Ποιοι, πόσοι και γιατί επισκέπτονται τα μουσεία; Στο θέατρο πηγαίνουν πιο συχνά γυναίκες ή άντρες; Kαθημερινή ή σαββατοκύριακο; Είναι πλούσιοι, μορφωμένοι, ποιο είδος μουσικής παρακολουθούν; Αν έχετε έστω μια φορά κάνει αυτές τις ερωτήσεις στον εαυτό σας, είστε και εσείς ένας από αυτούς που αναρωτιούνται για την “Libido Artistica” της Ελλάδας, μια χώρας που δείχνει ακόμα και μέσα στην κρίση να βρίσκεται μεν σε κρεσέντο δημιουργίας, κάτι όμως που δεν συμβαδίζει υποχρεωτικά με την αποδοχή της τέχνης και την κατανάλωση του πολιτιστικού προϊόντος από όλες τις τάξεις.

Οι ενδιαφέρουσες αυτές πληροφορίες και τα συμπεράσματα που εξάγονται  για όσα συμβαίνουν τα τελευταία είκοσι σχεδόν χρόνια στην Ελλάδα τόσο σε επίπεδο της καλλιτεχνικής παραγωγής όσο και καλλιτεχνικής ζήτησης είναι το περιεχόμενο ενός βιβλίου που έλειπε από τη χώρα μας, το οποίο συνέγραψαν δύο κοινωνιολόγοι, ο καθηγητής Κοινωνιολογίας ΕΚΠΑ και αντιπρόεδρος του Ιδρύματος Bourdieu στην Ελβετία, Νίκος Παναγιωτόπουλος και η διδάκτωρ Κοινωνιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης Μαρία Βιδάλη, αφού ανέλυσαν με επιστημονικά-θεωρητικά αλλά και εμπειρικά δεδομένα μια «κοινωνική κριτική της καλλιτεχνική ζήτησης» (όπως είναι και ο υπότιτλος) στο βιβλίο  που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια.

Παρόλο που πολλοί από εμάς έχουμε την πεποίθηση ότι το ταλέντο είναι το πιο δημοκρατικό πράγμα στον κόσμο, η τέχνη και η κατανάλωσή της είναι ταξικές, όσο και αν αυτή η αλήθεια μας φαίνεται δυσοίωνη ή απογοητευτική. Το βιβλίο βασίζεται σε συνεντεύξεις και έρευνες που χαρτογραφούν το πολιτιστικό τοπίο και αποκαλύπτουν πολλά και για την πολιτιστική μας φύση.

Το βιβλίο δεν αναφέρεται μόνο στην καλλιέργεια του πνευματικού μας γούστου αλλά και την εκπαίδευση και στον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζουμε το πολιτιστικό αγαθό αν και όταν μας προσφέρεται. Συναντήσαμε τον Νίκο Παναγιωτόπουλο και με τη συζήτηση φώτισε πολλές περιοχές για τις οποίες δεν αναρωτιόμαστε αλλά και δεν ρωτάμε, σχετικά με την κατανάλωση του πολιτισμού σήμερα και πώς συνδέουμε την τέχνη, τα ερεθίσματά της με την κοινωνία και τις ανάγκες της.

Με ποιο τρόπο η κοινωνιολογία μάς βοηθάει να βγάλουμε συμπεράσματα σχετικά με την κατανάλωση της τέχνης και σε τι μας χρησιμεύει;

