«Μάλλον θα’ ναι κανένας 50χρονος-60χρονος εργένης ή γεωργός από την ιρλανδική επαρχία Κονεμάρα, με μια σκοτεινή, απίθανη φαντασία», σκέφτηκε η καλλιτεχνική διευθύντρια του Druid Theatre Company και συνεργάτης του Royal Court, Garry Hynes, όταν έλαβε με το ταχυδρομείο το 1996 τη Βασίλισσα της ομορφιάς του 26χρονου τότε Μάρτιν ΜακΝτόνα. «Όταν γνώρισα μετά τον Μάρτιν και είδα πόσο πολύ south Londoner είναι, ξαφνιάστηκα. Αμέσως μετά όμως έμαθα ότι οι γονείς του είναι Ιρλανδοί μετανάστες από την Κονεμάρα που ήρθαν στο Λονδίνο τη δεκαετία του 1960 και όλο το πράγμα άρχισε να βγάζει νόημα. Είναι η κλασική περίπτωση ενός συγγραφέα που βρίσκεται σε απόσταση από την κοινότητα για την οποία γράφει -και αυτό του δίνει μια ιδιότυπη ελευθερία-, και ο οποίος επιπλέον διαθέτει και μια απολύτως σύγχρονη ευαισθησία [1]».

H Βασίλισσα της ομορφιάς που ανεβαίνει σε μια έξοχη παράσταση σε σκηνοθεσία Ελένης Σκότη στο Επί Κολωνώ είναι το έργο που χάρισε την ευρεία αναγνώριση στον ΜακΝτόνα. «Ξεκίνησα να γράφω για το θέατρο όταν απέτυχα σε όλα τα υπόλοιπα», έχει πει. Μέχρι τότε έγραφε κυρίως σενάρια για τον κινηματογράφο και κάποια ραδιοφωνικά έργα. Η Βασίλισσα της ομορφιάς, που έγραψε μέσα σε μόλις οκτώ μέρες, σάρωσε όλα τα θεατρικά βραβεία και τον καθιέρωσε σαν μία από τις πιο σημαντικές φωνές της σύγχρονης ιρλανδικής δραματουργίας σε μια παράδοση που ξεκινά από τον Τζον Μίλινγκτον Σινγκ και συνεχίζει μέσα από τον Σάμιουελ Μπέκετ, τον Τομ Μέρφι και τον Μπίλι Ρος. Και, βεβαίως, γιατί έτσι συμβαίνει με τους σπουδαίους storytellers, η μεγάλη του αγάπη, o κινηματογράφος, τού έδωσε και αυτή μεγάλες διακρίσεις: οι επιτυχίες των ταινιών Αποστολή στην Μπριζ και Οι Τρεις Πινακίδες Έξω από το Έμπινγκ, στο Μιζούρι σε σενάριο και σκηνοθεσία του, το αποδεικνύουν περίτρανα.

Τραχείς χαρακτήρες γεμάτοι αντιφάσεις, αιφνιδιασμοί στην πλοκή, άγριο χιούμορ και η βία της μοναξιάς χαρακτηρίζουν τόσο τα σενάρια όσο τη δραματουργία του ΜακΝτόνα. Στη Βασίλισσα της ομορφιάς σε πρώτο πλάνο βρίσκεται η δυσλειτουργική σχέση αμοιβαίας εξάρτησης της 70χρονης τυραννικής Μαγκ με την 40χρονη κόρη της Μωρήν. «Σβόλωσε η σούπα!», «Τον χυλό μου!», «Ξέχασες το τσάι μου», φωνάζει η Μαγκ κάθε τόσο στην κόρη της. «Εάν σε σκότωνε, θα του καθόμουν κιόλας», κραυγάζει εκείνη, στη φανταστική πιθανότητα ενός κακοποιού που θα έρθει να σκοτώσει τη μάνα της. Παραιτημένη, χωρίς προσωπική ή επαγγελματική ζωή, με μια θάλασσα από απωθημένα, η Μωρήν υπηρετεί τα καπρίτσια της δύστροπης μάνας και ταυτόχρονα ονειρεύεται τον θάνατό της. Οι βιτριολικές ατάκες εκατέρωθεν δίνουν και παίρνουν σε αυτό το απομονωμένο αγροτόσπιτο ανάμεσα στις πέτρες, τα σκατά και τις λάσπες. Βαρεμάρα, αυστραλέζικες σαπουνόπερες στην τηλεόραση κι ένα ραδιόφωνο να παίζει ιρλανδέζικα φολκλόρ τραγούδια. Η άφιξη ενός εφηβικού έρωτα της Μωρήν, του Πάτο αλλάζει τις ισορροπίες. Η Μωρήν, η βασίλισσα της ομορφιάς του χωριού κατά τον Πάτο, θα επιδιώξει να εκδικηθεί τη μητέρα της και να δραπετεύσει από αυτήν τη βασανιστική συνθήκη ζωής. Η Μαγκ όμως μοιάζει ανίκητη. Ακόμη κι όταν τελικά δεν βρίσκεται πια εκεί…

