Κείμενο: Αναστασία Σταθά

Ο Κώστας Καρυωτάκης, κυρίαρχη μορφή της γενιάς του ’20, γεννήθηκε στην Τρίπολη στις 30 Οκτωβρίου 1896. Αποφοίτησε το 1917 από τη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών στοχεύοντας αρχικά στην άσκηση του δικηγορικού επαγγέλματος. Η αδυναμία όμως εξεύρεσης πελατών τον ώθησε στην αναζήτηση θέσης δημοσίου υπαλλήλου. Η συνδικαλιστική του δράση και η επίθεσή του στην κρατική γραφειοκρατία και στην πολιτική διαφθορά τον έκαναν αντιπαθή στους ανωτέρους του και αποτέλεσαν τις αιτίες των δυσμενών του μεταθέσεων στην επαρχιακή Ελλάδα με τελευταίο σταθμό της δημοσιοϋπαλληλικής του πορείας την Πρέβεζα.

Την κλίση του στη συγγραφή την έδειξε από νεαρή ηλικία δημοσιεύοντας ποιήματα σε παιδικά περιοδικά και συμμετέχοντας σε διαγωνισμό διηγήματος της Διαπλάσεως την Νέων. Το 1919 δημοσίευσε την πρώτη του ποιητική συλλογή Ο Πόνος του Ανθρώπου και των Πραμάτων και εξέδωσε το προκλητικό για τα ήθη της εποχής του σατιρικό περιοδικό Η Γάμπα, του οποίου η κυκλοφορία απαγορεύτηκε μετά τα πρώτα έξι τεύχη.

Η δεύτερη συλλογή του με τον τίτλο Νηπενθή εκδόθηκε το 1921, ενώ η ποιητική του διαδρομή ολοκληρώθηκε ένα χρόνο πριν τον θάνατό του, το 1927, με την έκδοση της τελευταίας του συλλογής Ελεγεία και Σάτιρες, για την οποία ο Τέλλος Άγρας έγραψε:

«…κι έξαφνα στα 1927, με την τρίτη και τελευταία του ποιητική συλλογή Ελεγεία και Σάτιρες, μας εξεπέρασεν όλους αμέσως κι εξακολουθητικά…».

Ασχολήθηκε επίσης με την πεζογραφία και τη μετάφραση ξένων λογοτεχνών μεταξύ των οποίων ο Σαρλ Μπωντλαίρ και ο Πωλ Βερλαίν. Ο Καρυωτάκης, όπως και οι υπόλοιποι ποιητές της γενιάς του ’20, οι νικημένοι της ζωής, όπως δήλωναν οι ίδιοι, γύρισε την πλάτη στις μεγαλόπνοες αφηγήσεις της παλαμικής ποίησης περί αναγέννησης του έθνους. Είχαν προηγηθεί άλλωστε οι Βαλκανικοί Πόλεμοι, ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος, ο Εθνικός Διχασμός, η κατάρρευση της Μεγάλης Ιδέας, η Μικρασιατική Καταστροφή, το προσφυγικό ζήτημα και κυβερνήσεις ανίκανες να αναστήσουν την τραυματισμένη Ελλάδα.

Το εθνικό όραμα και τα ιδανικά λοιπόν παραχώρησαν τη θέση τους στις διαψευσμένες εθνικές ελπίδες. Μέσα σε αυτό το ζοφερό πολιτικό αλλά και κοινωνικό κλίμα με την ανεργία και τις άθλιες εργασιακές συνθήκες να πρωταγωνιστούν ο Καρυωτάκης στράφηκε προς το άτομο και τη διερεύνηση των δυνατοτήτων της ποιητικής τέχνης. Επηρεασμένος από το γαλλικό συμβολισμό και υιοθετώντας μία βαθιά ειρωνική και σαρκαστική στάση συνέθεσε ποιήματα, στα οποία κυριαρχούν ο πόνος, η μελαγχολία και το αίσθημα της παραίτησης, του ανικανοποίητου, της διάλυσης και του αδιεξόδου.

Αποξενωμένος από όλους και από όλα, απροστάτευτος απέναντι στην πραγματικότητα και απαισιόδοξος για το μέλλον επεδίωξε τη φυγή μέσα από την ποίηση, «το καταφύγιο που φθονούμε», όπως τη βάφτισε στο σονέτο «Είμαστε κάτι». Όπως μαρτυρούν όμως οι ίδιοι οι στίχοι του, ο Καρυωτάκης δεν κατάφερε μέσα από τον  ποιητικό του λόγο να κατακτήσει το ιδεατό που θα τον ολοκλήρωνε και θα τον λύτρωνε και έμεινε να αιωρείται ανάμεσα στην πραγματικότητα και το φαντασιακό. 

Το 1928 απογοητευμένος από την κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα της Ελλάδας, προσβεβλημένος από τη σύφιλη, δυσαρεστημένος με τη δημοσιοϋπαλληλική του καριέρα και τη μονότονη επαρχιακή ζωή και πληγωμένος από τον έρωτά του για την επίσης ποιήτρια Μαρία Πολυδούρη αποφάσισε να τερματίσει τη ζωή του.

