Η αρχή της όγδοης δεκαετίας του Θεάτρου Τέχνης γίνεται δίνοντας βήμα έκφρασης σε καταξιωμένους Έλληνες συγγραφείς. Οκτώ σύγχρονα ελληνικά έργα -διάρκειας μιας ώρας-, εμπνευσμένα από τη γύρω μας πραγματικότητα, γράφτηκαν αποκλειστικά για να φιλοξενηθούν στο Υπόγειο. Το ελculture σε συνεργασία με το Θέατρο Τέχνης προδημοσιεύει αποσπάσματα από τα θεατρικά έργα.

Το «Όλη η Πόλη το Κουβεντιάζει» των Αντώνη και Κωνσταντίνου Κούφαλη είναι ένα “Ταξίδι στη καρδιά του σκότους”…Ένα άνισο παιχνίδι με ανόμοιους παίκτες που οδηγούνται στη συντριβή όταν συγκρούονται με τους “Φορείς”…Η νίκη είναι μόνο γι’ αυτούς που τη διεκδικούν δίχως έλεος.

ΑΓΟΡΙ. (Στη γυναίκα) Έτσι έγινε ;

ΓΥΝΑΙΚΑ. Έτσι. Κι αμέσως το σπίτι έλαμψε. Έγινε ξανά ο άντρας που αγάπησε. Την πρόσεχε, της μίλαγε, την έπαιρνε από το χέρι και βγαίνανε το σούρουπο βόλτα κι όλο ρωτούσε πότε και πότε.

ΚΟΡΙΤΣΙ. Και δεν το κατάλαβε ;

ΓΥΝΑΙΚΑ. Είχε λίγη κοιλίτσα από την πρώτη εγκυμοσύνη και δεν ανησυχούσε. Έπειτα, κατά καιρούς, προμηθευόταν ‘Εμετική τρίχα’ από το φαρμακείο για να ξερνάει μπροστά του. Όταν ‘βάρυνε’ έσερνε το βήμα της κι όταν ‘κλωτσούσε’ το μωρό στήριζε τη μέση της. Ούτε στον υπέρηχο την συνόδευσε, ούτε το φύλο του μωρού μάθανε γιατί εκείνη το θεωρούσε γρουσουζιά. Ώσπου στο τέλος ο άντρας πείστηκε και υποχώρησε. Φρόντισε μόνο να βάψει γαλάζιο το παιδικό δωμάτιο…Το ήθελε αγόρι…(Παύση)

ΑΓΟΡΙ. (Περιπαιχτικά) Κι εγώ αγόρι θέλω.

ΚΟΡΙΤΣΙ. Σκάσε.

ΓΥΝΑΙΚΑ. (Δεν τους ακούει. Συνεχίζει βυθισμένη στις σκέψεις της)

Το μαρτύριο ξανάρχισε όταν προσδιόρισε τη μέρα της γέννας. Ο πανικός την διέλυσε το ίδιο με τη χαρά του. Δεν κρατιόταν, «Άντε» και «Άντε» και μαζί μ’ αυτόν κι όλο του το σόι.. «Με το καλό, γερό παιδί κι ότι θέλει ας είναι.. Του Θεού δουλειές». Θα γεννούσε με καισαρική, δεν πήγαινε στα ζόρια. Στο ίδιο νοσοκομείο που είχε πρωτοπάει. Το είχε επισκεφθεί αρκετές φορές και ήξερε τα κατατόπια. (Παύση…Ανάβει τσιγάρο, τραβάει δυο, τρεις ρουφηξιές και το σβήνει )
Μπήκε βραδάκι. Μόνη της. Το μαιευτήριο είχε κόσμο. Κάθισε, ήπιε ένα καφέ και είπε να ηρεμήσει, να σκεφτεί. Όλα τέλειωσαν. Είχε περάσει η μέρα του υποτιθέμενου τοκετού κι εκείνος ανησυχούσε. «Θα σκάσει το μωρό, τι σου λέει ο γιατρός; Γιατί δεν τον παίρνεις τηλέφωνο;». Ένοιωθε αφόρητη πίεση. Μάζεψε δυο τρία ρούχα τα έριξε στη τσάντα της κι όταν εκείνος έλειψε, έφυγε από το σπίτι.
Του τηλεφώνησε αργότερα.