Η σκηνοθεσία έχει κάτι τόσο φίνο, που μοιάζει να μην είναι καν ορατή. Η Ελένη Σκότη, ακολουθώντας τον δρόμο του ρεαλισμού, καθοδηγεί τους ηθοποιούς της σε σπουδαίες ερμηνείες, κρατά το σασπένς, πριμοδοτεί ένα σχεδόν πανκ αισθητικής χιούμορ, αναδεικνύει τις συνεχείς ανατροπές στην αντίληψή μας για το ποιος είναι τελικά ο θύτης και ποιο το θύμα, φωτίζει με μια αναπάντεχα ποιητική ματιά τον χρόνο που δεν περνά, την πλήξη της βαλτωμένης επαρχιακής ζωής, την αιώρηση των ανθρώπων που έχουν μάθει να κοιτούν μπροστά με το βλέμμα κολλημένο πίσω μακριά. Και βάζουν τρικλοποδιά στα πόδια τους. Γλιστρούν. Και μένουν τελικά στάσιμοι σε έναν μη τόπο. Εκεί όπου το παρελθόν καταβροχθίζει το παρόν. Εκεί όπου η πραγματικότητα μπλέκεται αξεδιάλυτα με τις παρηγορητικές ιδιότητες της φαντασίωσης.

Είναι φορές που η μεταμόρφωση ενός ηθοποιού είναι τόσο πλήρης, τόσο βαθιά που αισθάνεσαι ότι δεν υποδύεται αλλά είναι. Αυτήν τη σπάνια ποιότητα διαθέτουν οι υπέροχες ερμηνείες της Σοφίας Σεϊρλή (Μαγκ) και της Αγορίτσας Οικονόμου (Μωρήν). Η Σεϊρλή πλάθει μια Μαγκ πεισματάρα, ιδιότροπη, κέρατο βερνικωμένο, μια γριά γυναίκα «ξεμωραμένη». Με τα μικρά και σταθερά βηματάκια της, με το σκέρτσο και μια σχεδόν σκανδαλιάρικη, ροκ διάθεση, δεν απέχει και πολύ από ένα χειριστικό παιδί. Που, όπως φαίνεται όμως και στο φινάλε, παρά τις φωνές και τα καψόνια στη Μωρήν, είναι ένα ανυπεράσπιστο, χειριστικό παιδί. Η Μωρήν της Αγορίτσας Οικονόμου, από την πρώτη στιγμή που μπαίνει στη σκηνή, έχει μια φοβερή δύναμη, δίνει την αίσθηση μιας απολύτως συγκροτημένης, απολύτως λειτουργικής γυναίκας. Αυτή η αίσθηση της συγκρότησης εκφυλίζεται σταδιακά για να φανεί πόσο ευάλωτη, πόσο απρόβλεπτη, πόσο νευρικά ασταθής είναι. Η μοναξιά της την οδηγεί στη μυθοπλασία. Φτιάχνει δικά της ‘έργα’ για να αντικαταστήσει την πραγματικότητα με τη φαντασίωση. Η αλήθεια είναι ότι η μάνα της της στέρησε τη μόνη ελπίδα διαφυγής. Η αλήθεια είναι ότι ήθελε να φύγει με τον Πάτο. Η αλήθεια είναι ότι, εάν τον προλάβαινε, μπορεί όλα να ‘ταν αλλιώς. Ή μήπως όχι; Ή μήπως είναι τραγικά ακινητοποιημένη, θανάσιμα αφοπλισμένη από τη μάνα της; Και τελικά καταδικασμένη να γίνει σαν εκείνην;

