Με δυο λόγια δεν μπορεί να περιγράψει κάποιος τη Λένα Κιτσοπούλου. Η ορμή της είναι τέτοια που η έννοια του αναγεννησιακού καλλιτέχνη μοιάζει κλισέ, γιατί η Κιτσοπούλου είναι πάντα μια έφηβη που συναισθάνεται την τέχνη όσο περνά ο χρόνος με όρια που διαρκώς διευρύνονται. Γιατί η Κιτσοπούλου, το πιο hot πρόσωπο της ελληνικής σκηνής εδώ και πολλά χρόνια, είναι ένα πρόσωπο ανεξάρτητο, καλλιτεχνικά ανένταχτο, συγκροτημένο και σταθερά προσανατολισμένο στο να μας αποκαλύπτει κάθε τόσο και με άλλο τρόπο μια πτυχή του δαιδαλώδους κόσμου της. Η Κιτσοπούλου έχει ταλέντο φυσικό και απροσποίητο, χάρισμα με πολλές απολήξεις όταν γράφει και όταν παίζει όταν σκηνοθετεί και τραγουδάει, όταν πιάνει να κάνει χειροτεχνίες και γλυπτά, όταν απλώνει ένα μεγάλο τελάρο με το πολύμορφο σύμπαν της.

Η Λένα Κιτσοπούλου με την παρουσία της συνοψίζει τη μοναδικότητα της τέχνης, με τον χαρακτήρα της τη μοναδικότητα του καλλιτέχνη που κάθε τόσο μας προκαλεί με κάτι νέο και το προσφέρει απλόχερα, άφοβα, τολμηρά και αποκαλυπτικά. Σε λίγες ημέρες εγκαινιάζεται η πρώτη μεγάλη ατομική της έκθεση με πίνακες και γλυπτά στην γκαλερί The Breeder. Στο στούντιό της στα Πατήσια, μας αφηγείται τις μέρες και τις νύχτες της με τη ζωγραφική:

Όσοι με ξέρουν πάντα με έβλεπαν να φτιάχνω πράγματα, να σχεδιάζω και να ζωγραφίζω στο περιθώριο μιας άλλης δουλειάς. Η ιστορία αυτής της έκθεσης ξεκίνησε στις πρόβες του Βυσσινόκηπου, σε μια γωνία ζωγράφιζα με ό,τι μου έφερναν δώρο, με μαρκαδόρους, με τέμπερες και μετά το συνέχισα. Γνώρισα τους Breeder και με κάλεσαν με μεγάλη γενναιοδωρία να κάνουμε κάτι μαζί. Με εμπιστεύτηκαν, με ενθάρρυναν και για μένα αυτό ήταν μεγάλο δώρο.

Εδώ εξελίχθηκε μια ιστορία παλιά, εγώ με ένα μολύβι να ζωγραφίζω πάντα στις πρόβες τις σκηνές που ήθελα να σκηνοθετήσω ή να καταπιάνομαι κάθε τόσο με διάφορα υλικά. Πάντα έφτιαχνα  πράγματα με τα χέρια μου, κεραμικά, γλυπτά, κόμικς, στους φίλους μου χάριζα ιστορίες της ζωής μας σε βιβλιαράκια, πάθαινα πάντα μια έξαψη, μια τρέλα με τη χειροτεχνία, αλλά και με το χειροποίητο, θέλω να είμαι υδραυλικός και να φτιάχνω βρύσες, και τεχνίτης που πλέκει ψάθινες καρέκλες που φτιάχνει τσόχες, όταν δω εργαστήριο αναστατώνομαι, έχω μαχαιράκια για να σκαλίζω ελαφρόπετρες, ας πούμε, διάφορα υλικά, του τεχνίτη, αλλά πάντα αυτά υπήρχαν παράπλευρα με αυτά που έγραφα ή σκηνοθετούσα ή έπαιζα.

Αυτό που κάνω εδώ δεν είναι παράπλευρο του θεάτρου, είναι τόσο μεγάλο όσο μια παράσταση. Εφάμιλλο, το αποκαλώ. Είναι ένα πράγμα μεγάλο και επειδή είναι πρώτη φορά που έχω μπει στη διαδικασία εκπλήσσομαι με τον εαυτό μου όχι μόνο με τις θεματολογίες αλλά και με τον τρόπο που έχω μπει στη διαδικασία σαν να έχω μπει σε έναν έρωτα. Ξυπνάω και κοιμάμαι και το μυαλό μου είναι εδώ, ξυπνάω με όρεξη και κέφι, διασχίζω όλη την Αθήνα για να φτάσω στα Πατήσια και πέφτω με φοβερή έξαρση στη ρουτίνα που έχω φτιάξει. Ήμουνα πολύ καιρό σε έναν τόπο κλειστό, εκεί που λες τα έχω δει όλα, το έχω δει το έργο, και ξαφνικά άνοιξε μια χαράδρα ζωής. Βοηθάει και η περιοχή, δεν ξέρω κανέναν, ακούω απέξω να μιλούν άλλες γλώσσες, και εγώ είμαι εδώ σε αυτό τον άδειο χώρο και πέφτω στα πατώματα, ανακαλύπτω τα πινέλα, τα χρώματα, ένα χέρι, ένα μάτι σαν να ανοίγουν λαγούμια και πρέπει να μπω να τα εξερευνήσω.

