Η ταινία του Κώστα Γαβρά Le Capital έκανε πρεμιέρα στην Ελλάδα στο πλαίσιο του 53ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης και κυκλοφορεί στις αίθουσες στις 17 Ιανουαρίου. Βασίζεται στο ομότιτλο βιβλίο του Στεφάν Οσμόντ με θέμα -εννοείται- το κεφάλαιο και τις τράπεζες. Η συγκέντρωση του χρήματος στους χρηματοοικονομικούς παράγοντες, όπως λέει ο σκηνοθέτης, έχει μοναδικό στόχο τον ατομικό πλουτισμό, χωρίς καμία παραγωγή.

Η ταινία δίνει περισσότερη έμφαση στην πληροφορία και στον επίκαιρο οικονομικό προβληματισμό, με στοιχεία δραματοποιημένου ντοκιμαντέρ περισσότερο και λιγότερο κινηματογραφικής γλώσσας, που όμως αντισταθμίζεται από την πολύ προσεγμένη παραγωγή και τον καλό ρυθμό που διατηρεί. «Υπερβολική» τη χαρακτηρίζουν κάποιοι πολιτικοί και δημοσιογράφοι. Ο ίδιος δήλωνε ήδη στην πρεμιέρα στη Θεσσαλονίκη ότι, όταν έδειξε το σενάριο σε τραπεζίτες, τον συμβούλευσαν να αυξήσει τα ποσά στα οποία αναφέρεται. Ίσως όμως η κριτική να εννοεί κάτι άλλο, ότι δηλαδή εδώ το μήνυμα είναι τόσο προφανές και ξεκάθαρο: Οι κακοί (τραπεζίτες) και τα golden boys που πατούν επί πτωμάτων. Λείπει ίσως το κινηματογραφικό στοιχείο της αλληγορίας. Το «Τσεκούρι» (2005) για παράδειγμα, μια καταπληκτική ταινία του Γαβρά, θα μπορούσε να θεωρηθεί πολύ πιο υπερβολική, με τον απολυμένο ήρωα να σκοτώνει τους επικρατέστερους υποψήφιους για δουλειές. Εκεί όμως υπήρχε ο συμβολισμός, το μαύρο χιούμορ, το σημαίνον και το σημαινόμενο, η καταγγελία πίσω από τη μαύρη κωμωδία, κάτι που δεν είναι ο στόχος της νέας του ταινίας. «Σκοπός μου είναι να πω μια ιστορία, να την ακούσετε και να την καταλάβετε. Μετά κάνετε ό,τι θέλετε, όπως έλεγε κι ο Μπέργκμαν» δηλώνει ο Κ. Γαβράς.

Νομίζω ότι ο Γαβράς μάς έχει γίνει εθνικά πιο σημαντικός μετά και την απώλεια του Θόδωρου Αγγελόπουλου. Επιλεκτικά όμως. Η συνεισφορά του στην επεξεργασία ενός σχεδίου νόμου για τον κινηματογράφο δεν έτυχε της ίδιας εκτίμησης ή αξιοποίησης, το σχέδιο πάγωσε, όπως μας υπενθύμισε ο ίδιος, επί υπουργίας πολιτισμού του νυν πρωθυπουργού. «Ψάχνω ένα θέμα για την Ελλάδα που αγαπώ, αυτήν που αγαπούν και οι Έλληνες» λέει ο σκηνοθέτης για τις μελλοντικές κινήσεις του.

Δημιουργώντας πάντως το «Le Capital» μου φαίνεται σαν ο σκηνοθέτης να συνυπολόγισε το ρόλο που θα διαδραμάτιζε το θέμα της ταινίας στη σημερινή Ελλάδα. Σαν να θέλησε να δώσει ένα μήνυμα κατανόησης και μια διέξοδο στο θυμό των Ελλήνων, ότι δηλαδή έτσι είναι το παιχνίδι, αυτά αποφασίζονται από παγκόσμια οικονομικά συμφέροντα που «παίρνουν από τους φτωχούς για να δώσουν στους πλούσιους» – και παίρνουν και τα μπόνους απολύσεων!

Ανεξάρτητα από τις προθέσεις του, αυτό πάντως φαίνεται εκ του αποτελέσματος να λειτούργησε και γι’ αυτό είναι ίσως και τόσο μεγάλη η υποδοχή τόσο από φορείς πολιτισμού, όπως η Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών και η Ταινιοθήκη της Ελλάδος (αφιέρωμα στον σκηνοθέτη από 29/1 έως 6/2 2013), όσο και από τα εγχώρια ΜΜΕ. Στις συζητήσεις αυτές οι καλεσμένοι ρωτούν το σκηνοθέτη για τα πάντα, θυμίζουν γράμματα των παιδιών στο θεό: Πώς θα σωθούμε, Πώς θα βγούμε απ’ την κρίση.

Τι θα γίνει με την αντίσταση, με τη δημοκρατία; Ο δε δημοσιογράφος στην εκπομπή της ΝΕΤ «Πέμπτη βράδυ x 2» έφτασε μέχρι και να ζητά την… εσωτερική πληροφόρηση του Γαβρά από τους τραπεζίτες που συμβουλεύτηκε για τις ανάγκες της ταινίας: «Τι σας είπαν; Θα μείνει η Ελλάδα στην ευρωζώνη;». Πιο «εξειδικευμένες» τοποθετήσεις, σαν αυτή του συγγραφέα Χ. Χωμενίδη, αναρωτιούνται γιατί να γράφει μόνο ένας το σενάριο. «Εσείς γράφετε με πολλούς τα βιβλία σας;» ρωτά ο Γαβράς σε μια από τις λίγες μάλλον στιγμές που η συζήτηση ξεφεύγει από την κοινοτοπία. «Ερωτήματα κάνω, δεν έχω λύσεις, τις λύσεις τις έχουν αυτοί που ψηφίζουμε. Το θέμα είναι ποιους και γιατί ψηφίζουμε. Η γιαγιά μου έλεγε ότι στη ζωή είναι αυτοί που ψυχομαχούν κι αυτοί που καβλομαχούν.»