Με τον επιστημονικό τρόπο. Καταδεικνύοντας, δηλαδή, πως η κατανάλωση της τέχνης, όπως κάθε άλλη κοινωνική πρακτική που αποτελεί αντικείμενο της κοινωνιολογίας, είναι κοινωνικά καθορισμένη και δείχνοντας ότι τίποτε –και στο χώρο της τέχνης–δεν είναι χωρίς κοινωνικό λόγο ύπαρξης, δεν κάνουμε, άλλη μια φορά, τίποτε άλλο από το να εξαναγκάζουμε σε φυγή όλες αυτές τις μορφές πίστης, οι οποίες συνδέονται με την καθεστηκυία τάξη πραγμάτων και τις διάφορες μορφές βίας που απορρέουν από αυτήν. Τέτοιες μορφές πίστης στο χώρο της τέχνης είναι αυτές που συνδέουν την κατανάλωση συμβολικών αγαθών με το άτομο, την τεχνική, το οικονομικό ή κυρίως το βιολογικό. Δυστυχώς, για μια σειρά από δομικές αιτίες, η κοινωνιολογία είναι μια πολύ παραγνωρισμένη επιστήμη στη χώρα μας. Δεν είναι ευρέως γνωστό ακόμα στη χώρα μας πως η ανάπτυξη της κοινωνιολογίας συμβαδίζει με το δημόσιο συμφέρον και υπό μια έννοια η λειτουργία της κοινωνιολογίας θα μπορούσε να προσδιοριστεί ως μια λειτουργία δημόσιας υπηρεσίας. Μας δείχνει γιατί τα πράγματα στον κοινωνικό κόσμο έγιναν και παραμένουν έτσι και όχι αλλιώς, πώς η κοινωνική πραγματικότητα, όπως η κατανάλωση της τέχνης για παράδειγμα, αποτελεί ένα κοινωνικό, ιστορικό προϊόν. Άρα, η ανάδειξη των μηχανισμών που την γέννησαν μπορεί να οδηγήσει στη συνειδητοποίηση και των όρων δυνατότητας της αλλαγής αυτής της πραγματικότητας. Παύει πια η πραγματικότητα να αντιμετωπίζεται μοιρολατρικά. Γι’ αυτό η κοινωνιολογική γνώση ασκεί αφ’ εαυτού μια απελευθερωτική επίδραση.

Εγκτάσταση του Νίκου Ναυρίδη στην Ελευσίνα.

Πόσο καιρό και σε τι δείγμα πραγματοποιήσατε αυτή την έρευνα;
 
Ουσιαστικά, οι ερευνητικές φάσεις του συνολικού ερευνητικού εγχειρήματος της εξέτασης του κοινού των ελληνικών μουσείων, των θεατρικών και χορευτικών παραστάσεων με στόχο να διερευνηθούν οι όροι παραγωγής της καλλιτεχνικής ζήτησης στη χώρα μας, εκτείνονται σε μια περίοδο που αρχίζει από τα τέλη της δεκαετίας του ‘90 και καταλήγει στις αρχές της παρούσας δεκαετίας. Μιλάμε για έρευνες, με βάση τις τεχνικές δυσκολίες που υπήρξαν, σε όσο πιο ουσιαστικά αντιπροσωπευτικά μεγάλα δείγματα, έρευνες ποσοτικές βέβαια αλλά και ποιοτικές, διαφόρων μορφών και τύπων, για εις βάθος αναλύσεις των δεδομένων μέσω της χρήσης πολύ εξειδικευμένων και δύσκολα υλοποιήσιμων τεχνικών. Με δυο λόγια, θελήσαμε να παρουσιάσουμε μια παλιάς κοπής έρευνα –τέτοιου τύπου έρευνες, για μια σειρά από λόγους, δεν γίνονται πια εύκολα–, μια ισχυρά θεωρητικά θεμελιωμένη εμπειρική έρευνα που να υπερβαίνει τις πλαστές εξειδικεύσεις και αντιθέσεις που χαρακτηρίζουν το χώρο της κοινωνικής επιστήμης και δημιουργούν δυσχέρειες στην ανάπτυξή της αλλά και στην κοινωνική αναγνωσιμότητα της χρησιμότητάς της.

«Δυστυχώς, για μια σειρά από δομικές αιτίες, η κοινωνιολογία είναι μια πολύ παραγνωρισμένη επιστήμη στη χώρα μας»

Ποιο είναι ένα πρώτο γενικό συμπέρασμα που εξάγουμε διαβάζοντας το βιβλίο; Ότι η τέχνη δεν είναι για όλους;

