Με τον Κώστα Βασιλειάδη, συντηρητή αρχαιοτήτων, συντονιστή του Εργαστηρίου Συντήρησης Γλυπτών του Μουσείου Ακρόπολης, συναντηθήκαμε πριν μερικά χρόνια, όταν με τους συναδέλφους του καθάριζαν τις Καρυάτιδες, έργο για το οποίο η ομάδα αυτή βραβεύτηκε με το διεθνές Βραβείο Keck από το Διεθνές Ινστιτούτο Συντήρησης (International Institute for Conservation, IIC). Με αφορμή την Ευρωπαϊκή Ημέρα Συντήρησης στις 13 Οκτωβρίου και το πρόγραμμα των εκδηλώσεων να ξεκινά από τις 7 Οκτωβρίου, συνομιλήσαμε γι’ αυτή τη «μαγική» δουλειά με την οποία μπορούμε να ανακαλύψουμε ξανά την ιστορία και την τέχνη.

Η επαφή του Κώστα Βασιλειάδη με τους αρχαιολογικούς χώρους και τα μουσεία ξεκινά από την παιδική του ηλικία, από τις επισκέψεις με τους γονείς του. Όταν στην τρίτη γυμνασίου επισκέφθηκαν την Κνωσσό εντυπωσιάστηκε από τους συντηρητές που δούλευαν εκεί. «Είπα, τότε, αυθόρμητα “να αυτό θέλω να κάνω”, χωρίς να ξέρω ακριβώς τι θα μπορούσε να είναι αυτό. Είχα εντυπωσιαστεί φοβερά. Μετά, κάπου έπεσε το μάτι μου ότι υπήρχε αυτό το επάγγελμα και αποφάσισα να αλλάξω σχολείο και να πάω σε ένα τεχνικό λύκειο που είχε διακοσμητική, γραφιστική και συντήρηση αρχαιοτήτων». Ήταν ένα σχολείο που είχε δημιουργηθεί το 1983, όταν έκλεισε η Σχολή Δοξιάδη και οι καθηγητές πήγαν όλοι σε αυτό το Λύκειο, τα μαθήματα τα έκαναν καθηγητές από την Εθνική Πινακοθήκη για παράδειγμα. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον με «ψαγμένους» καθηγητές, σε ένα λύκειο καθόλου συνηθισμένο, έκανα και τα πρώτα μαθήματα συντήρησης αρχαιοτήτων στη δευτέρα λυκείου πριν ακόμα μπω στα ΤΕΙ και πάρω τον δρόμο μου.

©Δανάη Κωτσάκη

Το ξεκίνημα της επαγγελματικής δραστηριότητας του Κώστα Βασιλειάδη έγινε το 2000, όταν η υπηρεσία του τον έστειλε τότε στο παλιό Μουσείο Ακρόπολης για να ξεκινήσουν την προετοιμασία της μεταφοράς των γλυπτών στο νέο μουσείο: «Έπρεπε να συντηρηθούν, ταυτόχρονα έπρεπε να πειραματιστούμε με τρόπους στησίματος για να δούμε τον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσαν να τοποθετηθούν στην έκθεση, περάσαμε δηλαδή από αυτή τη διαδικασία. Θυμάμαι πως όπου ταξίδευα κοίταζα αντίστοιχες περιπτώσεις. Στο Μόναχο, το Βερολίνο, σε όποιο μουσείο βρισκόμουν παρατηρούσα τον τρόπο με τον οποίο ήταν στημένες οι αρχαιότητες και κάποια πράγματα τα δοκιμάζαμε και στο παλιό μουσείο για να δούμε αν λειτουργούν. Το μουσείο έκλεισε το 2007 και ξεκινήσαμε τη μεταφορά των γλυπτών και των αντικειμένων της αποθήκης. Μεταφέρθηκαν 5.500 αντικείμενα, ήταν ένα πολύ μεγάλο έργο που είχε μελετήσει ο Κώστας Ζάμπας και εμείς κάναμε την εκτέλεση. Σήμερα σκέφτομαι ότι ήταν μια πολύ σκληρή περίοδος δουλειάς, πολύ δημιουργική, με φοβερό στρες, αλλά όταν μετά από χρόνια βλέπει κάποιος το αποτέλεσμα νιώθει πάντα χαρά», μας λέει.