Στέκομαι μπροστά σε ένα κενό καμβά και ξεκινάω συνήθως από ένα πρόσωπο κεντρικό και αρχίζω να χτίζω, είναι ο ίδιος τρόπος με τον οποίο γράφω και σκηνοθετώ, δεν προσχεδιάζω τίποτα, έρχεται η φαντασία μου και συμπληρώνει. Όσο προχωράω έχω την εντύπωση ότι όλα αυτά είμαι εγώ. Υπάρχει πάντα το θέμα του παιδιού, το παιδί που δεν έχω, το παιδί που είμαι, το παιδί από το οποίο δεν μπορώ να ξεφύγω, το γήρας που με φοβίζει γιατί δεν θέλω να γεράσω, η επιθυμία μου να θέλω να μείνω πάντα δώδεκα χρονών. Έχω κόλλημα με την παιδική ηλικία, στα όνειρά μου είμαι πάντα δώδεκα χρονών. Πιθανώς τότε ήταν όλα ανοιχτά, δεν υπήρχαν ρόλοι, δεν υπήρχε ανησυχία για το τι σημαίνει άντρας ή γυναίκα, ίσως γι’ αυτό και οι άνθρωποι που φτιάχνω είναι ερμαφρόδιτοι, δεν έχει σημασία το φύλο τους ή είναι όλα τα φύλα μαζί.

Νομίζω πως αυτά που κάνω είναι πολύ προσωπική ιστορία χωρίς να ξέρω ακριβώς από πού έρχονται. Περιέχει και τα πράγματα που με έχουν βιάσει, με έχουν πονέσει, με έχουν ακυρώσει, με αυτά που βλέπω στα όνειρά μου μαζί και με στοιχεία ρεαλισμού, ένα αντικείμενο, ένας χώρος σαν καθημερινός και όλες αυτές οι κόντρες είναι σαν εργαλεία ισορροπίας. Εκεί που πάω να απογειωθώ γειώνομαι, κι αυτό είναι το γούστο μου, η ζωή μου, γι’ αυτό βρίζω, έχω ένα κυνισμό… Για να μη φύγω να μην απογειωθώ και πληγωθώ παρόλο που δεν γλυτώνεις ποτέ από αυτό.

Έχω σκεφτεί πολλές φορές ότι έπρεπε να κάνω τέτοιες σπουδές, να πάω στην Καλών Τεχνών, για τα εργαστήρια πιο πολύ, για τους χώρους, αλλά και εδώ κάνω μια σπουδή μόνη μου και έχω ανθρώπους γύρω μου, τους καλύτερους και να μου μιλήσουν και να μιλήσω γι’ αυτά που θέλω. Στο στούντιο έχει εξασκηθεί το μάτι μου, έχω εξελιχθεί τεχνικά από την ώρα που ξεκίνησα, γιατί η άγνοια στην αρχή σε κάνει πιο ελεύθερο κάπως και εμένα σαν χαρακτήρα με διακατέχει το θάρρος και να φτιάξω και να χαλάσω κάτι, να απλωθώ και μετά να αρχίσω να μαθαίνω να δουλεύω με μεγαλύτερη λεπτομέρεια.

Η γλυπτική με τρελαίνει, μου αρέσει και εδώ και χρόνια. Στη Σαντορίνη, έχω την τύχη να έχω φίλο τον Ανδρέα Μάκαρη που είναι ένας από τους πιο σπουδαίους κεραμίστες, ένας καταπληκτικός τεχνίτης και επειδή έχω περάσει πολλές ώρες στο εργαστήρι τους, παρακολούθησα πολλά χρόνια τη διαδικασία και έπαιρνα κι εγώ έναν πηλό και τον σκάλιζα, πουλούσα, ζωγράφιζα κεραμικά, έκανα σχέδια, άκουγα για τα ψησίματα, έπαιρνα τις πληροφορίες και άρχισα να τα εξελίσσω οπότε και αυτή τη διαδικασία την έχω προχωρήσει και νομίζω έχουν πολύ σχέση με αυτό που ζωγραφίζω. Λειτουργώ ενστικτωδώς, με κινεί το ένστικτο και το προσωπικό γούστο, τίποτα άλλο.

Ιnfo έκθεσης:

Between my legs | 12 Δεκεμβρίου – 1 Φεβρουαρίου 2020 | The Breeder