Δείξαμε ότι τα μουσεία, τα θέατρα, οι χορευτικές σκηνές εξακολουθούν να επιλέγουν με κοινωνικά κριτήρια το κοινό τους και αυτό συμβαίνει γιατί οι σιωπηλές συνθήκες πρόσβασης στα έργα της επίσημης κουλτούρας, δηλαδή η πρόωρη επαφή με αυτά (συνδεδεμένη με την υψηλή κοινωνική καταγωγή), καθώς και η σχολική εκπαίδευση παραμένουν ακόμη άνισα κατανεμημένες μεταξύ των κοινωνικών ομάδων. Επιβεβαιώσαμε την ύπαρξη μιας πολύ δυνατής συσχέτισης μεταξύ της κατανάλωσης της τέχνης και του πολιτισμικού κεφαλαίου που μετρήθηκε, μεταξύ άλλων, μέσω του επιπέδου εκπαίδευσης, μέσω των αποκτηθέντων διπλωμάτων ή, ακριβέστερα, από τον αριθμό των χρόνων σπουδών, τα οποία, όπως ξέρουμε, διαρκώς αυξάνονται. Αυτή η σχέση δεν έχει τίποτα το προφανές, παρ’ όλες τις φαινομενικότητες, καθώς γνωρίζουμε ότι η καλλιτεχνική εκπαίδευση παραμένει ακόμα πολύ περιορισμένη στο πλαίσιο του σχολικού συστήματος – μια διαπίστωση που φαίνεται εξακολουθεί ακόμα και σήμερα να ενοχλεί τους καλλιεργημένους ανθρώπους που τους αρέσει να σκέφτονται πως η κουλτούρα τους αποτελεί δώρο της φύσης. Και, βέβαια, δημόσια, είναι οι ίδιοι οι οποίοι μας προσάπτουν ότι επισημαίνουμε κοινότοπα πράγματα. Όταν η κοινωνιολογία ασκείται στο χώρο της τέχνης γίνεται απολύτως σαφές το γεγονός πως η επιστήμη αυτή δυσκολεύεται να επιβάλει την αναγνώριση των προόδων της εξαιτίας κυρίως του γεγονότος πως η αλήθεια των αντικειμένων της είναι βαθιά απωθημένη μέσω μιας πολύ σύνθετης συλλογικής εργασίας.

Μάθημα ιστορίας μέσα στο μουσείο του Αμβούργου.

Πολλές φορές μας απασχολεί η περίπτωση των ανθρώπων που δεν έχουν ευκαιρίες να έρθουν σε επαφή με την τέχνη από νεαρή ηλικία, τα παιδιά από υποβαθμισμένες περιοχές που δεν πάνε καν σε παιδικά θέατρα ή μουσεία. Πιστεύετε ότι αυτό θα έπρεπε να είναι κάτι που το κράτος/η πολιτεία θα έπρεπε να φροντίσει;

Κατ’ αρχάς να έχουμε συνείδηση τι εννοούμε όταν λέμε πως δεν έχουν ευκαιρίες. Οφείλουμε να εννοούμε πως οι άνθρωποι αυτοί δεν διαμορφώθηκαν μέσα σε κοινωνικοοικονομικές συνθήκες, οι οποίες είναι ικανές να παράγουν στα άτομα αυτά την τάση, την ροπή, την «ανάγκη», τη διάθεση να καταναλώσουν πολιτισμικά αγαθά, να πάνε σε ένα μουσείο, να παρακολουθήσουν μια θεατρική ή χορευτική παράσταση. Οι συνθήκες που φτιάχνουν το αντικειμενικό σκηνικό της ζωής μας γίνονται σώμα μας, μετατρέπονται σε σωματικές διαθέσεις και νοητικά σχήματα. Καθώς οι συνθήκες αυτές κατανέμονται άνισα, παρατηρούμε ότι διαφορετικά άτομα έχουν διαφορετικές διαθέσεις απέναντι σε ίδια πράγματα. Σε σχέση με αυτή την ανισότητα διαμορφώνεται και ο αγώνας κάθε πραγματικής κρατικής πολιτικής της οποίας ο στόχος δεν είναι άλλος από την καθολικοποίηση των συνθηκών πρόσβασης σ’ αυτό που ορίζεται ως καθολικό, εν προκειμένω στην τέχνη.