Στις 21 Ιουλίου 1928, και αφού την προηγουμένη είχε αποπειραθεί μάταια να αυτοκτονήσει βουτώντας στη θάλασσα, ο Κώστας Καρυωτάκης φύτευσε μία σφαίρα στην καρδιά του με ένα περίστροφο τύπου Pieper Bayard 9 χλστ. βάζοντας έτσι πρόωρο τέλος στη δυσβάσταχτη, όπως τη θεωρούσε, ζωή του και στερώντας από την ελληνική λογοτεχνία έναν σπουδαίο ποιητή και πεζογράφο. Στην τσέπη του σακακιού του βρέθηκε μία αποχαιρετιστήρια επιστολή που γνωστοποιούσε τους λόγους που τον οδήγησαν στην αυτοκτονία:

Είναι καιρός να φανερώσω την τραγωδία μου. Το μεγαλύτερο μου ελάττωμα στάθηκε η αχαλίνωτη περιέργειά μου, η νοσηρή φαντασία και η προσπάθειά μου να πληροφορηθώ για όλες τις συγκινήσεις, χωρίς τις περισσότερες να μπορώ να τις αισθανθώ. Τη χυδαία, όμως, πράξη που μου αποδίδεται τη μισώ. Εζήτησα μόνο την ιδεατή ατμόσφαιρά της, την έσχατη πικρία. Ούτε είμαι ο κατάλληλος άνθρωπος για το επάγγελμα εκείνο. Ολόκληρο το παρελθόν μου πείθει γι αυτό. Κάθε πραγματικότης  μου είναι αποκρουστική. Είχα τον ίλιγγο του κινδύνου. Και τον κίνδυνο που ήρθε τον δέχομαι με πρόθυμη καρδιά. Πληρώνω για όσους, καθώς εγώ, δεν έβλεπα κανένα ιδανικό στη ζωή τους, έμειναν πάντα έρμαια των δισταγμών τους ή εθεώρησαν την ύπαρξή τους παιχνίδι χωρίς ουσία. Τους βλέπω να έρχονται ολοένα περισσότεροι μαζί με τους αιώνες. Σ’ αυτούς απευθύνομαι. Αφού εδοκίμασα όλες τις χάρες!!! είμαι έτοιμος για έναν ατιμωτικό θάνατο. Λυπούμαι τους δυστυχισμένους γονείς μου, λυπούμαι τα αδέλφια μου. Αλλά φεύγω με το μέτωπο ψηλά. Ήμουν άρρωστος. Σας παρακαλώ να τηλεγραφήσετε, για να προδιαθέση την οικογένειά μου, στο θείο μου Δημοσθένη Καρυωτάκη, οδός Μονής Προδρόμου, πάροδος Αριστοτέλους, Αθήνας.

Υ. Γ. Και για ν’ αλλάξουμε τόνο. Συμβουλεύω όσους  ξέρουν κολύμπι να μην επιχειρήσουνε ποτέ να αυτοκτονήσουν δια θαλάσσης. Όλη νύχτα απόψε, επί δέκα ώρες εδερνόμουν με τα κύματα. Ήπια άφθονο νερό, αλλά κάθε τόσο, χωρίς να καταλάβω πώς, το στόμα μου ανέβαινε στην επιφάνεια. Ορισμένως, κάποτε, όταν μου δοθεί η ευκαιρία, θα γράψω τις  εντυπώσεις ενός πνιγμένου.   

5 ποιήματα του Κώστα Καρυωτάκη:

Μπαλάντα στους άδοξους ποιητές των αιώνων

Από θεούς και ανθρώπους μισημένοι,
σαν άρχοντες που εξέπεσαν πικροί,
μαραίνονται οι Βερλέν· τους απομένει
πλούτος η ρίμα πλούσια και αργυρή.
Οι Ουγκό με «Τιμωρίες» την τρομερή
των Ολυμπίων εκδίκηση μεθούνε.
Μα εγώ θα γράψω μια λυπητερή
μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι που ‘ναι.

Αν έζησαν οι Πόε δυστυχισμένοι,
και αν οι Μποντλέρ εζήσανε νεκροί,
η Αθανασία τους είναι χαρισμένη.
Κανένας όμως δεν ανιστορεί
και το έρεβος εσκέπασε βαρύ
τους στιχουργούς που ανάξια στιχουργούνε.
Μα εγώ σαν προσφορά κάνω ιερή
μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι που ‘ναι.

Του κόσμου η καταφρόνια τους βαραίνει
κι αυτοί περνούνε αλύγιστοι και ωχροί,
στην τραγική απάτη τους δοσμένοι
που κάπου πέρα η Δόξα καρτερεί,
παρθένα βαθυστόχαστα ιλαρή.
Μα ξέροντας πως όλοι τους ξεχνούνε,
νοσταλγικά εγώ κλαίω τη θλιβερή
μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι που ‘ναι.

