Ο Κώστας Αθυρίδης ανήκει στους λίγους Έλληνες συνθέτες και σκηνοθέτες που γνωρίζουν τόσο καλά το είδος του μουσικού θεάτρου. Ο ίδιος μιλάει στο ελculture.gr με πολλή αγάπη για τη δουλειά του και την παράσταση «Alexander Rock Opera», αναφέροντας πως η μουσικοθεατρική έκφραση είναι ένας δημιουργικός τόπος, όπου γεννιούνται μοναδικές καλλιτεχνικές παρέες με μια συλλογικότητα, που ιδιαίτερα στην εποχή μας αποτελεί ανάγκη, ζητούμενο και ελπιδοφόρο καταφύγιο.

ελculture: Κύριε Αθυρίδη, πόσα χρόνια ασχολήστε με το μουσικό θέατρο και γιατί ασχοληθήκατε με αυτό;
Κώστας Αθυρίδης: Από τα μαθητικά μου χρόνια στα μέσα της δεκαετίας του ’70, συμμετείχα σε ομάδες θεάτρου και μουσικής. Στα φοιτητικά μου χρόνια στην Αγγλία παρακολούθησα μαθήματα κινησιολογίας και συμμετείχα σε ροκ συγκροτήματα. Έτσι, το 1983 υπήρξα από τους συνιδρυτές του Anatolia Alumni Drama Club, το οποίο για τα επόμενα δεκαπέντε χρόνια παρουσίασε γνωστά μιούζικαλ και ροκ όπερες, έχοντας την ευκαιρία να συνδυάσω τις δύο μου αγάπες, τη μουσική και το θέατρο. Η αρχή έγινε με το Καμπαρέ σε μια παράσταση που έκανε αίσθηση. Από εκείνη την πρώτη ερασιτεχνική ομάδα ξεχώρισαν ο Άκης Σακελλαρίου, ο Γιώργος Συμεωνίδης αλλά και ο χορογράφος Δημήτρης Κυανίδης, που έκτοτε ακολούθησαν επαγγελματική καριέρα. Στη συνέχεια σκηνοθέτησα και συμμετείχα ως ηθοποιός σε παραστάσεις, όπως το «Tommy» των Who, τo «Cats» και, φυσικά, το αξεπέραστο «Jesus Christ Super». Αξίζει να αναφερθεί ότι στην Ελλάδα τότε το μουσικό θέατρο ήταν με έναν τρόπο είδος εξωτικό. Παρ’ όλα αυτά, κάθε παράσταση που ανεβάζαμε έδειχνε ότι υπήρχε ένα κοινό που διψούσε για αυτό το είδος, όπου το τραγούδι, η μουσική, ο χορός και η υποκριτική τέχνη συνδυάζονται σε μια εννιαία καλλιτεχνική έκφραση. Επιπλέον, το μουσικό θέατρο είναι ένα πεδίο καλλιτεχνικών θαυμάτων, πειθαρχίας και ανταλλαγής – μια πρόκληση.

ελc: Η ιδέα για την παράσταση «Alexander Rock Opera» πώς γεννήθηκε;
Κ. Α.: Μετά το «Jesus Christ Superstar» και με αρκετά πια χρόνια εμπειρίας, θέλησα να γράψω ένα έργο με ένα ελληνικό θέμα οικουμενικού χαρακτήρα. Η αλήθεια ήταν ότι δε δυσκολεύτηκα να καταλήξω στον Αλέξανδρο. Έτσι, με τη συνεργάτιδά μου, συγγραφέα του λιμπρέτου Penny Turner, προσεγγίσαμε τον ήρωα με την πρόθεση να αναδείξουμε την ανθρώπινη φύση του και όχι να περιγράψουμε τα ιστορικά του κατορθώματα, τα οποία όλοι -λίγο ή πολύ- τα γνωρίζουμε. Επιπλέον, για μας ήταν πρόκληση το γεγονός ότι ενώ ο Αλέξανδρος έχει εμπνεύσει πολλά καλλιτεχνικά έργα, μουσικές συνθέσεις, μυθιστορήματα, εικαστικά, ποιήματα και κινηματογραφικές ταινίες απουσίαζε από το χώρο του μουσικού θεάτρου, παρ’ όλο που αυτό βρίσκεται στην κορυφή της παγκόσμιας βιομηχανίας ψυχαγωγίας.

