Αν ψάχναμε να βρούμε ένα από τα παράπλευρα οφέλη της κρίσης στον τομέα του πολιτισμού, τότε σίγουρα θα ήταν ότι ηθοποιοί και σκηνοθέτες -δύο κλάδοι που ούτως ή άλλως δεν επαναπαύονται επαγγελματικά- οπλίστηκαν με ακόμα μεγαλύτερη ευρηματικότητα και προσαρμοστικότητα. Και μόνο ο προσωρινός(;) «θάνατος» της εγχώριας τηλεοπτικής παραγωγής, που για χρόνια λειτουργούσε ως το μεγάλο χωνευτήρι για εκατοντάδες ηθοποιούς, μοιραία τους έστρεψε στις θεατρικές τους ρίζες, ευνοώντας τη θεατρική ακμή που βιώνουμε. Ταυτόχρονα, όμως, άνοιξε τις κεραίες τους και σε κάθε άλλη μορφή έκφρασης που θα μπορούσε να ικανοποιήσει τις εσωτερικές τους ανάγκες ή να τους προσφέρει μόνο τα προς το ζην. (Δεν είναι λίγες οι φορές, για παράδειγμα, που είδαμε τα τελευταία χρόνια ακόμη και καταξιωμένους ηθοποιούς να συμμετέχουν σε μουσικά σχήματα ή σε τηλεοπτικά σόου.) Αυτή η δεξαμενή, που και στο παρελθόν διοχέτευε πού και πού πρόθυμο «προσωπικό» από τον έναν τομέα στον άλλο, τώρα φαίνεται να έχει ανοίξει για τα καλά και για όλους. Κι έτσι πλέον ηθοποιοί, σκηνοθέτες, χορογράφοι, αλλά και άλλοι πληγέντες της κρίσης (τραγουδιστές, παρουσιαστές, «celebrities») μοιράζονται από το ίδιο μεγάλο κομμάτι που λέγεται «θέαμα» αλλάζοντας ρόλους ανάλογα με τις ανάγκες, ενώ το θέατρο φαίνεται να αποδεικνύεται εξόχως δελεαστικό για όλους.

Το θέατρο, όμως, ως ζωντανή τέχνη, που γεννιέται, ανασαίνει και διαμορφώνεται παράλληλα με την κοινωνία, είναι αυτονόητο ότι ανοίγει διάλογο μαζί της – ό,τι διάλογος κι αν είναι αυτός. Ειδικά σε συνθήκες οριακές σαν αυτές που ζούμε, το θέατρο δεν είναι -και δεν μπορεί να είναι- μονάχα ένα μέσο ψυχαγωγίας, ή γενικά κι αόριστα μία εκ των μορφών τέχνης, αλλά ένας πολιτιστικός δέκτης των γύρω συνθηκών και ταυτόχρονα πομπός της δικής του θέσης απέναντι σε αυτές. Το θέατρο, με λίγα λόγια, είναι «πολιτική» πράξη, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ο όρος (πρέπει να) ταυτίζεται απαραίτητα με έννοιες όπως «πολιτικό θεάτρο», «θέατρο προπαγάνδας» κ.ο.κ. Από το ρεπερτόριο που επιλέγει ένας θίασος, τον άξονα που διέπει τις επιλογές του, την αισθητική που τις χαρακτηρίζει, τους στόχους που θέτει, συνάγονται συμπεράσματα σχετικά με το βαθμό αλληλεπίδρασής του με την κοινωνική πραγματικότητα.

Μάλιστα, ακόμη και τα εμφανώς «απολιτίκ» θεάματα καταθέτουν στην πραγματικότητα πολιτικό statement. Το να δημιουργείς, δηλαδή, «θέατρο φυγής» εν μέσω τέτοιων εποχών δηλώνει αντίστοιχα μια στάση απέναντι στα ερεθίσματα που δέχεσαι, μια πρόταση σχετικά με το ρόλο που επιθυμείς να διαδραματίσεις. Το μοντέλο «παραστάσεις ελαφριάς ψυχαγωγίας» και «φαντασμαγορικά (μουσικοχορευτικά) θεάματα» -όχι μόνο δεν έσβησε, αλλά γιγαντώνεται με την πάροδο του χρόνου- δηλώνει τη δική του άποψη για το ρόλο του θεάτρου, που το θέλει συνδεδεμένο με την πραγματικότητα μόνο στο βαθμό που προσφέρει στους θεατές καταφύγιο δύο ωρών από αυτήν, κάποιες φορές με έργα ενός επιδερμικού κοινωνικού προβληματισμού (για να τηρούνται τα προσχήματα;).

