Υπάρχουν κάποια βιβλία που δεν σου αποκαλύπτονται αμέσως. Κρύβουν μικρούς θησαυρούς και στωικά αναμένουν να τους ανασύρεις για να τους απολαύσεις. Εδώ η ομάδα βιβλίου Public προτείνει 5 αγαπημένα βιβλία που ξεχώρισαν και μοιράζονται μαζί μας.

Πριν περάσουμε στις προτάσεις, ρωτήσαμε τον Φιλήμων Πατσάκη, που ανήκει στο εμπορικό τμήμα της ομάδας βιβλίου Public, να μας απαντήσει στην ερώτηση:

Ποιο το αγαπημένο μέρος που σε έχει «μεταφέρει» ένα βιβλίο;

Εγώ δεν θα ξεχάσω ποτέ πόσο με συγκλόνισε η ανάγνωση του βιβλίου «Εάν αυτό είναι άνθρωπος». Ο Λέβι γράφει το 1947 το βιβλίο της εμπειρίας του από το στρατόπεδο συγκέντρωσης του Άουσβιτς. «Τότε, για πρώτη φορά συνειδητοποιήσαμε ότι η γλώσσα μας δεν έχει τις λέξεις για να εκφράσει αυτή την ύβρι». Μια διήγηση τόσο δυνατή που έγινε το όχημα για να μιλήσουν όσοι χάθηκαν χωρίς να ακουστεί η φωνή τους. Γιατί αυτό κάνει η λογοτεχνία, γίνεται η μνήμη απέναντι στη λήθη.

[ 1 ]

Χορτοφάγος

Μια συνηθισμένη γυναίκα απορρίπτει τις συμβάσεις και τις προκαταλήψεις που τη δένουν με το σπίτι της, την οικογένειά της, την κοινωνία μέσα στην οποία ζει. Μια λυρική αφήγηση που αναπτύσσεται σε τρεις πράξεις. Ένα μυθιστόρημα σαγηνευτικό και αλλόκοτο, βίαιο και αισθησιακό, με το οποίο η Χαν Γκανγκ, από τις δημοφιλέστερες λογοτεχνικές φωνές της Άπω Ανατολής, διερευνά την επιθυμία και την ντροπή, την καταπίεση και την εξουσία μέσα από τρεις διαφορετικές οπτικές γωνίες.

Η ΓιόνγκΧιε και ο σύζυγός της είναι δύο άνθρωποι του μέσου όρου. Εκείνος δίχως καμία προσωπική και επαγγελματική φιλοδοξία, πηγαινοέρχεται δουλοπρεπώς στο γραφείο του. Εκείνη δίχως κανένα απολύτως πάθος, είναι στο σπίτι της και το νοικοκυριό της. Η μονοτονία του γάμου τους ανατρέπεται όταν η ΓιόνγκΧιε αποφασίζει μια μέρα, να διαγράψει το κρέας από την διατροφή της και να γίνει χορτοφάγος, δίχως καμία απολύτως εξήγηση. «Είδα ένα όνειρο», αυτό λέει μονάχα. Πρόκειται για μια μικρή ένδειξη ανεξαρτησίας, η οποία όμως μπορεί να θεωρηθεί ακραία και να αποδειχθεί ιδιαίτερα επικίνδυνη σε μια χώρα όπως η Νότια Κορέα. Και δε φτάνει αυτό. Η παθητική αντίσταση της ΓιόνγκΧιε, μια διαδικασία ιδιότυπης μεταμόρφωσης, ξεπερνά κάθε όριο γκροτέσκου. Ποτέ δε φορούσε με ευχαρίστηση σουτιέν, αλλά τώρα αρχίζει να το κάνει και δημοσίως. Επιπλέον, ονειρεύεται να ζήσει σαν φυτό. Σύσσωμη η οικογένεια θα στραφεί τελικά εναντίον της.

[ 2 ]

Κορίτσι, γυναίκα, άλλο

Οι ιστορίες 12 γυναικών που ζουν στη Βρετανία, μαύρες ή μιγάδες, κάθε ηλικίας, πλούσιες και φτωχές δημιουργούν έναν ιστό αναζητώντας ένα καλύτερο αύριο σε μια διαρκώς μεταβαλλόμενη πολυεθνική κοινωνία. Άλλες πολύ νέες, άλλες μεσήλικες, άλλες ηλικιωμένες, πλούσιες και φτωχές, με διαφορετικούς χαρακτήρες, διαφορετικό σεξουαλικό προσανατολισμό, διαφορετική παιδεία, διαφορετικά επαγγέλματα και φιλοδοξίες έχουν βιώσει από μικρή ηλικία, τις κοινωνικές διακρίσεις, τη ρατσιστική συμπεριφορά και καθημερινές δυσκολίες σε όλους τους τομείς. Οι ιστορίες για τις οικογένειες τους, τους εραστές ή ερωμένες και τους φίλους τους πλέκονται πάνω στην αναζήτηση ενός καλύτερου μέλλοντος σε μια διαρκώς μεταβαλλόμενη πολυεθνική κοινωνία.

[ 3 ]

Όνειρα

Μια συλλογή από τα ημερολόγια και τις επιστολές του Φραντς Κάφκα, που περιέχει καταγραφές ονείρων εν είδει υπενθύμισης ή και εξορκισμού.

