Φιλοξενείσαι λίγες μέρες στη Γενεύη, η Λυών είναι δυο ώρες με το τρένο, το τρένο που σε κατεβάζει στον σταθμό μεσημεράκι, πρέπει να επιστρέψεις βραδάκι, έχεις στη διάθεσή σου μερικές ώρες. Τι να πρωτοκάνεις; Τι να πρωτοδείς; Τι πρέπει οπωσδήποτε να δεις; Ποια είναι τα βασικά αξιοθέατα της πόλης; Τι είναι άξιο να θεαθεί σε ένα ταξίδι; Τι είναι άξιο να θεαθεί σε μια πόλη; Αντιδιαστέλλεται άρα από όλα τα υπόλοιπα που δεν είναι και τόσο αξιοθέατα; Από όλα τα υπόλοιπα που δεν έχουν από μόνα τους κάτι το πραγματικά εξαιρετικό; Τι μετατρέπει κάτι σε εξαιρετικό; Η δική του αξία; Ο τρόπος που το κοιτάμε; Ένας συνδυασμός αξίας και βλέμματος;

Ας περπατήσουμε όμως. Χωρίς προετοιμασία, χωρίς πρόγραμμα, χωρίς ατζέντα. Στην τύχη. Χύμα. Σκόρπια. Ας διασχίσουμε την πόλη μέσα από τα σωθικά της. Οι πόλεις φτιάχτηκαν για να περπατούνται. Το περπάτημα φτιάχτηκε για να βλέπεις. Και για να σκέφτεσαι. Για να σκέφτεσαι το είδος εκείνο των σκέψεων που δεν απαιτεί πρoηγουμένως σκέψη. Το είδος εκείνο των σκέψεων που αντίθετα προϋποθέτει ένα μυαλό καθαρό από σκέψεις, ώστε να είναι έτοιμο να συνδεθεί απευθείας με το βλέμμα.

Ας φανταστούμε ένα drone που πετά πάνω από μια πόλη και την καταγράφει ολόκληρη, απ’ την μια της άκρη ως την άλλη. Θα έχει καταγράψει μόνο τη μια της πλευρά, το εξωτερικό της περίβλημα. Κάθε πόλη εγκιβωτίζει μέσα της μια δεύτερη, εσωτερική, αυτό που περιμένει να σου φανερωθεί μόνο αν περάσεις μια πόρτα και πάνω απ’ το κεφάλι σου δεν βρίσκεται πια ο ουρανός, αλλά ένα κτίσμα, με τη δική του λειτουργία, τον δικό του λόγο ύπαρξης, το δικό του μήκος κύματος, τον δικό του Θεό.

Παράδειγμα πρώτο, ένα βιβλιοπωλείο. Απ’ έξω δεν σε προϊδεάζει τόσο, μοιάζει περισσότερο τουριστικό. Μπαίνεις και ακούς να παίζει Νταλάρα. Ρωτάς τον υπάλληλο αν ξέρει τι είναι αυτό που ακούμε. Δεν ξέρει, είναι playlist. Ψάχνει να βρει, αλλά αναλαμβάνεις να του εξηγήσεις. Άκου φίλε μου, μην κουράζεσαι, άσε να σου πω εγώ, ελληνικό είναι, το ξέρω γιατί είμαι Έλληνας. Σε κοιτάει με βλέμμα «Διαβάστηκε». Προχωράμε. Προχωράς στα ενδότερά του και είναι σαν να έχεις βρεθεί σε σελίδες του Μπόρχες και του Έκο, καθώς έχει μυστικές κρύπτες και διακλαδώσεις.Ένα βιβλιοπωλείο που κουβαλάει στις πλάτες του έναν κόσμο ολόκληρο, έναν πολιτισμό ολόκληρο. Ένα βιβλιοπωλείο που σου υπενθυμίζει ότι όσο δυσφημισμένο κι αν είναι το πρότζεκτ «άνθρωπος», όσο κι αν ζούμε σε μια περίοδο γενικευμένης ας την πω αυτομισανθρωπίας, όσο κι αν ζούμε σε μια περίοδο που οι άνθρωποι βλέπουν τους ανθρώπους ως το είδος που διέλυσε τον πλανήτη και που δεν σεβάστηκε τα ζώα, πάντως η ανθρωπότητα εκτός από πολέμους, ολέθρους, σφαγές, απληστία και καταστροφές παρήγαγε και πολιτισμό.