ελc: Με αυτές τις σκέψεις λοιπόν και με εμπειρία δεκαπέντε ετών αποφασίσατε να ξεκινήσετε. Πώς δουλέψατε;
Κ.Α.: Κατ’ αρχάς, με σεβασμό στα τεκμηριωμένα ιστορικά γεγονότα. Στη συνέχεια με πολλή δουλειά και έμπνευση από νέους συντελεστές φίλους, που κατέθεσαν τις γνώσεις, το ταλέντο, το χρόνο και τις συμβουλές τους προκειμένου να γίνει πραγματικότητα ένα όνειρο. Σε όλους αυτούς υποκλίνομαι και τους ευχαριστώ έναν έναν ξεχωριστά, γιατί είναι βέβαιο ότι χωρίς τη συνδρομή τους δε θα είχε πάρει σάρκα και οστά αυτό το μεγαλεπήβολο εγχείρημα. Από τον Απρίλιο του 2012, με πολύτιμους συνεργάτες τον Απόστολο Βέττα στη σκηνογραφία και τα κοστούμια και την Άσπα Φούτση στις χορογραφίες, δύο φίλοι που πάντα με στήριζαν και με ενθάρρυναν, τον Αλέξανδρο Ευκλείδη στη σκηνοθετική επιμέλεια, τον Κώστα Τζούνη, μαέστρο μιας δεκατετραμελούς ορχήστρας, τη Βίκη Αλεξάκη, υπεύθυνη παραγωγής, και μια ζηλευτή ομάδα σαράντα τραγουδιστών, ηθοποιών και χορευτών, μπήκαμε στο στούντιο και αρχίσαμε να ετοιμάζουμε τη θεατρική μεταφορά της ροκ όπερας.

ελc: Οι παραστάσεις της «Alexander Rock Opera» στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης έρχονται ως συνέχεια εκείνων που δώσατε το Νοέμβρη του 2012.
Κ. Α.: Την επιτυχία των παραστάσεων του φθινοπώρου ακολούθησε η τιμητική πρόσκληση του Μεγάρου Μουσικής Θεσσαλονίκης ως ηθική ανταμοιβή για μια κατά βάση μη κερδοσκοπική ομάδα που έχει δουλέψει πολύ σκληρά όλο αυτό το διάστημα μέσα στην εξαιρετικά δύσκολη συγκυρία που ζούμε.

ελc: Πραγματικά, πώς καταφέρνετε να ανταποκριθείτε στις απαιτήσεις μιας τόσο πολυσύνθετης παραγωγής;
Κ. Α.: Το οφείλω στην ψυχική κατάθεση και στον επαγγελματισμό κάθε καλλιτέχνη και συντελεστή που συμμετέχει στο έργο και τιμά την ομάδα με τη δουλειά και το ταλέντο του. Είναι ένα μήνυμα αυτό για όλους μας, μια ελπίδα ότι με συντονισμένη συλλογική προσπάθεια μπορούμε να καταφέρουμε πολλά. Στη συγκεκριμένη παραγωγή στοχεύουμε ψηλά και προσπαθούμε να υπερβαίνουμε όσα εμπόδια και αν παρουσιάζονται. Νιώθω σίγουρος, τυχερός και ευγνώμων με τόσους άξιους συνεργάτες κοντά μου.

ελc: Τι θα δει ο κόσμος στις 29, 30 και 31 Μαρτίου και τι έχει διαφοροποιηθεί από τις πρώτες παραστάσεις;
Κ. Α.: Θα δει μια ζωντανή ορχήστρα 14 μουσικών και 40 ερμηνευτές σε μια δίωρη αγγλόφωνη συναυλιακή αφήγηση με σύγχρονο χαρακτήρα, αστικά στοιχεία στα κοστούμια και τα σκηνικά και μουσικές από soul μέχρι μεσογειακές μελωδίες και αφρικάνικα κρουστά – για τα τελευταία έχει φροντίσει ο Νίκος Τουρμπής, που θα είναι μαζί μας σε αυτές τις παραστάσεις του Μεγάρου. Όπως είναι αυτονόητο η θεατρική σκηνή ανανεώνει εκ των πραγμάτων τη σκηνοθεσία, οπότε υπάρχουν νέα στοιχεία και αρκετές διαφοροποιήσεις σε σχέση με τις παραστάσεις του φθινοπώρου. Η δράση του έργου ξεκινά στη Σαμοθράκη ένα χρόνο πριν από τη γέννηση του Αλέξανδρου, όπου κατά τη διάρκεια των Καβιρείων Μυστηρίων συναντιούνται η μητέρα του, ιέρεια Ολυμπιάς, και ο βασιλιάς της Μακεδονίας Φίλιππος. Το έργο ολοκληρώνεται με το θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου στη Βαβυλώνα τριάντα τρία χρόνια μετά.

ελc: Γιατί το έργο είναι γραμμένο στα αγγλικά;
Κ. Α.: Διότι αφενός η συγγραφέας του λιμπρέτου είναι Αγγλίδα, άρα πρόκειται για μια αγγλοελληνική συνεργασία, και αφετέρου ο ήρωάς μας είναι οικουμενικός και επομένως σε μια εποχή που δε γνωρίζει σύνορα θελήσαμε να παρουσιάσουμε μια ελληνική παραγωγή με ελληνικό θέμα, που να μπορεί να απευθυνθεί στο διεθνές κοινό.