Τα κείμενα του Τενεσί Ουίλιαμς, όπως συμβαίνει με πολλά έργα του αμερικάνικου ρεπερτορίου (Ο’Νηλ, για παράδειγμα), προκειμένου να παρουσιαστούν σήμερα και να αφορούν το κοινό του 2021, χρειάζονται κάτι –μια λοξή ματιά, μια ιδέα, μια θεώρηση- που να τα κάνει να ξεκολλήσουν από τον ρεαλισμό. Αν επιχειρήσει κανείς να τα ανεβάσει «α λα παλαιά», χωρίς περαιτέρω σκέψη, ως «νατούρα», που λένε, το αποτέλεσμα φαντάζει γερασμένο, κουραστικό, στερούμενο περιεχομένου. Όπως -καλή ώρα (; )- το συγκεκριμένο.

Από τα παιδικά μου χρόνια και τις πρώτες θεατρικές παραστάσεις της ζωής μου, λίγες φορές έχω δει ρεαλιστική σκηνογραφία με ανοιχτό τον «τέταρτο τοίχο» και τους ηθοποιούς να κάνουν περατζάδα κάθε τόσο σφυρίζοντας ή μαρκάροντας ποικιλότροπα. Ή το να λέει η ηθοποιός: τότε ακούστηκε ένας πυροβολισμός – και να ακούμε το «μπαμ»! Πίστευα πως τα έχουμε αφήσει πλέον πίσω μας αυτά. Το ίδιο ισχύει και με τους υπέρτιτλους με τις σκηνικές οδηγίες (Νέα Ορλεάνη 1947, Αρχές Αυγούστου-απόγευμα, Δύο η ώρα το ίδιο βράδυ κ.ο.κ). Στο σύγχρονο θέατρο οι θεατές είναι εκπαιδευμένοι και οι χρονικές ελλείψεις μετρήσιμες. Όταν, δε, η όλη αισθητική της παράστασης και των ερμηνειών ακολουθεί την ίδια γραμμή, τότε αντιλαμβάνεται κανείς από νωρίς πως τον περιμένουν δυόμιση –ατελείωτες- χαμένες ώρες.

Στο θέατρο ο χρόνος είναι αμείλικτος. Από όλες τις απόψεις. Είτε μιλάμε για τον χρόνο που παρήλθε ανεπιστρεπτί από την εποχή που το θέατρο έμοιαζε κάπως έτσι, είτε για τα 150 λεπτά που καλείται ο θεατής να περάσει μέσα στη Σκηνή «Νίκος Κούρκουλος». Στην πρώτη περίπτωση, οφείλει κανείς να έχει υπόψιν του την εποχή του, τις εξελίξεις στην Τέχνη του, το τι είναι πλέον αφόρητα ξεπερασμένο. Ουδέποτε ένας εικαστικός θα επιχειρήσει να επαναλάβει μια φόρμα εξαντλημένη εδώ και δεκαετίες, εκτός αν θέλει να τη σχολιάσει, να τη μεταβάλει, να την παρωδήσει, να την χρησιμοποιήσει ως αναφορά κάποιου είδους. Δεν κατάλαβα πώς θεωρούμε ότι στο θέατρο επιτρέπεται η στείρα αναπαλαίωση. Κι αν κάποιος επιθυμεί να επιμείνει στην παλιά σχολή, στο «κλασικό», θα πρέπει να γνωρίζει πολύ καλά πώς αυτό λειτουργεί: την τεχνική του, τις ακρίβειές του, τους ρυθμούς του. Εδώ τίποτα τέτοιο δεν συνέβαινε.

Όσο για τη διάρκεια, δεν έχω κανένα πρόβλημα με τις μεγάλες παραστάσεις – έχω παρακολουθήσει με απόλαυση τετράωρες, εξάωρες, δωδεκάωρες, όπου η κάθε στιγμή είχε λόγο ύπαρξης. Το συγκεκριμένο μονότονο, μονόχορδο, άρρυθμο, επαναλαμβανόμενο, ανέμπνευστο πόνημα, δύσκολο να κρατήσει ζωντανή την προσοχή για τόσο πολύ.

Οφείλω να τονίσω πως εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με μια απόπειρα μιας ανεξάρτητης ομάδας που επιχείρησε και ατύχησε ενοικιάζοντας την αίθουσα ενός θεάτρου, ούτε και μια συντηρητική παράσταση μιας μεγάλης ιδιωτικής εταιρείας παραγωγής που έκρινε πως αυτή ταίριαζε στο προφίλ του κοινού που ήθελε να προσελκύσει –και κατέβαλε το αντίτιμο για τη δημιουργία της. Αυτή είναι μια παραγωγή του Εθνικού, του μεγαλύτερου κρατικού θεάτρου της χώρας. Μεγάλα καράβια, μεγάλες φουρτούνες –ή, στην περίπτωσή μας, μεγάλα ναυάγια. Ακόμα  καλύτερα: τροχαία δυστυχήματα.

Κρίμα κι άδικο  για την Κωνσταντίνα Tάκαλου, μια ηθοποιό με την εμπειρία, τις ικανότητες και τη στόφα να κάνει μια σπουδαία Μπλανς. Ενδιαφέρουσα η δουλειά της με τους τονισμούς της φωνής, αν είχε υποστηριχτεί και εξελιχθεί σκηνοθετικά θα μπορούσε να έχει καταλήξει σε ενδιαφέροντα αποτελέσματα. Αβοήθητη όπως προφανέστατα αφέθηκε, όλα παρέμειναν νεκρό γράμμα, στείρα φόρμα. Έκανε ό,τι μπορούσε. Αλλά η προσπάθεια ενός ηθοποιού δεν δημιουργεί συνολική άποψη για το έργο.

Η Νάνσυ Μπούκλη με το φιζίκ της και τη σπουδαία της φωνή που τη βοηθάει σε όλα, είχε στη φαρέτρα της τον αθώο αισθησιασμό της Στέλλας. Χωρίς ιδιαίτερη στήριξη, δεν μπόρεσε να πάει πιο πέρα. Παρέμεινε στο πλαίσιο του αξιοπρεπούς.

Ο πολύπειρος Ιερώνυμος Καλετσάνος φρόντισε ευφυώς να κρατήσει τα πράγματα όσο πιο απλά γινόταν. Η επιλογή του τον προστάτεψε από γραφικότητες.

Δυστυχέστατα, ουδείς άλλος διεσώθη από το πολύνεκρο. Πλήρως εκτός τόπου και χρόνου ο Αποστόλης Τότσικας, επιχείρησε –φευ- να προσεγγίζει σήμερα τον Κοβάλσκι με μούτες και πόζες, και μια «άγρια», «τσαμπουκαλεμένη» φωνή διαρκώς ίδια. Όμως ο Κοβάλσκι δεν είναι τα «Τσακάλια» του Δαλιανίδη. Αν ήταν δική του ιδέα, πλανάται πλάνην οικτράν. Αν τον οδήγησε εκεί ο σκηνοθέτης του, τον εξέθεσε ανεπανόρθωτα. Έδωσε την εντύπωση πως το σύνολο της προετοιμασίας του για τον ρόλο ήταν στο γυμναστήριο.

Η Ίντρα Κέιν έχει, ως γνωστόν, ωραία φωνή.

Info παράστασης:

Λεωφορείον ο πόθος | 12 Νοεμβρίου 2021 – 2 Φεβρουαρίου 2022 | Σκηνή «Νίκος Κούρκουλος», Εθνικό Θέατρο