Τα παιδιά που μαθαίνουν ένα όργανο, πηγαίνουν στο μπαλέτο αναπτύσσουν μια ευαισθησία απέναντι στις τέχνες συνολικά ή ασχολούνται μόνο με το πεδίο στο οποίο εκπαιδεύονται;

Ανάλογα με τη σχέση που διατηρούν τα παιδιά αυτά με την τέχνη, μια σχέση καθορίζεται από τη θέση που κατέχει το πολιτισμικό κεφάλαιο της οικογένειάς του στη συνολική περιουσία της, από τον τρόπο που το απέκτησε και από τον τρόπο που επενδύει σε αυτό. Ας το γενικεύσω και ας χρησιμοποιήσω ένα παράδειγμα για να γίνω πιο κατανοητός. Ας αναφερθούμε στα παιδιά της μικροαστικής τάξης, στα οποία μέσα από τον τρόπο με τον οποίο καταναλώνουν ή ασκούν τέχνη προδίδεται ολόκληρη η σχέση της μικροαστικής τάξης με την κουλτούρα που τους εγχαράσσεται από την οικογένειά τους, και που μπορεί, κατά κάποιον τρόπο, να συναχθεί από το εμφανέστατο «χάσμα ανάμεσα στη γνώση και στην αναγνώριση», όπως πολύ εύστοχα παρατηρούσε ο Μπουρντιέ. Η σχέση που αποκτούν αυτά τα παιδιά με την τέχνη είναι μια σχέση «πολιτισμικής καλής θέλησης», μια ταξική σχέση που εκφράζει μια ενδιάμεση κοινωνική θέση στην κοινωνική ιεραρχία, αυτή του μικρού και αστού, αυτού που έπρεπε να είναι μικρός για να ονομαστεί αστός. Είναι αυτή η κοινωνική θέση η οποία, διαμεσολαβημένη από τις διαθέσεις που παράγει, δημιουργεί μια εκτελεστική σχέση με την τέχνη, μια σχέση που σταδιακά θα εξελιχθεί σε μια σχέση, η οποία θα εκφράζεται, μεταξύ άλλων, π.χ., μ’ ένα αίσθημα αναξιότητας («ωραία είναι η ζωγραφική αλλά δύσκολη» κτλ.), που θα είναι και ένας τρόπος να δηλωθεί ο σεβασμός στη νόμιμη κουλτούρα, θα εκδηλώνεται με έναν ευλαβικό σεβασμό προς την κουλτούρα οδηγώντας τα άτομα να υποκλίνονται κορδωμένα και αγχωμένα στα κουτουρού μπροστά σε οτιδήποτε μπορεί να μοιάζει με κουλτούρα και να αφιερώνουν έναν επιπόλαιο και απερίσκεπτο σεβασμό σε κάθε συνήθεια του grand monde, και πολλά άλλα. Θέλω να πω πως όλα αυτά είναι κοινωνικές αναγκαίες σχέσεις και στάσεις που απορρέουν από κοινωνικούς καθορισμούς που οφείλουμε να γνωρίζουμε αν θέλουμε να κατανοήσουμε τις διάφορες σχέσεις με την τέχνη.

Ουρά στο Θέατρο Πόρτα

Ας περάσουμε στον κόσμο των ενηλίκων. Ποια κοινωνική τάξη έρχεται σε «στενότερη» επαφή με την τέχνη και το κριτήριο είναι οικονομικό ή και κοινωνικό, υπάρχει ατολμία σε κατώτερα κοινωνικά στρώματα να πάνε σε μια όπερα για παράδειγμα;

Είναι αυτά που διαθέτουν ισχυρό πολιτισμικό κεφάλαιο. Άλλα δεν θα μιλούσα για «ατολμία» για τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα. Θα έλεγα πως δεν τα αφορά γιατί, όπως σας είπα, τίποτα δεν έγινε για να συγκροτηθεί μέσα τους η libido artistica, η αγάπη για την τέχνη, το καλλιτεχνικό «βλέμμα» που αποτελεί μια κοινωνική κατασκευή, ένα προϊόν εκπαίδευσης.

