Lee Krasner: Living Colour είναι ο τίτλος της έκθεσης της Barbican Art Gallery του Λονδίνου, από τις 30 Μαΐου έως την 1η Σεπτεμβρίου του 2019 που μας καλεί να επανεκτιμήσουμε την καλλιτεχνική κληρονομιά της. Η Λι Κράσνερ, εικαστικός και σύζυγος του Τζάκσον Πόλοκ, συνοδοιπόρος του σε μια διαδρομή χωρίς όρια, έζησε εξωθώντας στα άκρα την αντίληψη για τα όρια της ζωγραφικής.

Μια μέρα, θέλοντας να ακούσει τη γνώμη της Λι Κράσνερ για έναν πίνακά του, δεντης ζήτησε να του πει αν τον έβρισκε «καλό» ή «κακό», αλλά αρκέστηκε να τη ρωτήσει: «Είναι ή όχι ζωγραφική;».

Η Κράσνερ έζησε με έναν άνθρωπο δύσκολο, φιλόδοξο, αλκοολικό, καταθλιπτικό, που η δημιουργική περίοδός του κράτησε δέκα χρόνια. Εξαιτίας της ο Πόλοκ σταμάτησε για δυο χρόνια το ποτό, όταν τον έπεισε να ασχοληθεί αποκλειστικά με τη ζωγραφική του. Ήταν η περίοδος ακριβώς μετά το γάμο τους το 1944 όταν είχαν μετακομίσει στο Λονγκ Άιλαντ. Η Κράσνερ εργαζόταν  για τη συντήρησή τους, ενώ ο Πόλοκ αφοσιώθηκε ολοκληρωτικά στη ζωγραφική. Την περίοδο αυτή, η οποία θεωρείται από τις δημιουργικότερες για τον Πόλοκ, επινοεί την τεχνική του dripping.

Το τι σημαίνει να είσαι μια γυναίκα εικαστικός, σύζυγος του «μεγαλύτερου εν ζωή εικαστικού της Αμερικής», όπως είχε γράψει το Time το 1951, είναι δύσκολο να το φανταστούμε. Αυτό που είναι βέβαιο είναι ότι η καλλιτεχνική ιδιοφυΐα του Πόλοκ κυριολεκτικά «κατάπιε» τις δημιουργίες της Κράσνερ, αφού για τους περισσότερους ήταν απλώς η συμπονετική σύζυγό του.

Η καριέρα της Κράσνερ διήρκεσε πενήντα χρόνια και με τα 100 έργα της, η έκθεση στο Barbican Art Gallery κάνει μια χρονολογική αναδρομή από την εμφάνιση των πρώιμων αυτοπροσωπογραφιών της, τα ζωγραφικά σχέδια με κάρβουνα, τις μεγάλης κλίμακας αφηρημένες ζωγραφιές, τα κολάζ και τη φημισμένη σειρά  έργων της “Little Images”.

Καινοτόμος που επηρεάστηκε από τον κυβισμό του Πικάσο, τον αφηρημένο εξπρεσιονισμό των Αμερικανών δημιουργών και την πολύχρωμη μορφή του κολάζ η Κράσνερ ανέπτυξε μια δική της μοναδική γλώσσα και δε δίσταζε να καταστρέψει ή να ανακυκλώσει τα έργα που δεν ανταποκρίνονταν στα υψηλά της πρότυπα.

Γεννημένη από Ρώσους μετανάστες το 1914 στο Μπρούκλιν, η Κράσνερ αποφάσισε να γίνει ζωγράφος, όταν ήταν 14 ετών και γράφτηκε για να παρακολουθήσει μαθήματα τέχνης, στο Irving High School for Girls και συνέχισε στη National Academy of Design. Η εκπαίδευσή της ήταν διαρκής και η ίδια εξαιρετικά ανεξάρτητη, καθώς είχε καταφέρει να αποκτήσει μια εκτεταμένη και διεξοδική καλλιτεχνική εκπαίδευση.  Υπάρχουν σχετικά λίγα έργα που σώθηκαν από αυτή τη χρονική περίοδο εκτός από λίγες αυτοπροσωπογραφίες και νεκρές φύσεις, καθώς τα περισσότερα έργα κάηκαν.

