Η φωτογραφία, λέει ο Ρολάν Μπαρτ στο Φωτεινό του Θάλαμο, είναι ένα τραγούδι όπου εναλλάσσονται τα «Βλέπετε», «Δες», «Να». Και στον χειμωνιάτικο Λονδρέζικο αέρα των ημερών το τραγούδι αυτό μοιάζει να αντηχεί λίγο πιο δυνατά από άλλες φορές.

Φαντάζομαι ότι όταν η κόρη της, 48χρονης τότε, Julia Margaret Cameron τής δώρισε μια φωτογραφική μηχανή για να περνάει την ώρα της, δε θα περίμενε ποτέ, ίσως, ότι η μητέρα της με έναυσμα αυτό το δώρο θα έμενε στην ιστορία της φωτογραφίας ως μια από τις πρώτες μαστόρισσες του είδους. Κι όμως έτσι ακριβώς έγινε. Η δουλειά της τόσο σημαντικής φωτογράφου του 19ου αιώνα παρουσιάζεται σε δυο παράλληλες εκθέσεις αυτή τη στιγμή στο Λονδίνο, με αφορμή τα 200 χρόνια από τη γέννησή της και τα 150 από την πρώτη της έκθεση. Στο Victoria & Albert Museum, σε μια ρετροσπεκτίβα με το όνομά της και απέναντι ακριβώς, στο Science Museum με μια έκθεση επιλεγμένων έργων της με τίτλο “Julia Margaret Cameron: Influence and Intimacy” (Επιρροή και Οικειότητα).

May Day, Julia Margaret Cameron, 1866, Victoria & Albert Museum

Στα σέπια, ενίοτε ανεστίαστα, θολά ή γρατζουνισμένα της πορτραίτα, η βικτοριανή φωτογράφος που ξεκίνησε τόσο αργά, αλλά τόσο ορμητικά και γόνιμα, την τέχνη της, καταφέρνει να εντοπίσει το πνεύμα μιας εποχής και μιας κουλτούρας, έχοντας απόλυτη συναίσθηση των ισορροπιών που όφειλε να κρατήσει απέναντι στα πολυάριθμα μοντέλα της. Πέραν της ανάδειξης της ιδιαίτερης αισθητικής της, δηλαδή, ή μάλλον και μέσω αυτής, να αναδείξει και την προσωπικότητα των πασίγνωστων– όπως ο Τένισον ή ο Δαρβίνος- ή μη, προσώπων, που στάθηκαν μπροστά στο φακό της. Κι όλο αυτό χωρίς ποτέ να απομακρυνθεί από την εσκεμμένη επιτήδευση της δραματοποίησης, σε ένα νεορομαντικό και αλληγορικό ύφος που, όμως, της κόστισε – σε συνδυασμό με το φύλο της ενδεχομένως- την εκτίμηση των τότε συναδέλφων της. Η επιτηδευμένη και ρηξικέλευθη τέχνη της Κάμερον, παρά ταύτα, όπως διαγράφηκε μέσα από τα ιδιαιτέρως ισχυρά της πορτραίτα, διασώθηκε και αναδύθηκε στα χρόνια που ακολούθησαν ως υπόδειγμα τολμηρού πειραματισμού και έντονης προσωπικής καλλιτεχνικής ταυτότητας.

Annie Leibovitz, “Women: new portraits”, Wapping Hydraulic Power Station

Αντιδιαμετρικά (ή μήπως όχι;) με την Cameron, ένας άλλος θηλυκός θρύλος της φωτογραφίας, της εποχής μας αυτή τη φορά, η Annie Leibovitz, έδειξε πριν από λίγο καιρό σε ένα παλιό υδραγωγείο στο ανατολικό Λονδίνο –σε ανάθεση από την ελβετική τράπεζα UBS- την καινούρια της σειρά γυναικείων πορτραίτων “Women: new portraits”. Πρόκειται για μια δουλειά, το πρώτο μέρος της οποίας είχε ξεκινήσει το 1999 σε συνεργασία με την –αποδημήσασα πλέον- σύντροφό της, τη σπουδαία Σούζαν Σόνταγκ. Και εδώ υπάρχει δραματοποίηση.

Το ξάφνιασμα στη δουλειά της Λίμποβιτς εντείνεται από την οικειότητα την οποία βγάζουν τα διάσημα μοντέλα της

Μιας άλλης, όμως, πιο ωμής οπτικής. Τα πορτραίτα της Λίμποβιτς– τόσο τα παλιά όσο και τα καινούρια, καθώς στην έκθεση παρουσιάζονταν όλα- αναζητούν περισσότερο το punctum του Barth, κάτι που η Κάμερον μοιάζει να αποφεύγει. Το φευγαλέο δηλαδή και ασύλληπτο της ίδιας της στιγμής της φωτογράφησης. Το ξάφνιασμα στη δουλειά της Λίμποβιτς εντείνεται από την οικειότητα την οποία βγάζουν τα διάσημα μοντέλα της – όλα προσωπικότητες της σόου μπιζ, της πολιτικής και των τεχνών- που υπό άλλες συνθήκες η κάμερα τα αιχμαλωτίζει στο απόμακρο πλαίσιο της δουλειάς τους. Η έκθεση, που τελείωσε πριν λίγο καιρό, θα ταξιδέψει σε διάφορες μεγάλες πρωτεύουσες.