Εάν το έργο έχει κάτι κλειστοφοβικό, δείχνοντας ανθρώπους που ζουν απομονωμένοι πέρα από τα βουνά, ο γοητευτικός Πάτο του Αντώνη Τσιοτσιόπουλου φέρνει στη σκηνή την αύρα εκείνου που έρχεται από έξω. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, από το Λονδίνο. Μόνο που αυτό το ‘έξω’ δεν είναι διόλου ιδανικά πλασμένο. Στην Αγγλία έχει δουλειές, αλλά «δεν νοιάζονται εάν ζεις ή εάν πεθαίνεις». Ο Τσιοτσιόπουλος δείχνει με καθαρότητα την εσωτερική μάχη ενός ανθρώπου που αδυνατεί να ριζώσει: ο τόπος του τον διώχνει λόγω ανεργίας («έτσι είναι η Ιρλανδία, πάντα κάποιος φεύγει»), οι νέοι τόποι εχθρικοί, δύσκολοι και ξένοι. Και κάπως έτσι κάτι μέσα μας ραγίζει, συντονίζεται αναπάντεχα με την αγωνία ενός ανθρώπου που αναζητά διακαώς μια σταθερή ταυτότητα, ενός ανθρώπου που δεν αντέχει να ζει στη χώρα του και ταυτόχρονα τη νοσταλγεί απελπισμένα.

Στην αντίπερα όχθη, ο νεαρός, skinny, μηδενιστής Ρέη του Γιώργου Κατσή, που ονειρεύεται να σπάσει κεφάλια μπάτσων, που αποδομεί τη θρησκεία και τους πρεσβευτές της, που δεν αντέχει την πλήξη ενός έρημου τόπου, χτίζει πάνω στην αίσθηση μιας άκαρπης οργής. Μεγάλα λόγια, μικρές πράξεις. Μια σκοτεινή ματιά για το μέλλον της νέας γενιάς.

Λίγο πριν το φινάλε του έργου θα δούμε τη Μωρήν να κάθεται στην κουνιστή πολυθρόνα, στη θέση της Μαγκ. Η Μωρήν γίνεται η Μαγκ. Κι όταν θα σηκωθεί για να πάει στα ενδότερα, το φως στην άδεια καρέκλα μάς υπενθυμίζει την απούσα παρουσία της μάνας. Η Ελένη Σκότη δείχνει με τον πιο εύγλωττο τρόπο τους κινδύνους και την αρρώστια που κρύβονται πίσω από σχέσεις βαθιάς εξάρτησης. Όσο κι αν (λες ότι) προσπαθείς να ξεφύγεις, είσαι πιασμένος στα δίχτυα της ανελευθερίας. Επιχειρείς να φύγεις και μια δύναμη να σε κρατά κολλημένο εκεί. Γίνεσαι ό,τι μισείς. Η δυσλειτουργική σχέση μάνας-κόρης είναι όμως και η δυσλειτουργική σχέση της μάνας πατρίδας-Ιρλανδίας με τους ανθρώπους της. Όσο κι αν σκοτώσεις μια πατρίδα που σε πληγώνει, αυτή θα είναι πάντα εκεί. Και θα σε ακολουθεί.

[1] Ruth Little, Emily McLaughlin, The Royal Court Theatre Inside Out, Oberon, Λονδίνο 2007, σ. 324.

Info παράστασης:

Η Βασίλισσα της ομορφιάς | 18 Δεκεμβρίου 2019 – 16 Φεβρουαρίου 2020 | Θέατρο Επί Κολωνώ