«Είμαι νοσοκομείο, δεν θέλω να έρθεις. Είμαι καλά, όλα πάνε καλά. Να γεννήσω πρώτα κι ύστερα έλα». (Παύση)...Νύχτωσε. Οι επισκέπτες αραίωσαν. Αυτή και τρεις άντρες που ξεφυσούσαν καπνίζοντας. ‘Καλή λευτεριά’ της ευχήθηκαν και χαμογέλασε. Ύστερα, μπήκε στο θάλαμο. Ησυχία…Οι λεχώνες σε τρίκλινα και τα μωρά δίπλα τους στις μικρές κουνουπιέρες. Ούτε νοσηλεύτριες, ούτε συγγενείς. Δεν ήξερε πόση ώρα μπαινόβγαινε, δεν θυμάται. Είχε σκοτεινιάσει για τα καλά. Πλησίασε στο κρεβάτι που είδε μπροστά της κι έσκυψε πάνω από την τυχερή μάνα. Έφεγγε μ’ ένα φως που μόνο όσες γέννησαν το είδαν κι είχε απλώσει το χέρι της σαν δίχτυ πάνω από τη κούνια.
«Πού πας ; Τι κάνεις ; Θα σε πιάσουν και χάθηκες». Δεν είχε μυαλό, δεν την ένοιαζε τίποτα. Ένα μωρό λαχταρούσε, το βρήκε μπροστά της και το πήρε. Το σήκωσε με προσοχή, το έβαλε στη τσάντα της και βγήκε από το μαιευτήριο χωρίς να τη σταματήσει κανείς…(Παύση) Έξω ψιχάλιζε, έκανε κρύο. Άνοιξε την μπλούζα της κι έκρυψε το μωρό της μέσα. Μπήκε στο απέναντι παρκάκι, βρήκε μια γωνιά να μη βρέχεται κι άναψε τσιγάρο. Θα πρέπει να κοιμήθηκε γιατί όταν άνοιξε τα μάτια της ξημέρωνε.. Περιπλανήθηκε μέχρι που χάραξε ύστερα πήρε ταξί και πήγε σπίτι. Τρελάθηκε όταν την είδε.
«Πώς είναι δυνατόν; Αποκλείεται».
«Αφού ξέρεις, δεν μπορώ τα νοσοκομεία. Είχα λίγο αίμα και φοβήθηκα μη με κρατήσουν. Το έσκασα πριν ξημερώσει. Σήκω και πάνε στο εφημερεύον. Φέρε γάλα και πάνες. Το στήθος μου τραβάει, δεν κατέβασα σταγόνα».
Έφυγε και ξαναγύρισε με τους δικούς του να ταΐσουν το μωρό, να το κάνουν μπάνιο, να το κοιμίσουν στην κούνια του αγέννητου παιδιού της…(Παύση)

Ήταν περασμένες δώδεκα όταν χτύπησαν την πόρτα. Κατάλαβε πως ήταν οι μπάτσοι. Μαζί τους κι ένα ζευγάρι πρόσφυγες, άθλιοι, ταλαιπωρημένοι, που έκλαιγαν κι εκλιπαρούσαν φιλώντας της τα χέρια.

ΚΟΡΙΤΣΙ. Πρόσφυγες ; (Η γυναίκα κουνάει καταφατικά το κεφάλι)
Και τι γλώσσα μιλούσαν ;

Η συνέχεια του έργου «Όλη η πόλη το κουβεντιάζει» επί σκηνής : Κάθε Δευτέρα και Τρίτη στις 22.30 από 14 Οκτωβρίου στο Υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης.
Συγγραφείς: Αντώνης και Κωνσταντίνος Κούφαλης, Σκηνοθεσία: Θόδωρος Γράμψας, Σκηνικός χώρος-Ενδυματολογική επιμέλεια: Κατερίνα Σωτηρίου, Μουσική-Μουσική επιμέλεια: Λεωνίδας Μαριδάκης
Παίζουν: Λουκία Πιστιόλα, Νίκος Αρβανίτης, Ιωάννα Κανελλοπούλου, Αυγουστίνος Κούμουλος, Διάρκεια 60΄χωρίς διάλειμμα