Νοέμβριος 2011
National Gallery, Λονδίνο

Πρόκειται για την πιο πολυσυζητημένη έκθεση της χρονιάς, με τα online εισιτήρια ήδη εξαντλημένα και κόσμο να σχηματίζει ουρές που είχε καιρό να δει η Trafalgar square. Δεν μιλάμε φυσικά για άλλον από τον θρυλικό Leonardo Da Vinci (1452-1519) και την έκθεση στη National Gallery του Λονδίνου με τίτλο “Leonardo Da Vinci: Painter at the Court of Milan”.
Όπως υποδεικνύει ο τίτλος, η έκθεση επικεντρώνεται στην περίοδο που ο Leonardo δούλευε στο Μιλάνο υπό τον Δούκα της πόλης, Ludovico Sforza. Το Μιλάνο ήταν μια απόφαση που έδινε στον από τότε πολύ γνωστό καλλιτέχνη, την ευκαιρία να δουλέψει ανενόχλητος τους επιστημονικούς του πειραματισμούς προσφέροντας παράλληλα και τις καλλιτεχνικές του υπηρεσίες. Ύστερα επομένως από την ολοκλήρωση της εκπαίδευσής του στη Φλωρεντία και την εργασία του εκεί για μερικά χρόνια, αναχώρησε για το Μιλάνο σε ηλικία περίπου 30 ετών (1482). Από την πόλη έμελλε να αποχωρήσει μόνο μετά από την πτώση του πλούσιου πατρόνα του, το 1499.

Στις αίθουσες της National Gallery, ο επισκέπτης έχει για πρώτη φορά στην ιστορία την ευκαιρία να περιηγηθεί ανάμεσα σε όλα σχεδόν τα έργα του καλλιτέχνη από τη συγκεκριμένη περίοδο (εκτός από τον Μυστικό Δείπνο που παραμένει στον τοίχο της Santa Maria delle Grazie, Μιλάνο), που έχει χαρακτηριστεί από πολλούς ιστορικούς τέχνης ως η πλέον δημιουργική. Μια ακόμη πρωτιά για τους επιμελητές του μουσείου είναι και η έκθεση ενός έργου με τίτλο Χριστός Σωτήρας το οποίο πρόκειται για μια νέα ανακάλυψη εφόσον αποδόθηκε πολύ πρόσφατα στο ζωγράφο, αν και αρκετοί είναι αυτοί ακόμη που έχουν επιφυλάξεις (ανήκει σε ιδιωτική συλλογή, μην παραξενευτείτε αν μέσα στο 2012 βρεθεί προς πώληση από κάποιον μεγάλο οίκο). Μοναδική είναι η ευκαιρία επίσης να δει κανείς τους πίνακες του μαέστρου μαζί με τα σχέδιά του, που έχουν τύχει πολύ συχνότερης έκθεσης, καθώς και των δύο παρόμοιων εκδοχών της Παναγίας των Βράχων (Virgin of the rocks), μια στη συλλογή της National Gallery και μια στο Louvre. Τέλος, αν όλα τα παραπάνω δεν είναι αρκετά, σε μια προσπάθεια να καλυφτεί το κενό που αφήνει η απουσία του πρωτότυπου Μυστικού Δείπνου, εκτίθεται ένα αντίγραφο του έργου, από έναν μαθητή του Leonardo τον Giampietrino,φιλοτεχνημένο λίγο μετά την ολοκλήρωσή του πρωτότυπου. Έτσι βλέπει κανείς λεπτομέρειες που έχουν πια χαθεί για πάντα στην εκδοχή του Leonardo λόγω της τεχνικής και της σύστασης των χρωμάτων που, σαν ανήσυχο πνεύμα, είχε χρησιμοποιήσει.
Όσον αφορά στο στήσιμο της έκθεσης, για έναν τακτικό επισκέπτη της National Gallery, δεν αποτελεί καμία έκπληξη: γκρι τοίχοι, δωμάτια οργανωμένα θεματικά και φράσεις αποφθέγματα να φιγουράρουν περιστασιακά ανάμεσα στα έργα και το εισαγωγικό κείμενο της κάθε αίθουσας. Πέραν των έργων του ίδιου του Da Vinci, παρατίθενται αρκετά έργα των μαθητών του, απόδειξη της επιρροής του καλλιτέχνη στην παραγωγή της εποχής αλλά και της απαράμιλλης ποιητικότητας του έργου του, εφόσον πλάι στα έργα του μεγάλου δασκάλου, αυτά των μαθητών φαντάζουν σαν όχι και τόσο πετυχημένες απομιμήσεις.