Μπορείτε να μου περιγράψετε τον τρόπο με τον οποίο δουλεύετε στο μουσείο;

Στα υπόγεια του Μουσείου Ακρόπολης οι συντηρητές του μουσείου χρησιμοποιούμε τα πιο σύγχρονα μέσα και μεθόδους στα μαρμάρινα, λίθινα, κεραμικά, μεταλλικά και άλλα αντικείμενα που συγκροτούν τις συλλογές του μουσείου. Η επιστημονική γνώση στον τομέα της συντήρησης προάγεται μέσα στα εργαστήρια και εμείς είμαστε αυτοί που φροντίζουμε να βελτιωθεί ο τρόπος έκθεσης των αρχαίων έργων στις αίθουσες του Μουσείου, να υποστηρίξουμε τις περιοδικές εκθέσεις, να πάρουμε μέρος σε εκθέσεις άλλων φορέων αλλά και να παράγουμε τα πιστά αντίγραφα σημαντικών έργων από τις συλλογές του μουσείου, τα οποία παράγονται με αυστηρές προδιαγραφές. Είναι μια διαδικασία που αρχίσαμε εδώ και μερικά χρόνια με στόχο και τη μελέτη τους αλλά και την πώληση αντιγράφων στα πωλητήρια. Θέλαμε πολύ να έχουμε τα δικά μας αντίγραφα από αυτό το εργαστήριο και προσπαθήσαμε να κρατήσουμε μια ισορροπία ανάμεσα στη συντήρηση και την κατασκευή αντιγράφων. Όπως πιστεύω ήταν σημαντική η συμβολή μας στην αρχαιολογική ανασκαφή που, σαν ένα τεράστιο έκθεμα, απλώνεται στη βάση του Μουσείου.

Ποιο είναι το πιο συναρπαστικό κομμάτι της δουλειάς σας;

Το πιο συναρπαστικό κομμάτι της δουλειάς είναι να «βλέπεις» σε ένα αντικείμενο που συντηρείς τα εργαλεία με τα οποία κατασκευάστηκε, όταν φαντάζεσαι τον άνθρωπο, ο οποίος εργάσθηκε και κόπιασε να το κάνει. Στο αντικείμενο διαβάζεις την εφευρετικότητά του, την προσήλωση, τα εργαλεία με τα οποία το έργο κατασκευάστηκε. Είναι συναρπαστικό να βλέπεις και την ίδια την ιστορία της συντήρησης σε ένα αντικείμενο. Να βλέπεις ότι κάποιος άλλος, πριν από σένα, το έπιασε στα χέρια του, έλυσε ένα πρόβλημα στατικό για παράδειγμα, τι υλικά χρησιμοποίησε. Και το λέω αυτό επειδή στο κράτος που ζούμε δεν είχαμε ποτέ πληθώρα υλικών, δεν ήμασταν ποτέ πλούσιοι και ήταν το μυαλό αυτό που δούλευε πυρετωδώς για να δοθούν οι λύσεις που είναι συναρπαστικές κάποιες φορές και φοβερές πατέντες για την εποχή τους.

Σε ποιο επίπεδο βρίσκονται οι Έλληνες συντηρητές;

Είμαστε πολύ μπροστά στη συντήρηση, δεν έχουμε θέση στην παγκόσμια κοινότητα γιατί είμαστε εσωστρεφείς, πολλές φορές, δεν μοιραζόμαστε και δεν βλέπουμε προς τα έξω και αυτό είναι ένα γενικό πρόβλημα και της κοινωνίας, όχι μόνο της συντεχνίας. Αν δει κάποιος την ποιότητα της δουλειάς που κάνουμε, θα εκπλαγεί ευχάριστα, ακόμα και τις πιο μικρές μας επεμβάσεις. Ας πούμε, καθώς η επιστήμη προχωρά εξελισσόμαστε και εμείς, μερικά πράγματα θα τα κάναμε διαφορετικά. Κάθε γενιά που μπαίνει στο επάγγελμα είναι καλύτερη, μπορεί να προχωρήσει πιο πέρα από εμάς αλλά για μένα είναι σημαντικό να σέβεται κάποιος και αυτά που βρίσκει. Αν σκεφτούμε ότι αυτά τα αντικείμενα που έχουμε σήμερα μπροστά μας βγήκαν από πολέμους, από καταστροφές και συντηρήθηκαν χωρίς χρήματα σχεδόν με πατέντες και από ανθρώπους χωρίς ειδική εκπαίδευση όπως είμαστε εμείς σήμερα, μόνο θαυμασμό και σεβασμό μπορούμε να έχουμε απέναντί τους.

