Τους The Callas τους άκουσα τυχαία για πρώτη φορά το καλοκαίρι του 2012 όταν ένα απόγευμα του Οκτωβρίου γέμισαν τα γραφεία του ελculture από τη μουσική τους. Όχι δεν μας είχαν επισκεφθεί για κάποιο gig, τα γραφεία μας όμως μοιράζονταν κατά πως φάνηκε την ίδια οδό που πλημμύριζε από τους ήχους της πρόβας τους. Θυμάμαι ακόμα το υπνωτιστικό bassline τους, που έμελλε να μου κεντρίσει το ενδιαφέρον για το συγκρότημα των αδερφών Ιωνά.

Τι κι αν εγώ τους γνώρισα τότε; Εκείνοι είναι χρόνια στο χώρο μετρώντας αρκετές κυκλοφορίες ενώ μ’ έναν αέρα σχεδόν μποέμικο δεν μένουν στάσιμοι ούτε λεπτό· πειραματίζονται συνεχώς και ποικιλοτρόπως. Κινούνται αδιάκοπα τηρώντας ευλαβικά τη φράση “ain’t no rest for the wicked”. Η παραγωγή του τελευταίου τους άλμπουμ “Am I Vertical?” έγινε από τον Jim Sclavunos στενό συνεργάτη του Nick Cave, ενώ από τις 22 Φεβρουαρίου ξεκινάει η προβολή της πρώτης τους ταινίας με τίτλο “Lustlands” στον Μικρόκοσμο.

Η ταινία δίνει μια γεύση από το σύμπαν του μυαλού τους. Η απλότητά του φιλμ στην αρχή με ξένισε, σε μια δεύτερη όμως προβολή η γοητεία του με συνεπήρε. Λίγες μέρες μετά έπιασα τον εαυτό μου να ανατρέχει στην ταινία υποσυνείδητα συνειδητοποιώντας την απλή και συνάμα θελκτική φύση του φιλμ· σαν μια οφθαλμαπάτη, αποτέλεσμα μιας μεσημεριανής σιέστας.

Η Lustland δεν έχει συντεταγμένες. Είναι το μέρος όπου η λαγνεία και ο φόβος κυριαρχούν, είναι το σημείο όπου οι σεξουαλικές επιθυμίες τέμνονται από τον κίνδυνο που καραδοκεί. Οι Lustlands δεν είναι πεπερασμένες αλλά άπειρες, όσες κι οι επιθυμίες που γεννιούνται κάθε μέρα, κάθε λεπτό, κάθε δευτερόλεπτο.

Αυτή την απειλούμενη ονειρικότητα και τον ερωτισμό επιχείρησαν να συστήσουν στο ελληνικό σινεφίλ -και μη- κοινό οι αδερφοί Ιωνά με την πρώτη τους κινηματογραφική απόπειρα. Σαν άλλοι αδερφοί Κοέν το καλοκαίρι του 2012 έστησαν ένα νουάρ κάτω από τον ήλιο της Θερμισίας με πρωταγωνίστριες τέσσερις φίλες που ελλείψει εργασίας κάνουν διακοπές μακράς διαρκείας. Κάνοντας focus στο ηλιοψημένο συμβολικό σύμπαν της Τερψιχόρης, της Αννίτας, της Αφροδίτης και της Αγγελικής, παρασυρόμαστε σχεδόν τελετουργικά στην καρδιά του πελοποννησιακού καλοκαιριού όπου όλα κυλούν νωχελικά και ακόμα κι η δράση φαίνεται να κινείται αργά υπνωτισμένη από το τραγούδι των τζιτζικιών -φυσικό σάουντρακ της ταινίας.

Κουρασμένες από την “άπνοια” που επικρατεί στην Αθήνα, καταφεύγουν στο εξοχικό της Τερψιχόρης δίχως πλάνο και χρονοδιάγραμμα. Θα κάνουν διακοπές για όσο πάει κι όσο χρειαστεί. Τα πράγματα όμως ποτέ δεν είναι τόσο απλά και στη γυναικοπαρέα θα υπάρξουν παρεξηγήσεις που μοιάζουν ωστόσο να καμουφλάρονται κάτω από τον ήλιο του θέρους που αναβάλλει το ξεδίπλωμά τους. Είναι και το νερό στη μέση που μοιάζει να διαταράσσεται από την παρουσία τους και γίνεται το μήλον της έριδας μεταξύ των κοριτσιών και των ντόπιων. Φλερτ κάτω από τον ήλιο με τα αγόρια της περιοχής, βλέμματα ράθυμα και κινήσεις δίσημες που φανερώνουν και δεν φανερώνουν κάτι· με χέρια που απλώνονται και δεν απλώνονται· με έρωτες που υποβόσκουν και δεν υποβόσκουν.

“Now’s the time to stay still. Don’t do anything. Just be careful of water. […] Water that’s missing from where it’s supposed to be. Water that’s present where it’s not supposed to be. In any case, be very, very careful of water.”

– “The Wind-Up Bird Chronicle”, Haruki Murakami

Στην ταινία δεν συμβαίνουν πολλά, αλλά για κάποιο περίεργο λόγο ο θεατής δεν ενοχλείται, αντίθετα γοητεύεται. Σε αυτό βέβαια βοηθάει και η στιλιζαρισμένη φωτογραφία του Δημήτρη Κοτσέλη. Καθόλη τη διάρκεια του φιλμ ένιωθα τον ώμο μου να καίει από τον Αυγουστιάτικο ήλιο και την επιθυμία να απλωθώ κι εγώ κάτω από ένα δέντρο δίχως να σκέφτομαι το αύριο. Από τους διαλόγους που σχεδόν απαγγέλονται από τα τέσσερα κορίτσια, μέχρι την ερημιά και ξεραΐλα του κάμπου, η ταινία δεν υποκρίνεται πως είναι κάτι παραπάνω από την ίδια της την αύρα και νομίζω πως εκεί βρίσκεται και η ουσία.

Το Lustlands είναι σουρεαλιστικό, ελαφρά ψυχεδελικό, ερωτικό στα όρια του σεξουαλικού, ονειρικό, ωμό και περίεργα σκληρό με το δικό του τρόπο. Αφηγείται μια ιστορία χωρίς να το νοιάζει η ολότητα του εγχειρήματος παρά μόνο το στιγμιότυπο που επέλεξε. Σίγουρα οι ζωές των ντόπιων και των κοριτσιών έχουν παρελθόν και μέλλον πέρα από τον ένα μήνα καλοκαιρινής συνύπαρξης, αλλά γη της σφοδρής επιθυμίας ήταν και θα είναι μόνο ο συγκεκριμένος τόπος τη συγκεκριμένη στιγμή.

Η συνέχεια επί της οθόνης του Μικρόκοσμου το Σάββατο 22 Φεβρουαρίου στις 00:15, την Κυριακή 23 Φεβρουαρίου στις 18:00 και την Τετάρτη 26 Φεβρουαρίου στις 22:30.