Ο βραβευμένος με δύο Echo Klassik Awards, Λίνους Ροτ, έρχεται στην Αθήνα για μία ακόμη σύμπραξη με την – παλιά γνώριμή του – Κρατική Ορχήστρα Αθηνών, στις 28 Φεβρουαρίου. Εν μέσω δοκιμών, ο διεθνώς καταξιωμένος βιολονίστας μιλά για την εντυπωσιακή πορεία του, αλλά και όσα τον έχει διδάξει η μουσική:

Προέρχεστε από οικογένεια μουσικών. Ποια ήταν τα ακούσματά σας ως παιδί;

Στο σπίτι ακουγόταν μόνο κλασική μουσική, καθώς και οι δύο γονείς μου ήταν μουσικοί και τη λάτρευαν.

Έχετε πει ότι σας ήταν εύκολο να μάθετε βιολί και αποφασίσατε ότι θα κάνετε καριέρα ως μουσικός ήδη από τα 11 χρόνια σας. Πώς διαμόρφωσε την καθημερινότητά σας, σε σχέση με αυτή των συνομηλίκων σας, αυτή η απόφαση;

Ήταν σαφές για μένα ήδη από τα παιδικά μου χρόνια ότι εάν ήθελα να εξελιχθώ, έπρεπε να εξασκούμαι αρκετές ώρες κάθε μέρα. Έτσι, πρώτα μελετούσα και μόνο αφού είχα τελειώσει, έβγαινα έξω να παίξω ποδόσφαιρο.

Τι έχετε κρατήσει από κάθε δάσκαλό σας; Από τον Nicolas Chumachenco; Από τον περιζήτητο Zakhar Bron;

Είχα πάντα τους καλύτερους δασκάλους, ο καθένας τους ήρθε σε τέλεια στιγμή στη ζωή μου. Αυτό που όλοι είχαν κοινό είναι ότι με δίδαξαν να μην σταματώ ποτέ να ψάχνω για την ομορφιά στη μουσική μέσω της ερμηνείας μου.

Έχετε πει ότι η Ana Chumachenco είχε μία «έκτη αίσθηση» σχετικά με τις ανάγκες κάθε μαθητή της. Πιστεύετε ότι αυτό είναι ένα από τα πιο σημαντικά στοιχεία για έναν καθηγητή; Είναι κάτι έμφυτο ή αναπτύσσεται με την εμπειρία;

Νομίζω ότι είναι εγγενές και κάποιος είτε το έχει είτε όχι. Αλλά ακόμα κι αν το έχεις, θα πρέπει να το αναπτύξεις περαιτέρω και να το βελτιώσεις μέσα από την εμπειρία.

Έχετε πει ότι λάβατε μέρος σε πολλούς διαγωνισμούς, σε πολλούς εκ των οποίων διακριθήκατε. Παρ’ όλα αυτά, αποφασίσατε να σταματήσετε το 2003. Ποιοι οι βασικοί λόγοι που σας οδήγησαν σε αυτή την απόφαση;

Σε μερικούς διακρίθηκα, σε άλλους όχι. Πολύ συχνά ο νικητής ήταν ταυτόχρονα μαθητής κάποιου μέλους της κριτικής επιτροπής, γεγονός που πάντα έβρισκα και εξακολουθώ να βρίσκω κάπως ενοχλητικό. Επίσης, ήθελα να αξιοποιήσω διαφορετικά τον χρόνο μου, να διευρύνω το ρεπερτόριό μου και να μην προετοιμάζομαι συνεχώς, ξανά και ξανά, για την ερμηνεία των ίδιων συνθέσεων που ζητούνται στους διεθνείς διαγωνισμούς. Τα προγράμματα δεν διαφέρουν πάρα πολύ μεταξύ των διαγωνισμών.

Τι πιστεύετε ότι μαθαίνει ένας μουσικός κάθε φορά που δεν καταφέρνει να πάρει το πρώτο βραβείο σε έναν διαγωνισμό; Η «ήττα» αυτή μπορεί να μετατραπεί σε καύσιμο για επόμενες επιτυχίες;

Νομίζω ότι πρέπει να αντιμετωπίζουμε τους διαγωνισμούς με νοοτροπία αθλητή και να μην ξεχνάμε ότι πρόκειται πάντα για την υποκειμενική γνώμη κάποιων ανθρώπων. Αν υπήρχαν άλλοι στην κριτική επιτροπή, τότε το αποτέλεσμα θα ήταν πιθανότατα διαφορετικό. Μερικοί δεν κάνουν ποτέ μια σπουδαία καριέρα, αν και κέρδισαν πολλά πρώτα βραβεία, άλλοι φτάνουν πολύ ψηλά, αν και δεν κέρδισαν ποτέ. Η διαδρομή του καθενός είναι διαφορετική και δεν μπορεί κανείς να την προεξοφλήσει.