Όλες οι παραπάνω σκέψεις προέκυψαν διαβάζοντας τον προγραμματισμό της σεζόν 2013-14 που εξήγγειλαν μερικά από τα «δυνατά» εμπορικά ονόματα της θεατρικής Αθήνας. Επί του παρόντος, δεν αποτολμάται οποιαδήποτε απόπειρα πρώιμης αξιολόγησης, καθώς τα πάντα κρίνονται, και ορθώς, εκ του αποτελέσματος. Εξάλλου, οι όροι «εμπορικό» και «μη εμπορικό» είναι τόσο σχετικοί, μέχρι και παραπλανητικοί, που για χάριν συνεννόησης και μόνο χρησιμοποιούνται· αν πρέπει να γίνεται κάποια διάκριση, αυτή αφορά το «καλό» και το «κακό θέατρο» και μόνο.

Ας πάρουμε, για παράδειγμα, το πρόγραμμα της Ελληνικής Θεαμάτων, που με τις εφτά σκηνές της κατέχει ένα σημαντικότατο μερίδιο στο θεατρικό χάρτη της Αθήνας. Με αιχμή του δόρατος το ρεπερτόριο του Θεάτρου Εμπορικόν και τη συνεργασία του Δημήτρη Καταλειφού και της Ελένης Σκότη σε έργα Μάμετ, Πίντερ και Ράτινγκαν, την αρχή της συνεργασίας του Γιώργου Κιμούλη σε έργα Πίντερ και Ίψεν, με το «Κουρδιστό πορτοκάλι» που ετοιμάζει ο Γιάννης Κακλέας, το πρώτο που διαπιστώνει κανείς είναι μια εμφανή στροφή στο «θέατρο ρεπερτορίου». Ταυτόχρονα, η Ελληνική Θεαμάτων συνεχίζει να δίνει στέγη στο «ελαφρύ» θέαμα, και μάλιστα χρησιμοποιώντας σκηνοθέτες σε διπλούς, «ετερόκλητους», ρόλους. Εκτός από τις επαναλήψεις -«Σικάγο» (Σταμάτης Φασουλής) και «Δαίμονες» (Κακλέας)-, θα ανέβει η φάρσα του Φεϋντώ «Ψύλλοι στ’ αυτιά» σε σκηνοθεσία επίσης του Κακλέα, ο οποίος καλείται να επιβεβαιώσει ότι πρόκειται για μία από τις ευτυχείς περιπτώσεις Ελλήνων σκηνοθετών που καταπιάνονται ταυτόχρονα, και συνήθως επιτυχημένα, με εκ διαμέτρου αντίθετα δραματουργικά είδη.

Ανάλογη δουλειά έχει και ο Σταμάτης Φασουλής, που θα σκηνοθετήσει τον Γιώργο Κιμούλη και τη Ρούλα Πατεράκη στον ιψενικό «Τζον Γαβριήλ Μπόρκμαν» -ρεπερτόριο στο οποίο δεν μας έχει συνηθίσει- αλλά και την (παρουσιάστρια, μοντέλο, ηθοποιό;) Ζέτα Μακρυπούλια στο -πιο ταιριαστό στην έως τώρα σκηνοθετική του πορεία- μιούζικαλ «Sugar – Μερικοί το προτιμούν καυτό». (Όσο για τη Ρούλα Πατεράκη, έχοντας ολοκληρώσει τις συνεργασίες της με τον Σάκη Ρουβά στις κατά Λιγνάδη «Βάχκες» και με τον Γιώργο Βέλτσο στη σκηνοθεσία της «Φωνής», μάλλον διεκδικεί τα πρωτεία της πιο απρόβλεπτης καλλιτέχνιδας του φετινού καλοκαιριού και όχι μόνο, αν αναλογιστούμε και την προ εικοσαετίας συνεργασία της με την Αλίκη Βουγιουκλάκη.)