Η Κράσνερ επηρεάστηκε έντονα από την ίδρυση του Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης το 1929 και στη δεκαετία του ’30 άρχισε να μελετά συστηματικά τη σύγχρονη τέχνη. Για τις γυναίκες ήταν μια δύσκολη εποχή γεμάτη προκαταλήψεις. Ο δάσκαλός της Χανς Χόφμαν της είπε: «αυτό το έργο είναι πολύ καλό, δεν μπορείς να ξέρεις ότι το έχει κάνει μια γυναίκα».

Αντίθετα ο Πιέτ Μοντριάν κάποτε της είπε: «Έχετε έναν πολύ ισχυρό εσωτερικό ρυθμό, δεν πρέπει ποτέ να τον χάσετε». Η Κράσνερ ταλαιπωρήθηκε επί σειρά ετών, δούλεψε κάνοντας άλλη δουλειά, ως σερβιτόρα και τελικά εντάχθηκε το 1940 στους Αμερικανούς Αφηρημένους Καλλιτέχνες. Ήταν μία από τις λίγες γυναίκες που διείσδυσαν στη σχολή της Νέας Υόρκης στη δεκαετία του ’40 και στη δεκαετία του ’50.

Όταν συναντήθηκε με τον Πόλοκ ήταν ήδη καθιερωμένη προσωπικότητα στην Νεοϋορκέζικη σκηνή τέχνης και εξέθεταν μαζί σε μια ομαδική έκθεση το 1941 στην γκαλερί McMillen. Το ζευγάρι παντρεύτηκε τον Οκτώβριο του 1945 και σύντομα μετακόμισε σε μια αγροτική αγροικία του Ίστ Χάμπτον. Η ζωή τους ήταν τρικυμιώδης αλλά εργάζονταν διαρκώς εκείνος στον αχυρώνα του σπιτιού και εκείνη  σε ένα υπνοδωμάτιο στο ισόγειο. Η σχέση τους έγινε εξαιρετικά δύσκολη και το καλοκαίρι του 1956 ενώ η Κράσνερ ήταν στην Ευρώπη, ο Πόλοκ πέθανε σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα, από το οποίο διασώθηκε η τότε ερωμένη του Ρουθ Κλίγκμαν.

Μετά το θάνατό του η Κράσνερ μετακόμισε στο στούντιό του και άρχισε να κάνει μεγάλης κλίμακας έργα. Υπέφερε από αϋπνίες και αυτή η οδυνηρή διαδικασία μετατράπηκε σε στιλ που φανέρωνε μεγάλη ψυχολογική ένταση και έντονη συναισθηματική κίνηση. Επιστρέφοντας πολλές φορές σε προηγούμενα έργα της τα άλλαζε τελείως κόβοντας και αναδιοργανώνοντας θραύσματα για να δημιουργήσουν νέα κομμάτια. Όταν η τιμή του έργου του Πόλοκ άρχισε να αυξάνεται στη δεκαετία του 1960 χάρη στην ενεργητική προώθηση της Κράσνερ αλλά και της επίμονης άρνησής της να πουλάει τα έργα του σε χαμηλή τιμή, η Πέγκι Γκούγκενχαϊμ πήγε το Ίδρυμα Πόλοκ στα δικαστήρια απαιτώντας τα έργα που είχαν ζωγραφιστεί το 1946 και 1947. Η δικαστική διαμάχη αφορούσε μια φημισμένη σύμβαση που υπέγραψε ο Πόλοκ το 1945 με την Πέγκι Γκούγκενχαϊμ να της δώσει τα περισσότερα έργα του σε αντάλλαγμα για ένα δάνειο 2.000 δολαρίων που είχε πάρει προκειμένου να δώσει προκαταβολή για το σπίτι του και τον αχυρώνα στο Ίστ Χάμπτονς. Μετά από μια μακρά νομική μάχη η απαίτησή της απορρίφθηκε.

Η εικαστική πορεία της Κράσνερ είναι σπουδαία, κάτι περισσότερο από δημιουργική και κράτησε μέχρι το τέλος, μέχρι το θάνατό της το 1984. Τα 100 έργα της στο Barbican Art Gallery, πολλά από τα οποία εκτίθενται για πρώτη φορά στην Ευρώπη, μας συστήνουν μια ζωγράφο που πίστευε στον εαυτό της και την τέχνη της περισσότερο από όσο μπορούσαν να φανταστούν όσοι την αποκαλούσαν απλώς «κυρία Πόλοκ».

Lee Krasner

Lee Krasner

Info έκθεσης:

 Lee Krasner: Living Colour | 30 Μαΐου – 1 Σεπτεμβρίου | Barbican Art Gallery