Κείμενο: Αναστασία Σταθά

Αιρετικός, ανένταχτος και αντισυμβατικός, ο Κώστας Ταχτσής γεννήθηκε στις 8 Οκτωβρίου του 1927 στη Θεσσαλονίκη. Σε ηλικία μόλις 7 ετών μετά τον χωρισμό των γονιών του, αναγκάστηκε να εγκατασταθεί στην Αθήνα μαζί με τη γιαγιά του, «μια βασανισμένη, μισότρελη γιαγιά που διαμόρφωσε καθοριστικά τον ψυχισμό μου», όπως είχε ο ίδιος δηλώσει.

Ο Ταχτσής σημάδεψε τη μεταπολεμική λογοτεχνία με το εμβληματικό Τρίτο Στεφάνι αλλά η εμφάνισή του στα γράμματα σημειώθηκε μία δεκαετία σχεδόν πριν την κυκλοφορία του μοναδικού και ημι-αυτοβιογραφικού του μυθιστορήματος. Το 1951 κυκλοφόρησε η ποιητική του συλλογή «Ποιήματα» και ακολούθησε η δεύτερη με τίτλο «Μικρά Ποιήματα» το 1952, συλλογές που αποκήρυξε μετά από χρόνια.

Μέχρι το 1956  κυκλοφόρησαν άλλες τρεις ποιητικές συλλογές («Περί ώραν δωδεκάτην», «Η συμφωνία του Μπραζίλιαν» και «Καφενείον Το Βυζάντιον».) Έκτοτε εγκατέλειψε την ποίηση και στράφηκε στην πεζογραφία για να καθιερωθεί εντέλει ως ένας από τους κορυφαίους μεταπολεμικούς λογοτέχνες. Ενώ έκανε τον γύρο της Ευρώπης, άρχισε να γράφει το Τρίτο Στεφάνι, το οποίο ολοκλήρωσε στην Αυστραλία. Όταν το πρότεινε σε διάφορους εκδότες, αυτό απορρίφθηκε ως ακατάλληλο και τελικά αναγκάστηκε να το εκδώσει ο ίδιος με δικά του έξοδα το 1962.

Χρειάστηκε όμως να περάσουν αρκετά χρόνια για να φτάσει το βιβλίο στο κοινό. Επί χούντας, το 1970, και ενώ είχε ήδη μεταφραστεί στα γαλλικά το 1967 και στα αγγλικά το 1968, το Τρίτο Στεφάνι  κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Ερμής και άρχισε να γίνεται γνωστό μέσα από τις φυλακές και τους πολιτικούς κρατουμένους, οι γυναίκες των οποίων αναζητούσαν ευχάριστα και διασκεδαστικά βιβλία για τους άντρες τους.

Εμπνεόμενος από τις περιπέτειες της οικογένειάς του και από τη θεία του, την Εκάβη, και τη γιαγιά του, την Πολυξένη, έθεσε στο επίκεντρο δύο λαϊκές  γυναίκες, τη Νίνα και την Εκάβη, που μέσα από τους συνεχείς και οριακά θεατρικούς μονολόγους τους αφηγούνται τη ζωή τους με φόντο την ιστορία της νεότερης Ελλάδας. Για πρώτη φορά στη νεοελληνική λογοτεχνία το ενδιαφέρον ενός μυθιστορήματος απομακρύνθηκε από τις μεγαλόπνοες αφηγήσεις και στράφηκε γύρω από τη νοοτροπία του μικροαστισμού.

Παντρεύοντας αριστοτεχνικά στο έργο του αυτό ο Ταχτσής το κωμικό με το δραματικό, τον ρεαλισμό με τον λυρισμό ύμνησε τα καθημερινά και μικρά πράγματα. Όπως χαρακτηριστικά επεσήμανε ο συγγραφέας και κριτικός λογοτεχνίας Δημοσθένης Κούρτοβικ:

«Όταν γραφόταν αυτό το βιβλίο, η μικροαστική πραγματικότητα δεν είχε ακόμα εμπεδωθεί στη συνείδηση των πολλών. Αργότερα, εκατομμύρια Έλληνες μπορούσαν να αναγνωρίσουν τον εαυτό τους στις σελίδες του. Ήταν η πρώτη φορά που αυτό το χαρακτηριστικότερο φαινόμενο της κοινωνικής ζωής αυτής εδώ της χώρας μετά το 1920 έγινε το κεντρικό θέμα ενός μυθιστορήματος, ενώ ως τότε η λογοτεχνία το είχε αγνοήσει».

Ενέταξε, επίσης, όπως κανείς άλλος, τον προφορικό λόγο στο πεζό του κείμενο εμμένοντας στη χρήση της διπλής πρωτοπρόσωπης αφήγησης. Σύμφωνα μάλιστα με τον Μένη Κουμανταρέα: «Ποτέ πριν στη νεοελληνική λογοτεχνία ένα μυθιστόρημα δεν χρησιμοποίησε την προφορικότητα στη γραφή και το καθημερινό ιδιόλεκτο μιας τάξης. Ο Ταχτσής είναι ο πρώτος που έκανε ύφος τη γλώσσα των μικροαστών».

Ο Έλληνας δημιουργός παρέμεινε στον χώρο της πεζογραφίας μέχρι το τέλος της ζωής του. Τη συγγραφή του Τρίτου Στεφανιού ακολούθησε η δημοσίευση στο περιοδικό Πάλι μίας σειράς διηγημάτων, ενός «μυθιστορήματος-αλυσίδας», όπως ο ίδιος το βάφτισε, αλλά και η κυκλοφορία αυτοβιογραφικών κειμένων.

Στις 25 Αυγούστου του 1988 σε ηλικία 61 ετών ο Κώστας Ταχτσής δολοφονήθηκε κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες. Το έγκλημα παραμένει ανεξιχνίαστο μέχρι και σήμερα. Μετά τον θάνατό του, το Τρίτο Στεφάνι συνέχισε τη δυναμική του πορεία και μεταφέρθηκε στην τηλεόραση σε σκηνοθεσία του Γιάννη Δαλιανίδη τη σεζόν 1995-1996 και στο θέατρο σε διασκευή του Σταμάτη Φασουλή το 2009 και του Κωνσταντίνου Μαρκουλάκη το 2020. Η άποψη άλλωστε, του ίδιου του συγγραφέα ότι το Τρίτο Στεφάνι «είναι αρχετυπικό. Εκφράζει και θα εκφράζει για πολύ καιρό ακόμα τον ψυχισμό του Έλληνα» εξηγεί απόλυτα τη διαχρονική του επιτυχία.

Αν και γεννημένος το 1927, ο Ταχτσής υπήρξε ιδιαίτερα πρωτοπόρος για τα δεδομένα της εποχής του με τη λογοτεχνική και προσωπική του διαδρομή να φαντάζει επίκαιρη ακόμα και σήμερα. Δεν δίστασε να μιλήσει ανοιχτά για την ομοφυλοφιλία του και να συγκρουστεί με τη συντηρητική ελληνική κοινωνία προασπιζόμενος θέσεις προκλητικές για την τότε κοινή γνώμη.  Δημιούργησε και έζησε, όπως εκείνος επιθυμούσε, απορρίπτοντας τις συμβάσεις και γυρνώντας την πλάτη στο κοινωνικό και πνευματικό κατεστημένο.