Ο Κώστας Βασιλειάδης ενώ καθαρίζει με λέιζερ την Καρυάτιδα

Τι ήταν ακριβώς οι παλιοί συντηρητές, όταν δεν υπήρχαν οι σπουδές;

Οι παλιότεροι συντηρητές ήταν τεχνίτες, γλύπτες, μαρμαροτεχνίτες και κάποιοι εμπειρικοί. Οι πρώτες δουλειές που έχουμε εμείς εδώ είναι αυτές που είχαν γίνει από το 1837-40, όταν ο Ελβετός Ίμχοφ στην Καρυάτιδα κόλλησε το κεφάλι της Καρυάτιδας D και το έβαλε στη θέση του, ενώ αργότερα έχουμε τον βοηθό του μαρμαρογλύπτη Τζιοβάνι Αντρεόλι που συντηρεί κατασκευάζει συμπληρώματα καινούργια από πεντελικό μάρμαρο για την G Καρυάτιδα που της έλειπαν τα πόδια και το κεφάλι -τα οποία αργότερα βρέθηκαν στις ανασκαφές  και βρίσκονται εδώ σήμερα. Η εργασία της συντήρησης των Καρυάτιδων ήταν η μεγαλύτερη που έγινε μέσα στο Μουσείο, είχε μεγάλη διάρκεια, αλλά δεν νομίζω ότι είναι το πιο μεγάλο έργο μας εδώ. Το μεγαλύτερο έργο μας ήταν το στήσιμο του Μουσείου που έγινε από 18 άτομα, και μάλιστα τότε ήρθαν και συνάδελφοι από άλλα μουσεία, τους τελευταίους μήνες, για να στηθούν στις προθήκες όλα τα μικροαντικείμενα και αυτό νομίζω, αυτό είναι ένα θαύμα που πραγματοποιήθηκε μέσα σε 8 μόνο μήνες. Όπως ένα μεγάλο έργο μας είναι η ανασκαφή, κάτι που ένας επισκέπτης βλέπει δια γυμνού οφθαλμού.

«Ξέρω κόσμο που δεν έχει έρθει καν στο μουσείο και παθαίνει κρίση με τα Γλυπτά του Παρθενώνα και σκέφτομαι ότι  χρειαζόμαστε μια εθνική ψυχανάλυση»

Το πιο δύσκολο κομμάτι της δουλειάς σας, ποιο είναι;

Το πιο δύσκολο είναι το να κάνεις κάποιες εργασίες κάπως μονότονες. Όπως το να καθαρίσεις κάποια επιφάνεια πολύ μεγάλη με ένα νυστέρι, να αφαιρέσεις χώματα και αυτό όταν το κάνεις ένα μήνα διαρκώς και μάλιστα καθαρίζεις την πίσω πλευρά του αντικειμένου είναι λιγότερο ενδιαφέρον, γι’ αυτό πρέπει να έχεις δυο – τρία αντικείμενα για να τα δουλεύεις παράλληλα. Ποτέ βέβαια δεν ξέρεις τι σου επιφυλάσσει το αντικείμενο, πολλές φορές προσδοκάς αυτή την έκπληξη. Ας πούμε να βλέπεις σε ένα καθαρισμό αντικειμένου το χρώμα, εκεί που καθαρίζεις μια επιφάνεια και δεν το περιμένεις, να βλέπεις ένα μικρό μπλε σε μια πτυχή ή σε μια ζώνη. Υπάρχουν πέρα από τη μαγεία και αντικείμενα με τα οποία ζορίζεσαι, αλλά συνδέεσαι με έναν τρόπο, ο Κέκροπας για παράδειγμα που όταν ξεκινήσαμε την συντήρηση ήταν σε κακή κατάσταση, τρομερά ταλαιπωρημένος με το μάρμαρό του διαβρωμένο και ρυπαρό και στο τέλος το αποτέλεσμα ήταν τόσο καλό και σταθερό, χαίρεται ο κόσμος να το βλέπει. Ή να δουλεύεις στη στερέωση που είναι κάτι δύσκολο, δεν θέλεις να χάσεις υλικό αυθεντικό και θέλεις να το αποκαταστήσεις με τις λιγότερες απώλειες και τη μεγαλύτερη ασφάλεια.

