Η εικόνα που είχα για την επταετή περίοδο της δικτατορίας ήταν πάνω κάτω αυτή του μέσου πολίτη, που έχει γεννηθεί μετά το 1974.

Ψάχνοντας το υλικό πριν και κατά τη διάρκεια γραψίματος του Κουμ κουάτ, βρεθήκαμε αντιμέτωποι με μια σειρά γεγονότων και καταστάσεων που ξεπερνούσαν το φάσμα της αναξιοκρατίας, φόβου και γελοιότητας που περίπου υποψιαζόμασταν.

Σταχυολογώντας μερικά από όσα μου έκαναν μεγαλύτερη εντύπωση, σημειώνω τα εξής:

Ο «νομιμόφρων πολίτης», εξωραϊσμένος όρος ενός εργαστηριακού κατασκευάσματος δήθεν ιδανικού πολίτη, έγινε ο Έλληνας Άριος. Ένας πολίτης που κοίταζε τη δουλειά του, δεν εναντιωνόταν σε οποιαδήποτε απόφαση άλλαζε την καθημερινότητά του και θα μπορούσε να επιβραβευθεί ηθικά και ίσως πρακτικά, αν ήταν πρόθυμος να δώσει πληροφορίες για τους υπόλοιπους συμπολίτες του. Ο χαφιεδισμός φούντωσε.

Η προσπάθεια ενεργοποίησης συλλογικών αντανακλαστικών, μέσω της υστερικής επίκλησης των όρων πατρίδα, θρησκεία και οικογένεια, οδηγούσε σε κωμικές σήμερα, αλλά απολύτως επικίνδυνες τότε στιγμές κυνηγιού μαγισσών («Οι Μπητλς και οι μπήτνικ, προϊόντα του τεντυμποϊσμού, δεν έχουν θέση στην Ελλάδα.» )

Περιστατικά θαυμάτων και νεοφανών αγίων πλήθαιναν συνεχώς.

Πελεκάνοι έκαναν ευρωπαϊκή περιοδεία για την «προώθηση του ελληνικού τουρισμού».

Τα γυναικεία τζιν παντελόνια μπήκαν στο στόχαστρο, ως πιθανή ένδειξη λεσβιάζουσας τάσης.

Το ελληνικό ήθος έπρεπε να διασφαλιστεί με κάθε θυσία, από τις ξενόφερτες απόπειρες εκμαυλισμού του. Το 1970, πραγματοποιήθηκαν μπλόκα στους κινηματογράφους και τα μπιλιαρδάδικα, για να συλληφθούν και αργότερα οδηγηθούν σε αστυνομικά τμήματα και κουρευτούν με την ψιλή, όσοι είχαν μακριά μαλλιά.

Η λογοκρισία έβρισκε παντού κρυμμένες απόπειρες ανατροπής του καθεστώτος. Οι δημιουργοί έγιναν επινοητικοί. Αγαπημένοι λαοφιλείς τραγουδιστές συνέπλευσαν με το καθεστώς και τραγούδησαν σε φιέστες. Οι γιορτές «πολεμικής αρετής» στο Καλλιμάρμαρο έγιναν σημείο αναφοράς του χουντικού κιτς.

Οι ηθικοί και άσπιλοι στυλοβάτες και παρατρεχάμενοι του καθεστώτος, που τόσο πολύ κόπτονταν για την ανόρθωση της Ελλάδας, είχαν κυριολεκτικά πλιατσικολογήσει δημόσιους πόρους και ταμεία. Οι τρόποι που ανακάλυπταν κάθε φορά ήταν πραγματικά εφευρετικοί. Τα σκάνδαλα των σάπιων κρεάτων Αργεντινής και Ροδεσίας, οι απευθείας αναθέσεις έργων και η με σκανδαλώδη τρόπο ελαχιστοποίηση της φορολόγησης των εφοπλιστών, δεν μπορούν να φτάσουν στο ελάχιστο την εφευρετικότητα της υφαρπαγής των χρημάτων που συγκεντρώθηκαν για το «Τάμα του Έθνους». Ο Παπαδόπουλος θυμήθηκε ότι το 1829, η Δ’ Εθνοσυνέλευση είχε υποσχεθεί στον Θεό, την ανέγερση ναού σε ένδειξη ευγνωμοσύνης για την απελευθέρωση, που όπως έγραψε η Ηχώ των Ενόπλων Δυνάμεων, θα ήταν «το τρίτο αρχιτεκτονικό οικοδόμημα των Αθηνών μετά τον κλασικό Παρθενώνα και τον Βυζαντινό Λυκαβηττό». Τράπεζες, επιχειρήσεις, φορείς και ιδιώτες, συνεισφέρουν εκούσια ή αναγκαστικά 453,3 εκατομμύρια δραχμές. Τα 403 από αυτά, εξανεμίστηκαν σε μελέτες, επαίνους σε αρχιτεκτονικά γραφεία και προπαρασκευαστικά έργα. Ο μεγαλοπρεπής Ναός του Σωτήρος στα Τουρκοβούνια δεν κατασκευάστηκε ευτυχώς ποτέ.

Η Ένωση Ελλήνων Εφοπλιστών ανακήρυξε τον δικτάτορα Γεώργιο Παπαδόπουλο, ισόβιο επίτιμο πρόεδρό της, αναγνωρίζοντας τις υπηρεσίες του προς τους Έλληνες πλοιοκτήτες.

Η αναθεώρηση των κανονισμών που αφορούσαν στα μέτρα ασφαλείας των εργοστασίων και στην πραγματικότητα σχεδόν εκμηδένιση των εργοδοτικών ευθυνών, οδήγησαν σε πολλαπλασιασμό των εργατικών ατυχημάτων. Την επταετία 1968-1974, έχασαν τη ζωή τους 818 άνθρωποι, ενώ 500-600 ακρωτηριάζονταν ανά έτος.

Το αφήγημα των σωτήρων του έθνους, που άσπιλοι και αμόλυντοι προσπάθησαν να αναγεννήσουν τη χώρα, συνεχίζει για κάποιους να υφίσταται.

Info:

Ο Γιάννης Καλαβριανός σκηνοθετεί το Κουμ-κουάτ, μία κωμωδία, το κείμενο της οποίας υπογράφει με τη Μαρία Κοσκινά. Το έργο παίζεται στην Κεντρική Σκηνή του Θεάτρου του Νέου Κόσμου. 

Στην υπόθεση, βρισκόμαστε εν μέσω της δικτατορίας στην Ελλάδα, την Κυριακή του Πάσχα, 9 Απριλίου 1972. Ένα ζευγάρι λέει ψέματα, για να μην αναγκαστεί να ξαναπάει στο χωριό. Και ενώ πιστεύουν πως τα έχουν καταφέρει να μείνουν έστω και για μία ημέρα μόνοι, αρχίζουν να καταφθάνουν πρώην εραστές, χουντικοί, ένα τάγμα φαντάρων με σούβλες και αρνιά και μία αγάπη από το παρελθόν. Δύο ηθοποιοί, ο Γιώργος Γλάστρας και η Μαρία Κοσκινά υποδύονται όλους τους χαρακτήρες, πραγματοποιώντας επί σκηνής αστραπιαίες ολικές μεταμορφώσεις σε μία φάρσα απολύτως χορογραφημένου ρυθμού και ιδιάζουσας κατασκευής, για μία εποχή που υπήρξε εξίσου αστεία όσο και επικίνδυνη.