«Το παράθυρο ήταν ανοιχτό, στο ανήσυχο μυαλό μου έπεφτα επί ένα τέταρτο της ώρας ακατάπαυστα από το παράθυρο, μετά εμφανίστηκαν πάλι σιδηρόδρομοι και ένας μετά τον άλλο πέρασαν πάνω από το ξαπλωμένο στις ράγες κορμί μου, βαθαίνοντας και διευρύνοντας τις δύο τομές στο λαιμό και στα πόδια.» – Επιστολή στη Φελίτσε Μπάουερ, 28 Μαρτίου 1913

Με ένα σκοινί τυλιγμένο γύρω από το λαιμό να με μπάζουν από το παράθυρο του ισογείου σε ένα σπίτι και χωρίς την παραμικρή προσοχή, σαν να μη νοιάζονται, να με σέρνουν προς τα πάνω, ματωμένο και ξεσκισμένο, διαπερνώντας το ένα μετά το άλλο τα ταβάνια των δωματίων, τα έπιπλα, τους τοίχους και τις σοφίτες, ώσπου να ξεπροβάλει ψηλά στη στέγη η άδεια θηλιά που τελικά έχασε τα κατάλοιπά μου καθώς άνοιγε δρόμο σπάζοντας τα κεραμίδια. […]

«Αυτή η τροχαλία εντός μου. Ένα γρανάζι μετακινείται, κάπου στα κρυφά, ούτε που το καταλαβαίνεις την πρώτη στιγμή, και νά που τίθεται όλος ο μηχανισμός σε κίνηση. Υποκύπτοντας σε μια ασύλληπτη δύναμη, όπως υποτάσσεται το ρολόι στο χρόνο, ένα τρίξιμο εδώ κι εκεί, και όλες οι αλυσίδες κροταλίζουν κατεβαίνοντας η μια μετά την άλλη την καθορισμένη για την καθεμιά απόσταση». Ημερολόγιο, 21 Ιουλίου 1913

Ο Κάφκα, όπως μαρτυρούν τα ημερολόγιά του, βασανίζεται από αϋπνίες και ανήσυχο ύπνο. Αυτές τις βασανιστικές στιγμές τις παρακολουθεί και τις καταγράφει με κάθε λεπτομέρεια. Υπό αυτό το πρίσμα, γίνεται κατανοητή η βαθύτατα αμφίθυμη σχέση που αναπτύσσει με το ονειρεύεσθαι, καθώς συχνά συνεπάγεται τη στέρηση του αναζωογονητικού ύπνου: «Άλλωστε δεν πρόκειται να κοιμηθώ, παρά μόνο να ονειρευτώ». Τα όνειρα παρουσιάζονται ως βάσανος αλλά και έμπνευση και πλήρωση, πηγή ευτυχίας αλλά και φόβου – «αν και πολύ πιο σπάνια το πρώτο από το δεύτερο».

[ 4 ]

Ο Τσίπερ και ο πατέρας του

Tο έργο περιστρέφεται γύρω από δύο κύριους χαρακτήρες, και αυτές οι δύο μορφές έχουν πλαστεί για να εκπροσωπήσουν την ίδια την εποχή τους:

Ο Άρνολντ Τσίπερ, ο φορτωμένος με ελπίδες γιος, επιστρέφει στην πατρίδα μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, νιώθει ωστόσο άπατρις. Κάθεται σε καφενεία, ψάχνει ματαίως να βρει κάποιο νόημα σε μια μόνιμη δουλειά γραφείου ή ένα νέο ξεκίνημα…

Είναι η παραδειγματική μορφή μιας απογοητευμένης και αποδεκατισμένης γενιάς (στην οποία ανήκε κι ο ίδιος ο συγγραφέας) που τριγυρνά χωρίς σκοπό στα συντρίμμια των ματαιωμένων ονείρων των πατεράδων.

Και από την άλλη πλευρά ο πατέρας του, ο μικροαστός ο γερο-Τσίπερ, δείγμα της προηγούμενης γενιάς, που ξόδεψε μεγάλο μέρος της ενέργειάς της για να αναρριχηθεί, από τη θέση του προλετάριου σε εκείνη του (μικρο)αστού – θέση την οποία ο Ροτ περιγράφει απολαυστικά, χωρίς να της «χαρίζεται», αλλά και με μια βαθιά τρυφερότητα και κατανόηση.

Ένα βιβλίο που σκιαγραφεί γλαφυρά αλλά και εκφράζει μέσα από τους ειλικρινείς του χαρακτήρες, μια ολόκληρη εποχή, η οποία τοποθετείται χρονικά πριν και μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

[ 5 ]

Σε χαιρετώ, αδερφέ μου

Ένας πατέρας, ο Σαρλ, ειρηνιστής βοηθός συμβολαιογράφου μια μητέρα, η Αντελαΐντ, αναρχική και εκκεντρική νοσοκόμα και τα έξι παιδιά τους. Δύο κόρες, τέσσερα αγόρια. Μια μεικτή ομάδα βόλεϊ και δύο αναπληρωματικοί, η οικογένειά μου κομπλέ. Εννέα υπολογίζοντας το σκυλί. Έντεκα αν προσθέσουμε τους δύο γάτους.

Στις 20 Μαρτίου 2017, πρώτη μέρα της άνοιξης, ο μικρός γιος απουσιάζει. Ο Γκις, αθεράπευτα καλό παιδί, επαγγελματίας αποδιοπομπαίος τράγος, εξαφανίστηκε και κατηγορείται για τη ληστεία ενός καπνοπωλείου, μια υπόθεση που συνταράσσει το Τουρνόν. Πρέπει να κινητοποιηθούν και να παλέψουν για το δικαίωμα στην αταξία, για ν’ αθωωθεί αυτός, ο αδερφός. Να χρησιμοποιήσουν τα όπλα των αδυνάτων, να κατατροπώσουν τον καθημερινό ρατσισμό της μικρής κομφορμιστικής πόλης με τις κακές ιδέες της, να παλέψουν για το δικαίωμα στην αταξία, για ν’ αθωωθεί αυτός, ο αδερφός.