Πώς είναι να περνάς τη  ζωή σου μέσα σε ένα εργαστήριο;

Για μένα είναι τρόπος ζωής, δεν ξέρω τι θα έκανα αν δεν έκανα αυτό που κάνω και δεν μπορώ να φανταστώ τον εαυτό μου να κάνει κάτι άλλο ή κάπου αλλού μετά από  είκοσι σχεδόν χρόνια. Μένω πολλές φορές στο εργαστήριο και όταν κλείνει στο μουσείο. Από την άλλη, έχω ξεπεράσει την αίσθηση του δέους απέναντι σε έργα που είναι αριστουργήματα, γιατί αν δε την ξεπεράσεις δεν μπορείς να δουλέψεις, πρέπει να γίνουν κομμάτι της ζωής σου.

©Δανάη Κωτσάκη

©Δανάη Κωτσάκη

Για σένα που βλέπεις κάθε μέρα στο Μουσείο τα γλυπτά του Παρθενώνα, τα βλέπεις και στο Λονδίνο τι σκέφτεσαι;

Θεωρώ γενικά,  ανά τον κόσμο, όχι μόνο για τα συγκεκριμένα σύνολα σαν αυτά του Παρθενώνα, ότι δεν πρέπει να είναι αλλού. Αυτό βέβαια γίνεται και σε εθνικό επίπεδο, πας στις Μυκήνες και δεν βλέπεις τη μάσκα του Αγαμέμνονα, είναι στο Αρχαιολογικό της Αθήνας και αντίστοιχα όσο πιο μεγάλο το μουσείο και πιο μητροπολιτικό μαζεύει τους θησαυρούς. Συγκεκριμένα για τα Γλυπτά, μιλάμε για προϊόντα καταστροφής, έγινε καταστροφή για να αποσπαστούν, δεν είναι σε καμία περίπτωση δυνατόν να καταστρέφονται μνημεία για να πλουτίζουν κάποια μουσεία.

Τι σε ενοχλεί περισσότερο σε έναν επισκέπτη του μουσείου;

Με ενοχλεί κάτι που συμβαίνει από έναν που δεν είναι επισκέπτης των μουσείων μας, δεν έχει πατήσει εδώ το πόδι του ή σε άλλο ελληνικό μουσείο, γιατί βαριέται. Και πάει και κλαίει στο βρετανικό. Αυτό το κλάμα δεν βοηθάει. Λυπάμαι, γιατί δεν έχουν δει τους εδώ θησαυρούς, αυτά που υπάρχουν εδώ, την αρχαϊκή συλλογή που δεν υπάρχει άλλη σαν αυτή στον κόσμο και είναι μοναδική. Ξέρω κόσμο που δεν έχει έρθει καν στο μουσείο και παθαίνει κρίση με τα Γλυπτά του Παρθενώνα και σκέφτομαι ότι  χρειαζόμαστε μια εθνική ψυχανάλυση. Όμως αυτό που έχουμε αληθινά ανάγκη είναι να τα αγαπήσουμε σαν κομμάτι της ζωής μας, όχι σαν κάτι ιερό, γιατί βάζοντάς τα στη ζωή μας, γνωρίζοντας για αυτά θα μπορέσουμε να δούμε και πίσω αυτά, τη ζωή, την κοινωνία, την τέχνη και αυτό θα μας πάει με μεγαλύτερη ασφάλεια στο μέλλον.

 Ευρωπαϊκή Ημέρα Συντήρησης 2019 | 7 – 13 Οκτωβρίου