Στις 23 Φλεβάρη κυκλοφορεί στις αίθουσες το L, του Μπάμπη Μακρίδη. Πρόκειται για την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του και ταυτόχρονα την πρώτη ελληνική ταινία που έχει συμμετάσχει στο Sundance. Πέρα απ’ αυτό, και κάποιες πληροφορίες για τον ήρωα που ερμηνεύει ο Άρης Σερβετάλης, ένα πέπλο μυστηρίου περιέβαλε την ταινία: Λίγες φωτογραφίες, καθόλου συνεντεύξεις και ένα εξίσου αινιγματικό δελτίο τύπου. Σύμφωνα με τον σκηνοθέτη, που μίλησε στο ελculture λίγο πριν από την πρεμιέρα, η ταινία έχει να κάνει με τη μάθηση. Και σίγουρα διψάσαμε για λίγη παραπάνω γνώση…

ελc: Τι σημαίνει τελικά ο τίτλος της ταινίας σου;
Μ.Μ.: Είναι το κεφαλαίο γράμμα που βλέπεις έξω από τις σχολές οδήγησης. Προέρχεται από το αγγλικό Learners. Έχει να κάνει δηλαδή με την μάθηση.

ελc: Μιλώντας για μάθηση, η εκφορά του λόγου μου θύμισε τα ποιήματα που λέγαμε στο σχολείο. Ο ήρωας μάλιστα έχει μάθει τις ατάκες της δουλειάς του σαν ποίημα.

Μ.Μ.: Η αφέλεια έχει μια παιδικότητα. Τα ποιήματα του σχολείου έχουν μια παιδικότητα άρα και αφέλεια. Οι ήρωες είναι αφελείς. Οι ατάκες τις δουλειάς είναι ένας κώδικας που πρέπει να λέγεται με αυτόν τον τρόπο στον λιγότερο χρόνο. Νομίζω ότι είναι και αστείο. Μην ξεχνάμε ότι η αφέλεια είναι η αδερφή της αθωότητας και η ξαδέρφη της ανοησίας, όπως λέει και το λεξικό μου.

ελc : Ποιά είναι η βασική ιδέα, ο άξονας στον οποίον βασίστηκε το σενάριο και η σκηνοθεσία σου;
Μ.Μ.: Κάποιος μαθαίνει να οδηγάει αυτοκίνητο, κάποιος μαθαίνει πιάνο, κάποιος μαθαίνει να οδηγεί μοτοσικλέτα, κάποιος μαθαίνει να περπατάει σαν αρκούδα, κάποιος μαθαίνει ποιά είναι τα κατάλληλα παπούτσια. Είναι μια ιστορία μάθησης και αφέλειας. Οι ήρωες είναι αφελείς, αυτά που λέγονται είναι αφέλειες, η κάμερα είναι αφελής. Αυτός ήταν ο άξονας για όλα. Για την υποκριτική και την κάμερα.

ελc: Γιατί επιλέχτηκε η Σονάτα υπό το σεληνόφως για υπόκρουση και με αυτό τον τρόπο;
Μ.Μ.: Η συγκεκριμένη σονάτα είναι ένα ποπ κλασικό έργο. Θα μπορούσε να την ακούει ο συγκεκριμένος ήρωας. Θα μπορούσε να είναι αυτός που σε μικρή ηλικία μάθαινε πιάνο. Απλώς ούτε ο πιανίστας δεν τα καταφέρνει. Είναι ένας αμαθής μουσικός.

ελc: Πώς ένιωσες με την επιλογή της ταινίας στο Sundance και τη συμμετοχή σε φεστιβάλ του εξωτερικού; Ποιά η ανταπόκριση του κοινού των φεστιβάλ στις ελληνικές ταινίες από την εμπειρία σου;
Μ.Μ.: Το σινεμά μας είναι καυτό αυτήν την στιγμή γιατί καυτή είναι η χώρα. Οι διαδηλώσεις στους δρόμους στρέφουν τα βλέμματα του πλανήτη πάνω μας. Δίπλα στο καμένο κτίριο μπορεί κάποιος και να βρει μια ταινία. Να του αρέσει και να ψάξει να βρει σε αυτήν μια ομοιότητα με το καμένο κτίριο. Είμαστε της μόδας, αυτό είναι αλήθεια. Πρέπει να συνεχίσουμε και να αποδείξουμε ότι δεν είμαστε μια μπόρα. Τα λέω όλα αυτά γιατί κατά τις προβολές μας και στο Sundance και στο Rotterdam το κοινό έψαχνε να βρει αυτά τα στοιχεία στην ταινία μας. Κάποιοι κατάφεραν και τα βρήκαν. Εμείς πάντως δεν είχαμε τέτοια πρόθεση. Μια ταινία θέλαμε να κάνουμε και να πούμε μια απλή ιστορία για έναν άνθρωπο. Οι περισσότεροι θεατές ευτυχώς διάβασαν την ταινία όπως εμείς επιθυμούμε και απλώς απορούσαν πώς κάνουμε ταινίες μέσα σε τέτοιες συνθήκες.

ελc: Πιστεύεις ότι ο ελληνικός κινηματογράφος αλλά και το κοινό του έχουν αλλάξει τα τελευταία χρόνια και σε τι κυρίως;
Μ.Μ.: Ο ελληνικός κινηματογράφος ανθεί. ‘Έχει πολλές καινούριες γλώσσες. Έχει διαφορετικότητα και γκάμα. Αυτό νομίζω είναι η μεγάλη αλλαγή του, την οποία το κοινό πολλές φορές την αγκαλιάζει. Όχι πάντα βέβαια.

ελc: Η κλασική πια ερώτηση για την κρίση – αν και ο ελληνικός κινηματογράφος πάντα «σε κρίση» ήταν: Πώς λοιπόν επηρεάζει εσένα και τη δουλειά σου;
Μ.Μ.: Νομίζω ότι κινηματογραφικά μας επηρέασε θετικά γιατί πλέον το σινεμά γίνεται από ομάδες. Κανείς δεν περιμένει χρήματα από κανέναν γιατί δεν υπάρχουν. Τα σενάρια δεν μένουν στα ράφια. Ομάδες ανθρώπων τα κάνουν εικόνες. Είναι αντάρτικο σινεμά που όμως δεν ξέρω αν μπορεί να συνεχιστεί, γιατί ο αντάρτης θέλει κάποια στιγμή και μια ζεστή σούπα και μια ζεστή κουβέρτα.

Πρεμιέρα την Τετάρτη 22 Φεβρουαρίου στον Κινηματογράφο Έλλη.