Γάλλος παραγωγός (σουηδικών, κορεάτικων, αρμένικων κλπ) ταινιών, με τις δυο ταινίες του που ταυτόχρονα γυρίζονται τώρα σε διαφορετικά σημεία του ορίζοντα, πλησιάζει αισίως τις πενήντα. Όχι ακριβώς αισίως δηλαδή, αφού οι ταινίες του δεν είναι εμπορικές και τα χρέη της εταιρίας του διογκώνονται διαρκώς. Οδηγεί για να πάει από το Παρίσι στο εξοχικό του να βρει την οικογένειά του, και τα δυο του χέρια και το ένα του στόμα πρέπει να καταφέρουν να ρυθμίσουν ταυτόχρονα οδήγηση, ασταμάτητο κάπνισμα και αδιάκοπες συνομιλίες στα δυο του κινητά. Καπρίτσια σκηνοθετών, καπρίτσια πρωταγωνιστών, προϋπολογισμοί που ξεφεύγουν, ένα σωρό πρακτικά ζητήματα που πρέπει να οργανώσει και επιλύσει. Αναπόφευκτα, ένας άνθρωπος τόσο απορροφημένος με τη δουλειά του και τόσο πολυπράγμων, όσο παρών κι αν προσπαθεί και αν θέλει να είναι με την οικογένεια του, καταλήγει συχνά να είναι οιονεί παρών, να είναι εκεί και να μην είναι. «Πολύ ωραία σκουλαρίκια αυτά που φοράς», θα πει στην μεγάλη του κόρη. «Μα εσύ μου τα είχες πάρει». «Ναι, έχεις δίκιο. Τα φοράς συχνά;». «Συνέχεια». Ακόμα και στις διακοπές θα δούμε την μεσαία του κόρη να κολυμπά στην πηγή ενός ποταμού και όταν η κάμερα φύγει από αυτήν αναζητώντας την υπόλοιπη οικογένεια θα τον εντοπίσει με το μαγιό του πάνω σε ένα βράχο να μιλά στο κινητό.

«O Πατέρας των Παιδιών μου» αποτελεί έναν φόρο τιμής στον παραγωγό Iμπέρ Μπαλσάν. Η ταινία βραβεύτηκε στο περσινό «Ένα κάποιο βλέμμα» του Φεστιβάλ των Καννών, ωστόσο, το βλέμμα το διαφορετικό, το βλέμμα που θα αφήνει στίγμα απουσιάζει, υποψία που πρωτογεννιέται όταν οι τίτλοι της αρχής δείχνουν μερικές «ό,τι να ΄ναι» σκηνές του Παρισιού, για να ολοκληρωθεί με τους τίτλους τέλους και τo «Que sera sera», τραγούδι που για να μπει εν έτει 2009 στο τέλος μιας ταινίας χωρίς παιγνιώδη διάθεση αλλά εντελώς «κυριολεκτικά», σημαίνει ότι κάτι πάει λάθος. Στο ενδιάμεσο η ταινία είχε κοιτάξει τον ήρωά της μόνο επιφανειακά, είχε κοιτάξει μόνο την εξωτερική του εικόνα, μην μπορώντας -ή μην θέλοντας- να διερευνήσει τον ψυχικό του κόσμο και την βαριά κατάθλιψη από την οποία έπασχε, μια κατάθλιψη που δικαιολογεί τις αντιδράσεις του πολύ πιο πειστικά από τα οικονομικά προβλήματα της εταιρίας του, με αποτέλεσμα μέσα στην ταινία οι αντιδράσεις του να φαντάζουν τραβηγμένες και δραματουργικά αστήρικτες.