Το μιούζικαλ γενικά κατέχει τα πρωτεία φέτος. Εκτός από όσα ήδη αναφέρθηκαν, αναμένεται με ενδιαφέρον η σκηνοθεσία του Κωνσταντίνου Ρήγου στο εμβληματικό «Cabaret», που ετοιμάζεται για το Μέγαρο Μουσικής. Ο Κωνσταντίνος Ρήγος, χορογράφος με σημαντικό παρελθόν στο Χοροθέατρο Θεσσαλονίκης, που στράφηκε τα τελευταία χρόνια στη σκηνοθεσία μοιράζοντας τις ιδέες του ανάμεσα σε παραστάσεις που κάνουν αίσθηση και στα προγράμματα πίστας των λαϊκοτέρων από τους/τις αιοδούς μας, θα μεταφέρει επί σκηνής το διάσημο καμπαρέ του (προ)ναζιστικού Βερολίνου με τη συνδρομή του Δημήτρη Λιγνάδη, της Μαρίας Ναυπλιώτου, της Τάνιας Τσανακλίδου και της (παρουσιάστριας, τραγουδίστριας, ηθοποιού;) Νάντιας Μπουλέ. Ο κύκλος «μιούζικαλ» κλείνει με την «Άννυ» (σκηνοθεσία Θέμις Μαρσέλλου) στο Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού, με πρωταγωνιστή το έτερο ποπ «τραγουδιστή παύλα είδωλο», Μιχάλη Χατζηγιάννη. Αλλά και η Μαρινέλλα, παραδίδοντας τη Μάμα Μόρτον του «Σικάγο» στην Άννα Παναγιωτοπούλου, θα πρωταγωνιστήσει στη μουσική παράσταση που ανεβάζει ο Πέτρος Ζούλιας για τη ζωή της Σοφίας Βέμπο στο Θέατρο Badminton· μαζί με τις πρόσφατα ολοκληρωμένες παραστάσεις-αφιερώματα στη Μελίνα Μερκούρη (της Σοφίας Σπυράτου) και στον Μίκη Θεοδωράκη (του Θέμη Μουμουλίδη), εγκαινιάζουν την ελληνική εκδοχή ενός θεατρικού είδους που επιχειρεί να συγκεράσει την ιστορία, την προσωπογραφία και το (μουσικό) υπερθέαμα.

Πού θέλω να καταλήξω με όλα αυτά; Τα στεγανά έχουν σίγουρα καταρριφθεί. Σκηνοθέτες μοιράζονται ταυτόχρονα όχι μονάχα ανάμεσα σε δραματουργικά είδη αλλά και μεταξύ πίστας και θεατρικής σκηνής, τραγουδιστές χρησιμοποιούνται προς εκπλήρωση σκηνοθετικών οραμάτων, παρουσιάστριες γίνονται ηθοποιοί χάρη στην ευκολία που τους προσδίδει η τηλεοπτική τους εικόνα… Θεωρητικά, τίποτα απ’ όλα αυτά δεν είναι κατακριτέο, καθώς ένας από τους ρόλους της τέχνης είναι να καταρρίπτει ταμπέλες και όρια και να ανοίγει δρόμους δίνοντας ευκαιρίες. Εξάλλου, «αν τους αντέξει το σχοινί, θα φανεί στο χειροκρότημα». Δε θα υπήρχε όμως λόγος για τα παραπάνω, αν δεν παραμόνευε, τελικά, το ερώτημα: «Κατά πόσο οι παραπάνω επιλογές -ή μέρος αυτών- προκύπτουν από μια ειλικρινή διάθεση καλλιτεχνικής αναμέτρησης με την πρόκληση; Μήπως εντέλει φανερώνουν την πρόθεση να συνεχίσουμε να δίνουμε στον κόσμο “άρτον και θεάματα”», μέσα από μια υποτιθέμενη ανακατανομή της τράπουλας που ανακυκλώνει τα ίδια «σίγουρα» ονόματα (επιλεγμένα πλέον από όλο το φάσμα του θεάματος), τώρα που οι εποχές είναι (οικονομικά) δύσκολες;