξεχνάμε τα πάντα. Φυσικά, το καλό κλίμα είναι πάντα ευχάριστο και σημαντικό. Νιώθω σαν στο σπίτι μου μεν, αλλά σαν αυτό να ήταν μέσα σε ναό.

Είστε επίσης κάτοχος μεταπτυχιακού στη διεύθυνση Ορχήστρας από τη Sibelius Academy του Ελσίνκι. Ποια η σημασία των ειδικών σπουδών για τον αρχιμουσικό;

Τις θεωρώ πολύ σημαντικές. Ξέρετε, η διεύθυνση Ορχήστρας είναι ένα περίεργο επάγγελμα, γιατί πρέπει να έχει πρώτα ολοκληρωθεί κανείς ως μουσικός σε κάποιο όργανο. Προσωπικά θεωρώ ανούσιες τις σπουδές διεύθυνσης, χωρίς αυτή την πρότερη εμπειρία. Από εκεί και πέρα, η εξειδίκευση στη διεύθυνση Ορχήστρας είναι σημαντική, καθώς βοηθάει στην τεχνική, στην εμπειρία ενώπιον Ορχηστρών κτλ. Η συγκεκριμένη Ακαδημία στο Ελσίνκι είναι ιδιαίτερα αναγνωρισμένη, έχει καταπληκτικούς καθηγητές και κυρίως δίνει μεγάλες ευκαιρίες κατά τη διάρκεια των σπουδών – για να σας δώσω ένα παράδειγμα, ήμουν βοηθός αρχιμουσικός στην Ορχήστρα της Φινλανδικής Ραδιοφωνίας χάριν αυτού. Οπότε, αποκτά κανείς μεγάλη εμπειρία και γνωρίζει μουσικούς που μπορεί υπό προϋποθέσεις να του ανοίξουν πολλούς δρόμους και νέους ορίζοντες.

Από αυτή την άποψη, λοιπόν, είναι σημαντικό για την εμπειρία, αλλά και για το μετέπειτα, όμως πιστεύω ότι το πτυχίο αυτό καθαυτό δεν παίζει ιδιαίτερο ρόλο. Γενικώς πιστεύω ότι στη μουσική τα διπλώματα είναι μεν αναγκαία, γιατί αποτελούν την κατάληξη μίας μακράς και κοπιώδους πορείας, αλλά δεν αποτελούν την ουσία. Ουσιαστικότερη όλων είναι η εμπειρία και φυσικά οι ικανότητες του καθενός να υπηρετεί τη μουσική.

Info:

Συνάντηση με τον ντε Φάγια | Σάββατο 5 Σεπτεμβρίου 2020, 20:30 | Ακαδημία Πλάτωνος

Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου 2020, 19:30 | Κήπος Μεγάρου Μουσικής Αθηνών