Το βιολί σας, ένα Stradivari “Dancla” 1703, είναι μία δωρεά της τράπεζας Staatsbank of Baden-Württemberg. Θεωρείτε ότι μπορεί να αποδειχθεί περιοριστική η έλλειψη χρημάτων για έναν μουσικό, ο οποίος επιθυμεί να φτάσει σε πολύ υψηλό επίπεδο;

Νομίζω ότι η εκπαίδευση για να γίνει κάποιος μουσικός, αλλά και η αγορά ενός καλού μουσικού οργάνου, απαιτούν οικονομική δυνατότητα, ειδικά για τους γονείς ταλαντούχων παιδιών. Από την άλλη πλευρά, όταν κάποιος είναι πραγματικά ταλαντούχος κι εργάζεται σκληρά, θα βρεθούν άνθρωποι να τον υποστηρίξουν.

Ποιες οι κινήσεις που γίνονται/ θα έπρεπε να γίνονται, ώστε να δίνεται αυτή η δυνατότητα σε ταλαντούχους μουσικούς, οι οποίοι μπορεί να μην έχουν όμως την αντίστοιχη οικονομική επιφάνεια;

Ευτυχώς, οι σπουδές σε ένα γερμανικό πανεπιστήμιο μουσικής είναι ουσιαστικά δωρεάν μετά τις εισαγωγικές εξετάσεις, καμία σχέση με τις ΗΠΑ ή το Ηνωμένο Βασίλειο όπου χρειάζεται να πληρώσεις χιλιάδες ευρώ κάθε χρόνο. Υπάρχουν επίσης πολλά Ιδρύματα που δανείζουν σπουδαία μουσικά όργανα, σε όποιον αποδεικνύει ότι έχει ικανότητες.

Από το 2012, είστε καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Άουγκσμπουργκ. Ποιες οι βασικές αρχές που θέλετε να περάσετε στους μαθητές σας;

Την αγάπη για τη μουσική και το μην σταματούν ποτέ να αποζητούν την εξέλιξή τους, ανεξάρτητα από το πόσο καλά παίζουν ήδη.

Ο τρόπος και η μέθοδος διδασκαλίας σας φέρει στοιχεία από τους δικούς σας καθηγητές;

Ναι, νομίζω ότι είναι ένα μείγμα όλων, μαζί φυσικά με τις δικές μου ιδέες και εμπνεύσεις.

Έχετε λάβει δύο Echo Klassik Awards, το πρώτο ως ανερχόμενος το 2006 και το δεύτερο το 2017. Πως αντιλαμβάνεστε την εξέλιξή σας σε αυτά τα 11 χρόνια;

Ο στόχος μου ήταν πάντα και εξακολουθεί να είναι, το κάθε CD μου να είναι καλύτερο από το προηγούμενο. Και είμαι ευτυχής που το μέχρι στιγμής το καταφέρνω.

Θα μοιραστείτε μαζί μας την ιστορία της πρώτης σας ηχογράφησης;

Φυσικά. Η πρώτη μου ηχογράφηση ήταν για την εταιρεία EMI και παραγωγός ήταν ο John Fraser, ο οποίος έχει δουλέψει με μουσικούς όπως ο Rostropovich, ο Menuhin, ο Vengerov και ο Andsnes. Με καθοδήγησε με τέτοιο τρόπο καθ’ όλη τη διαδικασία, που όχι μόνο δεν μου φάνηκε δύσκολη, αλλά αντίθετα με ενέπνευσε και αναπτέρωσε το ηθικό μου. Χάρη σε εκείνον, απολαμβάνω τόσο πολύ τις ηχογραφήσεις, πράγμα που δεν είναι καθόλου εύκολο για έναν μουσικό. Γιατί όσο περνούν οι μέρες, οι εβδομάδες και οι μήνες από μια ηχογράφηση, μπορεί να τη θεωρήσεις παρωχημένη. Όμως, έμαθα ότι η γοητεία της παραμένει, είναι σαν μια φωτογραφία που σου θυμίζει το παρελθόν σου.

Ποια η μεγαλύτερη επιβράβευση για σας; Η προσέλευση του κόσμου στις συναυλίες σας, οι διακρίσεις, τα λόγια των αγαπημένων σας προσώπων;

Η καλύτερη ανταμοιβή είναι να έχεις την ευκαιρία να ερμηνεύσεις σπουδαία έργα μπροστά στο κοινό και να εκφράσεις τα συναισθήματά σου στη σκηνή. Γι’ αυτό ζω. Το χειροκρότημα είναι ωραίο, το εκτιμώ πραγματικά, αλλά δεν είναι η μεγαλύτερη επιβράβευση.