Αφού ο πρωταγωνιστής της ταινίας είναι ιδιώτης παραγωγός που γυρνά ταινίες που δεν βγάζουν τα λεφτά τους, που δεν την παλεύει, που θα χρεοκοπήσει, το πνεύμα των ημερών μας δεν αντέχει τον πειρασμό και έρχεται να βροντοφωνάξει: Φαντάσου να είσαι Κράτος και να χρηματοδοτείς εις τη νι ταινίες που δεν βγάζουν τα λεφτά τους. Και φαντάσου να χρηματοδοτείς κι ένα σωρό άλλα πράγματα μη ανταποδοτικά από οικονομική σκοπιά. Χρεοκοπείς μετά ή δεν χρεοκοπείς; Σε μια σκηνή η γραμματέας λέει στον παραγωγό: «Να σας θυμίσω ότι το απόγευμα έχετε ραντεβού με τον λογιστή». «Καλά που μου το είπες, γιατί τα ραντεβού με τον λογιστή όλο τα ξεχνάω», της απαντά. Όπως η ελληνική κοινωνία ξεχνούσε συνεχώς το ραντεβού με το λογιστή της και τώρα καλείται να πληρώσει το λογαριασμό, όπως και ένα σωρό άλλες ευρωπαϊκές κοινωνίες. Επειδή όμως συμβαίνει τόσο εκτεταμένα, δεν μπορείς παρά να αναρωτηθείς αν αυτό που τελικά συνέβη είναι μόνον ότι ξεχνούσαμε το ραντεβού με τον λογιστή ή και ότι τώρα ζούμε σε μια περίοδο που έχουμε μεταβάλει το λογιστή σε δικαστή, νομοθέτη, κυβερνήτη, κατηχητή και Μωυσή.

Αν επικρατήσει παντού και πάντα μόνο το στενά οικονομικό κριτήριο, τότε θα κλειστούμε σε έναν φαύλο κύκλο που θα γυρίζεται εκ των προτέρων μόνο αυτό που θα εικάζεται βάσει συνταγών ότι θα αρέσει, οι διαφορετικές προτάσεις ολοένα και θα ελαττώνονται, το ίδιο και οι εκπλήξεις, ο τρόπος σκέψης και η αισθητική θα ομογενοποιούνται χωρίς διέξοδο, όλα θα γίνουν κάτι σαν την ελληνική ιδιωτική τηλεόραση, η οποία είκοσι χρόνια τώρα δεν έπαψε να δίνει στον κόσμο «αυτό που θέλει να δει», έχοντας δημιουργήσει μια μεγάλη αισθητική, πνευματική και πολιτική μαύρη τρύπα. Κι ό,τι ισχύει για το σινεμά, ισχύει για την κοινωνία γενικότερα. Το να ρυθμίζονται όλα με όρους οικονομικής ανταποδοτικότητας οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια σε καταστάσεις πολύ πιο περίεργες από ό,τι μια χρεοκοπία.

Μολονότι το καλοκαίρι δεν είναι και η καλύτερη κινηματογραφικά εποχή, ξεκινάς να πας σινεμά με όρεξη. Γιατί το θερινό σινεμά μπορεί να έχει ένα σωρό μειονεκτήματα αναφορικά με τις γενικότερες συνθήκες προβολής και θέασης, αλλά δεν παύει να είναι Ιούνιος, και το να πίνεις σε θερινό σινεμά μια μπύρα (στις καραβίσιες βέβαια τιμές των κινηματογραφικών μπαρ) είναι μια αυτοτελώς όμορφη εμπειρία, αυτοτελώς και ανεξάρτητα από το πόσο καλή είναι η ταινία που βλέπεις, πόσο μάλλον στην συγκυρία του φετινού καλοκαιριού, σε μια συγκυρία δηλαδή που δεν γνωρίζεις αν θα μπορείς να επαναλάβεις την εμπειρία και τα επόμενα χρόνια ή αν εν τω μεταξύ θα έχουν χρεοκοπήσει οριστικά η χώρα, οι πολίτες της, οι κινηματογράφοι, οι μπύρες, οι Ιούνηδες.