Στην ίδια αναζήτηση πάντως του μπαρτικού φωτογραφικού σημείου δείχνει να κινείται και μια άλλη εξαιρετικά ενδιαφέρουσα έκθεση που λαμβάνει χώρα αυτή τη στιγμή.

Η μεγάλη έκθεση του Αμερικανού Alec Soth “Gathered Leaves: Photographs by Alec Soth” – τον βρίσκουμε επιστρέφοντας στο Science Museum, δίπλα στην Κάμερον- περιέχει δουλειά από τέσσερα πρότζεκτ του πολυδιάστατου αυτού νέου δημιουργού, φωτογράφου, εικαστικού, παιδαγωγού και φωτορεπόρτερ του Magnum, με αξιοσημείωτη δημιουργική παρουσία στα κοινωνικά δίκτυα. Ο Soth είναι πραγματικά εντυπωσιακή περίπτωση. Στην ταινία για τη δουλειά του, που μπορεί να δει κανείς μεταξύ άλλων στην έκθεση, ο ίδιος αρνείται να αποδώσει νόημα στη φωτογραφική του πρακτική και προτιμά να την αποκαλέσει ποίηση. Χαρακτηρισμός που δικαιώνεται απόλυτα από το συνολικό του έργο, όπου οι φωτογραφίες μοιάζουν απλώς ως το φόντο σεναρίων που ξεδιπλώνονται μέσα από διάφορα στοιχεία, γραπτά, αρχειακό υλικό, αφηγήσεις και αντικείμενα. Σαν φωτογραφικά road trips, τα πρότζεκτ του Σοθ είναι μάλλον αναζητήσεις μιας μετα-τέχνης που πιάνεται από διάφορες εκφραστικές διόδους –με κεντρική ίσως τη φωτογραφία- προκειμένου να αποδώσει αυτό που θέλει. Τη μοναχικότητα, τον έρωτα, τη διαφορετικότητα, τη θλίψη ή τη νοσταλγία.

Ο Soth είναι μια εντυπωσιακή περίπτωση, που αποκαλεί τη φωτογραφική του πρακτική, ποίηση

Οι άντρες του Soth είναι σαν λύκοι, οι γυναίκες του κουβαλάνε μυστικά, ενώ κάτι σαν παρακμή ελλοχεύει στα βάθη των κάδρων. Ο αφοπλιστικός του σκληρός ρεαλισμός γεννάει ιστορίες και ίσως γι’ αυτό νομίζω πως είναι μια από τις καλύτερες τρέχουσες καλλιτεχνικές προτάσεις της πόλης. Γιατί στους ανθρώπους, προπάντων, αρέσουν οι ιστορίες.

Alec Soth, “Gathered Leaves: Photographs by Alec Soth”, Science Museum

Η Lee Miller πάλι είναι μια ιστορία από μόνη της. Τραυματικά παιδικά χρόνια, θρυλικό κάλλος, μούσα του Man Rey στη συνέχεια και από μοντέλο και φωτογράφος του Vogue, πολεμική ανταποκρίτρια. Πέραν λοιπόν της ιστορίας της ίδιας της ζωής της, η Μίλερ έχει να επιδείξει και ένα μεγάλο φωτογραφικό έργο που, αν και περισσότερο άπτεται στα πλαίσια του φωτορεπορτάζ και της φωτογραφίας μόδας, αποκαλύπτει ένα εξαιρετικά ταλαντούχο και τολμηρό πνεύμα που δε φοβάται να πειραματιστεί με το φακό και, μέσα από την προσωπική της σφραγίδα, να οδηγήσει τα θέματά της πέραν του αναμενόμενου. Η αναδρομική έκθεση της δουλειάς της στο επιβλητικό κτήριο του Imperial War Museum, είναι πλούσια και ενδεικτική της πορείας της πολύ ιδιαίτερης αυτής γυναίκας, με άφθονο οπτικοακουστικό και αρχειακό υλικό της εποχής και προσωπικά αντικείμενα της καλλιτέχνιδος.