Παράδειγμα δεύτερο, ένας γοτθικής αρχιτεκτονικής ναός, ο ναός του St Nizier. H είσοδος του είναι δυστυχώς κλειστή, αλλά ευτυχώς ήταν η λάθος είσοδος. Η σωστή εντοπίζεται. Και το δέος που προκαλεί η αρχιτεκτονική του όσο βρίσκεσαι έξω δίνει τη θέση του σε ένα ριζικά διαφορετικής τάξης δέος όταν μπαίνεις μέσα. Nιώθεις πάρα πολύ μικρός, νιώθεις μυρμήγκι. Κι αν νιώθεις μυρμήγκι σήμερα εσύ, που έρχεσαι κι από κάπου αλλού και που δεν έχεις πια τέτοια σχέση με την πίστη και το θείο, αναρωτιέσαι πόσο μυρμήγκια πρέπει να ένιωθαν οι πιστοί κάποιους αιώνες πριν. Αυτή η απεραντοσύνη που ταυτόχρονα σε συνθλίβει και σε στεγάζει. Όσο βρίσκεσαι εδώ δεν έχεις να φοβάσαι τίποτα περισσότερο από αυτό που αντιπροσωπεύουμε. Όσο βρίσκεσαι εδώ μπορείς να εναποθέσεις εκτός από τους φόβους σου και όλες τις ελπίδες σου. Είμαστε η Εκκλησία – είμαστε η εξουσία. Ερμηνεύσαμε τον Θεό ως εξουσία. Του χτίσαμε θεόρατους ναούς. Υποτάξου σε μας και δεν έχεις να ανησυχείς για κάτι άλλο. Μπορούμε να σου προσφέρουμε τα πάντα, μπορούμε να σου προσφέρουμε αιώνια ζωή στο όνομα Του. Mέσα στον ναό ένας χώρος με post-it. Ανάμεσά τους ένα στα ελληνικά: «Κάνε το θαύμα Σου, βοήθησε να κάνουμε παιδί». Υπάρχουν δυο πλευρές στην πίστη. Κι αν η σκοτεινή είναι του φόβου, η φωτεινή συνδέει τους ανθρώπους με την προσδοκία πάσης φύσεως θαυμάτων.

Παράδειγμα τρίτο, ένα εμπορικό κατάστημα. Περνάμε τη ζωή μας έχοντας γίνει δέκτες πάσης φύσεως υποσχέσεων και διακηρύξεων· συναισθηματικών, πολιτικών, αθλητικών, κοινωνικών κλπ. Και χωρίς να σου έχει υποσχεθεί κανείς τίποτα, χωρίς να το περιμένεις, χωρίς να καταλαβαίνεις καλά καλά τι κάνεις, κάθεσαι σε αυτή την καρέκλα, πατάς κουμπάκια του τηλεκοντρόλ της και αρχίζει να σου κάνει σιάτσου μασάζ στην μέση και την πλάτη. Και αστραπιαία -αστραπιαία όμως- έχεις βρει την Εδέμ, τη Μέκκα, τη Βαλχάλα τη νιρβάνα. Δεν είναι μηχάνημα, έχει συναίσθημα, σε ξέρει, ξέρει το σώμα σου, σε αγαπάει. Την αγαπάς πίσω. Ανταλλάσσετε όρκους αιώνιας πίστης. Τα 362 ευρώ που κάνει σε κάνουν να την προδώσεις πριν ο πετεινός σκεφτεί καν να λαλήσει. Της λες κάτι σάπιο, του στυλ ότι δεν χωράει στο αεροπλάνο, και φεύγεις τρέχοντας με δάκρυα στα μάτια, ξέροντας ότι για αυτό είχες ζήσει ως τώρα, ότι όλα είχαν συμβεί για να περάσεις μερικά λεπτά πάνω της.