Έχετε τη φήμη ενός μουσικού, που επιλέγει να ανασύρει έργα, αλλά και συνολικά συνθέτες, οι οποίοι μπορεί να έχουν «παραμεληθεί», όπως κάνατε και με τον Mieczysław Weinberg. Θεωρείτε πως αυτό είναι ένας χρέος, μία προσφορά προς τους σημερινούς ακροατές της λόγιας μουσικής;

Νομίζω ότι αν ανακαλύψεις τη μουσική ενός «ξεχασμένου» συνθέτη και συνειδητοποιήσεις ότι πρόκειται για μουσική πρώτης τάξεως, όπως αυτή του Weinberg, είναι καθήκον σου ως μουσικός να προωθήσεις τον συγκεκριμένο συνθέτη. Το κοινό πάντα αντιδρά τόσο έντονα στη μουσική του Weinberg που μου αποδεικνύει ότι δεν έκανα λάθος. Θεωρώ το Κοντσέρτο του για βιολί ως ένα από τα σημαντικότερα κοντσέρτα του 20ου αιώνα! Και θα ήθελα να το ερμηνεύσω και στην Αθήνα, θα ήταν η πανελλήνια πρεμιέρα του.

Αντίστοιχα, επιλέγετε συχνά να ερμηνεύσετε και σύγχρονες δημιουργίες. Πώς επηρεάζει την ερμηνεία σας η επαφή που μπορείτε να έχετε με τον συνθέτη;

Η επαφή όχι τόσο, αλλά είναι σημαντικό ότι ο συνθέτης μπορεί να μοιραστεί το όραμά του σχετικά με την ερμηνεία του έργου του. Αυτά είναι τα μεγάλα προνόμια όταν ο συνθέτης είναι ζωντανός και μπορείς να συζητήσεις μαζί του.

Στον ελεύθερό σας χρόνο αθλείστε. Είναι η εκτόνωσή σας ή θεωρείτε σημαντική τη φυσική κατάσταση για κάθε ερμηνευτή;

Είναι σημαντικό για μένα να αισθάνομαι καλά και υγιής στο σώμα μου. Βέβαια, η άθληση δεν φαίνεται να είναι τόσο σημαντική για τους περισσότερους συναδέλφους.

Ασχολείστε επίσης με τη μόδα, αγαπάτε τα ταξίδια – ιδίως σε ηλιόλουστες χώρες – αλλά και τη λογοτεχνία και το σινεμά. Με αυτό το τόσο γεμάτο πρόγραμμα, έχετε χρόνο για τα χόμπυ σας, αλλά και για τους ανθρώπους σας;

Δεν είναι εύκολο αλλά βοηθάει ο καλός σχεδιασμός και η διαχείριση του χρόνου.

Έχετε σκεφτεί ποτέ ότι η δουλειά σας απαιτεί θυσίες, που άλλα επαγγέλματα δεν απαιτούν; Σας κουράζει ποτέ η πειθαρχία που πρέπει να έχετε στη ζωή σας;

Όχι, καθόλου. Δεν αισθάνομαι ότι πειθαρχώ, γιατί απλώς κάνω αυτό που αγαπώ περισσότερο. Μόνο το ότι χρειάζεται να ξυπνάω πολύ νωρίς για τις πρωινές πτήσεις μου φαίνεται δύσκολο (γέλια).

Έχετε συνεργαστεί με πολλές σημαντικές Ορχήστρες και αρχιμουσικούς. Πως θα χαρακτηρίζατε τις προηγούμενες εμπειρίες σας με την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών; Ποιες οι προσδοκίες σας αυτή τη φορά;

Έχω πολύ όμορφες αναμνήσεις από τις δύο τελευταίες μου εμφανίσεις, καθώς οι μουσικοί της ορχήστρας είναι εξαιρετικοί και ταυτόχρονα υπάρχει πάντα μια ζεστή και χαλαρή ατμόσφαιρα.

Υπάρχει κάτι που σας έκανε εντύπωση σχετικά με το ελληνικό κοινό;

Ναι, είναι πολύ ενθουσιώδες και αυτό είναι σίγουρα πολύ ωραίο.

Ποιο είναι το πιο σημαντικό πράγμα που σας έχει διδάξει η μουσική;

Η μουσική δεν μπορεί να αλλάξει τον κόσμο, αλλά μπορεί να αλλάξει τους ανθρώπους. Και αυτοί οι άνθρωποι μπορούν πραγματικά να αλλάξουν τον κόσμο.

Info συναυλίας:

Μπετόβεν: 250 χρόνια | Παρασκευή 28 Φεβρουαρίου 2020 στις 20:30 | Μέγαρο Μουσικής Αθηνών