Lee Miller, “A Woman’s War”, Imperial War Museum

Με τη μόδα έχει ασχοληθεί όμως εκτενώς και ιδιαιτέρως επιτυχημένα, ένας ακόμα φωτογράφος που παρουσιάζεται αυτές τις μέρες στο Λονδίνο, ο Νεοϋορκέζος Saul Leiter. Αυτό βέβαια που περισσότερο αναδεικνύεται στην αναδρομική του, είναι η εκτός μόδας δουλειά του. Γιατί εδώ έχουμε άλλη μια ιδιότυπη περίπτωση. Ο Leiter, που πέθανε το 2013 στα 90 του, ενώ έχει διατρέξει με το φακό πάνω από το μισό του 20ου αιώνα, άρχισε να αναγνωρίζεται ουσιαστικά, και πέραν της θητείας του στη μόδα, μόλις τα τελευταία δέκα χρόνια.

Η Νέα Υόρκη του Leiter είναι πραγματικά ένας μαγικός τόπος

Η έκθεση, στην ωραιότατη Photographers’ Gallery του Soho, είναι αρκετά κατατοπιστική περί της μαγικής ματιάς του παρεξηγημένου δημιουργού. Γιατί η Νέα Υόρκη του Leiter είναι πραγματικά ένας μαγικός τόπος, όπως διαγράφεται μέσα από το φίλτρο ενός θολού τζαμιού ή μιας βροχής ή μιας χιονόπτωσης, πίσω από μια πορτοκαλί ομπρέλα ή ένα κίτρινο ταξί ή ένα κορίτσι με κόκκινο καπέλο. Και γιατί σε αυτά τα έντονα –και τόσο χαρακτηριστικά της δουλειάς του- γεμάτα χρώματα, ο δημιουργός καταφέρνει να επενδύσει την αφηγηματική δράση και το μυστήριο που συχνότερα συναντά κανείς, κυρίως, στην ασπρόμαυρη φωτογραφία. Εκτός των φωτογραφιών του, στην έκθεση μπορεί κανείς να δει και ζωγραφική του δουλειά, καθώς ο Leiter ξεκίνησε από ζωγράφος.

Taxi, Saul Leiter, Photographers’ Gallery

Αν και έμεινα αυστηρά στα λημέρια της φωτογραφίας αυτή τη φορά, για το τέλος κάνω μια μικρή παρασπονδία για μια επίσκεψη στην Gagosian του δυτικού Λονδίνου, όπου μόλις ξεκίνησε ίσως η πιο απολαυστική έκθεση αυτού του μήνα. Στην έκθεση Αvedon Warhol, όπως πεντακάθαρα λέει ο τίτλος, μπορεί κανείς να δει δίπλα-δίπλα τις δουλειές δυο σπουδαίων εκπροσώπων της φωτογραφίας (Richard Avedon) και των εικαστικών τεχνών (Andy Warhol). Και μέσα από αυτή τη γειτνίαση, το ιστορικό περίγραμμα μιας ολόκληρης εποχής. Χρονολογημένα από το 1950 μέχρι το 1990, τα έργα των δυο δημιουργών σχολιάζουν σε παράλληλους χωροχρόνους το κοινωνικοπολιτικό περίγυρο, τη show biz, την αναδυόμενη queer κουλτούρα, το θάνατο, την ομορφιά, τη φήμη.

“Αvedon Warhol”, αριστερά: Richard Avedon, Charles Chaplin, δεξιά: Andy Warhol Skull, Gagosian Gallery

Μπορεί κανείς να δει πολύ διάσημα έργα, όπως το Μάο, τη Μέριλιν και το Μυστικό Δείπνο του Γουόρχολ μεταξύ άλλων, τον Μπέκετ και τον Καπότε του Άβεντον, ένα καταπληκτικό πορτραίτο του Τσάρλι Τσάπλιν, του Πάουντ και τις πολλαπλές του Όντρει Χέμπορν. Όλα αυτά τα έργα μαζί –σε εξαιρετικούς διαλόγους μεταξύ τους- αποτελούν ένα πραγματικά καθηλωτικό θέαμα.

Info εκθέσεων:
“Julia Margaret Cameron: Influence and Intimacy”
Science Museum: 24 Σεπτεμβρίου 2015 – 28 Μαρτίου 2016

“Julia Margaret Cameron”
Victoria & Albert Museum: 28 Noεμβρίου 2015 – 21 Φεβρουαρίου 2016

“Women: new portraits”
Wapping Hydraulic Power Station: 16 Ιανουαρίου – 7 Φεβρουαρίου

“Gathered Leaves: Photographs by Alec Soth”
Science Museum: 6 Ιανουρίου 2015 – 28 Μαρτίου 2016

“Lee Miller: A Woman’s War”
Imperial War Museum: έως τις 24 Απριλίου 2016

“Saul Leiter”
Photographers’ Gallery: 22 Ιανουαρίου – 3 Απριλίου 2016

“Αvedon Warhol”
Gagosian Gallery: 9 Φεβρουαρίου – 24 Απριλίου 2016