Και το μουσείο των αδελφών Λυμιέρ, κύριε; Δεν ήθελες να το δεις; Δεν είναι κρίμα, αν όχι και βλακώδες, να πας στη Λυών και να μην το δεις; Και ναι και όχι. Κρίμα είναι να πας ως εκεί και να μην δεις. Οτιδήποτε κι αν είναι αυτό που θα δεις, το θέμα είναι όντως να δεις. Ακόμα κι έτσι, δεν χάνεις κάτι όταν δεν βλέπεις αυτά που πρέπει οπωσδήποτε να δεις; Ναι, κάτι χάνεις. Aλλά στα οπωσδήποτε και στα πρέπει του βλέμματος είναι που αρχίζει να χάνεται το νόημα και η ουσία του βλέμματος, καθώς μετατρέπεται άθελά του σε χρησιμοθηρικό, σε ψυχαναγκαστικό, σε γραμμή παραγωγής, σε κουτάκια που τικάρεις για το βιογραφικό του.

Σημασία για τα βλέμματα έχει να παραμένουν ανοικτά και ζωντανά, όχι να συμπληρώνουν βιογραφικά. Γιατί επιστρέφεις στην Ελλάδα και στην πόλη σου, στην πόλη που καθημερινά ζεις και τίποτα μα τίποτα δεν σε εμποδίζει να συνεχίσεις να την βλέπεις με βλέμμα ανοικτό, ζωντανό και αγαπητικό. Ταξιδεύεις σε άλλα μέρη, όχι για να γυρίσεις και να πεις δεν αντέχω την ασχήμια της πόλης που ζω, αλλά για να γυρίσεις και να δεις με την ενεργοποιημένη ματιά του ταξιδιού την ομορφιά της πόλης που ζεις. Το στοίχημα ήταν πάντα να διασχίζουμε τα μέρη που ζούμε και την καθημερινότητά μας με το βλέμμα του ταξιδιώτη που τα επισκέπτεται για πρώτη φορά.

Λυών, ένα ποτάμι, γέφυρες, λίγο πιο κει και δεύτερο ποτάμι με τις δικές του γέφυρες, κάποιο όνομα έχει το ένα, κάποιο και το άλλο, ωραία, πολύ ωραία όλα αυτά, τοπία για φωτογραφίες που θα βγάλεις, αλλά να, είναι Πέμπτη απόγευμα αρχές Μαΐου του 2022 και οι κάτοικοί της οδηγούν, περπατάνε, είναι σε ποδήλατα ή σε ηλεκτρικά πατίνια, παιδάκια είναι σε ένα καρουζέλ που πάει γύρω γύρω, στα μαγαζιά ο κόσμος πίνει μπύρες και καφέδες, η ζωή επέστρεψε μετά τον κόβιντ, η ζωή είναι ωραία όταν δεν έχει πόλεμο αλλά ειρήνη, συμπεριλαμβανομένης και της κοινωνικής ειρήνης που προϋποθέτει με τη σειρά της ένα αξιοπρεπές βιοτικό επίπεδο, η ώρα όμως πέρασε, επιστροφή στον σταθμό της Λυών, ένα πιάνο στον σταθμό, ένας μάλλον αραβικής καταγωγής επιβάτης με μικρό σακίδιο στην πλάτη παίζει καθόλου άσχημα “Foule Sentimentale” αλλά και Κλοντ Φρανσουά, δεν τον ήξερα τον Κλοντ Φρανσουά, δεν ήξερα ότι από δικό του τραγούδι είναι η μουσική του “Μy Way”, oι άνθρωποι είναι λινκ που σε μεταφέρουν σε ιστορίες για άλλους ανθρώπους, oι άνθρωποι που προσπερνάς περπατώντας και ξέρεις ότι εσύ θα φύγεις κι εκείνοι θα συνεχίζουν να ζουν κάθε μέρα στις γαλλικές ή τις ελβετικές πόλεις τους, τις γαλλικές ή τις ελβετικές ζωές τους. Που δεν είναι σαν τη δική σου, αλλά είναι και τόσο πολύ σαν τη δική σου.

Επιστροφή. Το ταξίδι συνεχίζεται. Εδώ.