Και κάποτε οι μελλούμενοι καιροί:
«Ποιος άδοξος ποιητής» θέλω να πούνε
«την έγραψε μιαν έτσι πενιχρή
μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι που ‘ναι;»

˜

Yστεροφημία

Tο θάνατό μας χρειάζεται η άμετρη γύρω φύση
και τον ζητούν τα πορφυρά στόματα των ανθών.
Aν έρθει πάλιν η άνοιξη, πάλι θα μας αφήσει,
κι ύστερα πια μήτε σκιές δεν είμεθα σκιών.

Tο θάνατό μας καρτερεί το λαμπρό φως του ηλίου.
Tέτοια θα δούμε ακόμη μια δύση θριαμβική,
κι ύστερα φεύγουμεν από τα βράδια του Aπριλίου,
στα σκοτεινά πηγαίνοντας βασίλεια πέρα κει.

Mόνο μπορεί να μείνουνε κατόπι μας οι στίχοι,
δέκα μονάχα στίχοι μας να μείνουνε, καθώς
τα περιστέρια που σκορπούν οι ναυαγοί στην τύχη,
κι όταν φέρουν το μήνυμα δεν είναι πια καιρός.

˜

Αισιοδοξία

Aς υποθέσουμε πως δεν έχουμε φτάσει
στο μαύρο αδιέξοδο, στην άβυσσο του νου.
Aς υποθέσουμε πως ήρθανε τα δάση
μ’ αυτοκρατορικήν εξάρτυση πρωινού
θριάμβου, με πουλιά, με το φως τ’ ουρανού
και με τον ήλιον όπου θα τα διαπεράσει.

Aς υποθέσουμε πως είμαστε εκειπέρα,
σε χώρες άγνωστες της Δύσης, του Bορρά·
ενώ πετούμε το παλτό μας στον αέρα,
οι ξένοι βλέπουνε περίεργα, σοβαρά.
Για να μας δεχτεί κάποια λαίδη τρυφερά,
έδιωξε τους υπηρέτες της ολημέρα.

Aς υποθέσουμε πως του καπέλου ο γύρος
άξαφνα εφάρδυνε, μα εστένεψαν, κολλούν
τα παντελόνια μας, και, με του πτερνιστήρος
το πρόσταγμα, χιλιάδες άλογα κινούν.
Πηγαίνουμε -σημαίες στον άνεμο χτυπούν-
ήρωες σταυροφόροι, σωτήρες του Σωτήρος.

Aς υποθέσουμε πως δεν έχουμε φτάσει
από εκατό δρόμους τα όρια της σιγής,
κι ας τραγουδήσουμε, το τραγούδι να μοιάσει
νικητήριο σάλπισμα, ξέσπασμα κραυγής-
τους πυρρούς δαίμονες, στα έγκατα της γης,
και, ψηλά, τους ανθρώπους να διασκεδάσει.

˜

Πρέβεζα

Θάνατος είναι οι κάργιες που χτυπιούνται
στους μαύρους τοίχους και στα κεραμίδια,
θάνατος οι γυναίκες που αγαπιούνται
καθώς να καθαρίζανε κρεμμύδια.

Θάνατος οι λεροί κι ασήμαντοι δρόμοι,
με τα λαμπρά μεγάλα ονόματά τους,
ο ελαιώνας γύρω η θάλασσα κι ακόμη
ο ήλιος θάνατος μες στους θανάτους.

Θάνατος ο αστυνόμος που διπλώνει
για να ζυγίσει μια «ελλιπή» μερίδα,
θάνατος τα ζουμπούλια στο μπαλκόνι
κι ο δάσκαλος με την εφημερίδα.

Βάσις, Φρουρά, Εξηκονταρχία Πρεβέζης.
Την Κυριακή θ’ ακούσουμε την μπάντα.
Επήρα ένα βιβλιάριο τραπέζης,
πρώτη κατάθεσης δραχμαί τριάντα.

Περπατώντας αργά στην προκυμαία,
«υπάρχω;» λες, κι ύστερα: «δεν υπάρχεις!»
Φτάνει το πλοίο. Yψωμένη σημαία.
Ίσως έρχεται ο κύριος Νομάρχης.

Αν τουλάχιστον, μέσα στούς ανθρώπους
αυτούς, ένας επέθαινε από αηδία…
Σιωπηλοί, θλιμμένοι, με σεμνούς τρόπους,
θα διασκεδάζαμε όλοι στην κηδεία.

˜

Είμαστε κάτι…

Είμαστε κάτι ξεχαρβαλωμένες
κιθάρες. Ο άνεμος, όταν περνάει,
στίχους, ήχους παράφωνους ξυπνάει
στις χορδές που κρέμονται σαν καδένες.

Είμαστε κάτι απίστευτες αντένες.
Υψώνονται σα δάχτυλα στα χάη,
στην κορυφή τους τ’ άπειρο αντηχάει,
μα γρήγορα θα πέσουνε σπασμένες.

Είμαστε κάτι διάχυτες αισθήσεις,
χωρίς ελπίδα να συγκεντρωθούμε.
Στα νεύρα μας μπερδεύεται όλη η φύσις.

Στο σώμα, στην ενθύμηση πονούμε.
Μας διώχνουνε τα πράγματα, κι η ποίησις
είναι το καταφύγιο που φθονούμε.