Τελικά, όμως, αξίζει ο θόρυβος γύρω από την έκθεση, η ταλαιπωρία που υφίσταται ο επισκέπτης καθώς και το διόλου ευκαταφρόνητο ποσό των 16 λιρών (20 ευρώ περίπου); Εάν είσαι από τους λίγους τυχερούς με το πολυπόθητο εισιτήριο στο χέρι καταλήγεις σε ένα χώρο με υπερβολικό κόσμο (το σύστημα με προγραμματισμένη είσοδο συγκεκριμένου αριθμού επισκεπτών δε φαίνεται να λειτουργεί). Δεκάδες επισκέπτες με τους οδηγούς τους στο χέρι ή τα ακουστικά τους θεωρούν ότι αυτή είναι η καλύτερη στιγμή να μάθουν τις πληροφορίες που θα «ξεκλειδώσουν» τον μυστικιστικό κόσμο του ζωγράφου. Κάθε όμως πνευματικότητα, απαραίτητη για την πραγματική επικοινωνία του έργου με το θεατή χάνεται μέσα σε αυτό το supermarket κουλτούρας. Καταλήγεις να σπρώχνεις, να πατάς και να πατιέσαι και ξαφνικά αντιλαμβάνεσαι ότι κάπου το έχεις ξαναζήσει αυτό…στο Λούβρο μπροστά στη Τζοκόντα όπου ανάμεσα σε απαράμιλλους Τισιανούς και Βερονέζε, που δεν κοιτάει ποτέ κανείς, λάμπει μέσα στα φλάς η θλιμμένη πριγκίπισσα- σύμβολο του μουσείου.

Θέλει επομένως πολύ κόπο να δει κανείς πέρα από όλα αυτά και να αντιληφθεί την πραγματική μεγαλοφυΐα του Leonardo. Η έκθεση αν και ανυπόφορα κουραστική και απογοητευτική από πολλές απόψεις, στέκει ως λαμπρή απόδειξη της δύναμης των μεγάλων καλλιτεχνών. Ειδικά στα ατέλειωτα έργα του είναι εμφανής η εκπληκτική του σχεδιαστική ικανότητα που με λίγες γραμμές δίνει πνοή σε ένα κομμάτι χαρτί ή καμβά. Αυτό που λείπει όμως είναι το υποστηρικτικό υλικό. Προσφέρονται πληροφορίες για το ποιός ήταν ο Δούκας Sforza, για τους βασικούς μαθητές του καλλιτέχνη καθώς και για τις ιδέες που χαρακτηρίζουν το έργο του. Αλλά τί γινόταν στην καλλιτεχνική σκηνή της Ιταλίας εκείνη την περίοδο και πώς ο Leonardo διαφοροποιείται; Ποιά χαρακτηριστικά της παράδοσης τον επηρέασαν και πώς βοήθησε να αναπτυχθούν και να γίνουν κάτι νέο; Και το πιο σημαντικό, γιατί κόπιαζε τόσο να αποδείξει ότι η ζωγραφική είναι ανώτερη της φύσης ή της γλυπτικής;

Μήπως τελικά οι επιμελητές αγωνιώντας να κρατήσουν έναν ακαδημαϊκό χαρακτήρα και να ξορκίσουν την περσόνα του Leonardo όπως έγινε γνωστή μέσω των βιβλίων του Dan Brown ξέχασαν αρχικά να εντάξουν τον καλλιτέχνη και το έργο του στην εποχή τους καθώς και να ρισκάρουν να κάνουν κάτι νέο; Αναγνωρίζοντας τη μοναδικότητα της έκθεσης δεν μπορώ παρά να αναρωτιέμαι μήπως ήταν μια χαμένη ευκαιρία και ότι για ακόμη μια φορά θεωρήθηκε ότι το όνομα του Leonardo και ο αριθμός των έργων είναι αρκετό να φέρει τα πλήθη στη National Gallery. Και όμως μια προσωπικότητα τόσο ευφυής, που επιδιδόταν σε συνεχής πειραματισμούς πάνω σε διάφορους τομείς, που δεν ενδιαφερόταν τόσο για την ολοκλήρωση ενός έργου, όσο για την εύρεση της τελειότερης σύνθεσης ή τεχνικής, αξίζει κάτι πρωτότυπο που θα απαιτεί περισσότερη προσπάθεια και από μέρους του θεατή, ο οποίος προς το παρόν φεύγει ικανοποιημένος που μπορεί να πει στους φίλους και γνωστούς ότι πήγε στο Leonardo, το γεγονός της χρονιάς…