Πολλοί παρατηρούμε ότι μας ενδιαφέρει πολύ περισσότερο ως καταναλωτές της τέχνης αυτό που έχει σχέση με την αρχαιότητα, που συνδυάζεται και με άλλα ζητήματα ακόμα και της καταγωγής μας ενώ η σύγχρονη τέχνη δεν δείχνει να μας ενδιαφέρει στον ίδιο βαθμό. Έχετε κάποια εξήγηση γι’ αυτό; Τι πιστεύετε;

Μεγάλο ζήτημα. Η Ελλάδα βρίσκεται σε μια παράδοξη κατάσταση από πολιτισμική σκοπιά. Ο ελληνικός πολιτισμός παραπέμπει, αφενός, στο κοινό θεμέλιο του «Δυτικού πολιτισμού» κάθε φορά που γίνεται αναφορά στην Αρχαία Ελλάδα, αφετέρου, σε έναν πολιτισμό της Νότιας Ευρώπης, εξ ολοκλήρου ιδιαίτερου και τοπικού χαρακτήρα, του οποίου η επίκληση δεν απηχεί πάντοτε τη νεωτερικότητα. Αυτή η αμφισημία ισοδυναμεί κατά κάποιον τρόπο με την ίδια την ουσία κάθε πολιτισμού που αντανακλά εντελώς αυθαίρετα μια ιδιομορφία κι έναν τοπικισμό και, ταυτόχρονα, αποσκοπεί στον οικουμενισμό και φιλοδοξεί να αναχθεί σε υπόδειγμα. Για ιστορικούς λόγους που συνδέονται με τον τρόπο συγκρότησης και εξέλιξης του ελληνικού κράτους και της ελληνικής κοινωνίας, ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός αποτελεί κυρίαρχο τμήμα στο εθνικό μας πολιτισμικό κεφάλαιο, έχοντας αποκρυσταλλώσει, απόλυτα κυρίαρχους μηχανισμούς συσσώρευσης, διατήρησης και αναπαραγωγής της συμβολικής και οικονομικής του αξίας μέσα στο εθνικό πολιτισμικό μας πεδίο.

Ποιος είναι, κατά τη γνώμη σας, ο τρόπος με τον οποίο μπορεί η τέχνη να γίνει πιο φιλική ακόμα και εκτός της εκπαιδευτικής διαδικασίας;

Είναι δύσκολο να δώσω μια σύντομη απάντηση, ωστόσο, με μια φράση θα μπορούσα να πω: με το να αποκτήσουν όλοι βασικά εργαλεία ιδιοποίησης των τεχνών. Πιο συγκεκριμένα όμως, μέσω προγραμμάτων πολιτισμικού εκδημοκρατισμού που δεν θα χαρακτηρίζονται, όπως συνήθως, ούτε από έναν λαϊκιστικό αντιδιανοουμενισμό ούτε από έναν ανιστόρητο και ρατσιστικό αισθητισμό. Τα προγράμματα αυτά θα θεμελιώνονται στην κατάλληλη θεωρία μάθησης, η οποία θα επιτρέπει στους πολιτισμικούς διαμεσολαβητές που τα επεξεργάζονται να προσαρμόζουν τους πρακτικούς όρους υλοποίησης των προγραμμάτων τους στη σχέση που διατηρεί με την τέχνη κάθε κατηγορία του κοινού τους.

Info:

Στο πλαίσιο του εορτασμού της Διεθνούς Ημέρας Μουσείων 2019 με θέμα «Τα Μουσεία ως κόμβοι πολιτισμού – το μέλλον της παράδοσης» το Μουσείο Ηρακλειδών διοργανώνει εκδήλωση – συζήτηση με θέμα Τέχνη για Όλους;

Βασικός ομιλητής ο καθηγητής του τμήματος Επικοινωνίας και ΜΜΕ του ΕΚΠΑ
κ. Νίκος Παναγιωτόπουλος.

Την εκδήλωση συντονίζει η δημοσιογράφος κ. Αργυρώ Μποζώνη.

Η εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί το Σάββατο 18 Μαΐου και ώρα 13:00, στο 2ο όροφο του Μουσείου, στην οδό Ηρακλειδών 16, Θησείο.  Είσοδος ελεύθερη