O Mάλκολμ ζει τη μεγάλη βραδιά της ζωής του. Γυρνάει από τη θριαμβευτική πρεμιέρα της ταινίας που έγραψε και σκηνοθέτησε. Το κοινό στο τέλος της έκλαιγε, οι κριτικοί -που ως τότε δεν τον είχαν σε μεγάλη υπόληψη- τον αποθέωναν στα πηγαδάκια μετά. Γυρνά με την εκθαμβωτική του φίλη του σπίτι, για την ακρίβεια σε μια βίλα στο Μαλιμπού που τους έχει παραχωρήσει η παραγωγή της ταινίας για τις μέρες της προώθησης της ταινίας. Ο Μάλκολμ χορεύει, πίνει, τραγουδάει, πετάει. Η Μαρί μοιάζει να μη συμμερίζεται τον ενθουσιασμό του και να είναι σε άλλο μήκος κύματος, καθώς του φτιάχνει μακαρόνια με τυρί. Δεν γίνεται να μην την ρωτήσει τι έχει. Του λέει να το αφήσει, γιατί δεν θα βγει σε καλό αυτή η συζήτηση. Εκείνος δεν το αφήνει. Και η βραδιά που βλέπει τα όνειρά του επιτέλους να πραγματοποιούνται, η βραδιά της μεγάλης του επιτυχίας, μετατρέπεται σε μια βραδιά που θα ανασύρει όλα τα προβλήματα της σχέσης τους.

Και καθώς μιλάνε για τη σχέση τους, δεν μιλάνε μόνο για αυτήν, μιλάνε αναπόφευκτα και για τους ίδιους, για τον πυρήνα τους ως ανθρώπων, για τα βασικά συστατικά του χαρακτήρα τους. Γιατί όσο αλήθεια είναι ότι κάθε σχέση δημιουργεί τη δική της συνθήκη, τη δική της δυναμική, το δικό της οξυγόνο, το δικό της πλαίσιο, τις δικές της ιδιαιτερότητες, έχοντας έτσι και τα αποκλειστικά δικά της αυτοτελή προβλήματα, άλλο τόσο αλήθεια είναι ότι σε κάθε σχέση φέρουμε και προσφέρουμε τον εαυτό μας· έστω τον εαυτό μας όχι ως μπετόν, αλλά όπως έχει διαμορφωθεί από την τριβή μας με τον χρόνο και με τις προηγούμενες σχέσεις μας. Δεν γίνεται πάντως να κάνεις μια εκ βαθέων συζήτηση με το ταίρι σου για τη σχέση σας, χωρίς να μιλάτε και ο ένας για τον άλλο και άλλος για τον ένα, για το τι είστε και τι δεν είστε.

Ο Μάλκολμ θα γδάρει τη Μαρί, η Μαρί θα γδάρει τον Μάλκολμ. Στα μεσοδιαστήματα θα μοιάζουν το πιο ταιριαστό και αλληλοσυμπληρούμενο ζευγάρι. Και μάλλον δεν είναι τόσο αντιφατικό. Γιατί είναι πέντε χρόνια μαζί. Και μετά από πέντε χρόνια μαζί, είναι δύσκολο να μην μοιάζεις ταιριαστός και αλληλοσυμπληρούμενος. Και ταυτόχρονα δεν μπορείς να σπαραχθείς με κάποιον που ξέρεις δυο βδομάδες: και να θες να τον γδάρεις, δεν θα ξέρεις πού πονάει. Μήπως όμως το ότι φτάνουν να σπαράσσονται είναι δείγμα ότι δεν αγαπιούνται πια; Ότι πέρασαν το σημείο εκείνο που η αγάπη τους θα υπερνικούσε τη γνώση των πιο αδύνατων σημείων του άλλου; Μήπως ο τόπος της ήττας της αγάπης ξεκινά εκεί που σταματά να δίνεται τόπος στην οργή;

Δεν ξέρω αν μπορεί να φανταστεί ο σεναριογράφος και σκηνοθέτης της ταινίας Σαμ Λέβινσον την από εδώ και πέρα τύχη του ζευγαριού του. Δεν ξέρω αν μπορούν να τη φανταστούν οι πρωταγωνιστές του, Τζον Ντέιβιντ Ουάσινγκτον και Ζεντάγια, που μπήκαν μέσα στο πετσί του Μάλκολμ και της Μαρί. Και σίγουρα ο κάθε θεατής θα δει το ζευγάρι και θα εικάσει την από εδώ και πέρα τύχη του με το δικό του βλέμμα. Εγώ θα πω ότι ακόμη κι αν τελικά χωρίσουν, το αλληλοξέσκισμά τους δεν μύριζε νοσηρότητα κι αποφορά, αλλά είχε κάτι το υγιές. Και επίσης είναι νομίζω αντικειμενική θεώρηση κι όχι υποκειμενική ματιά, ότι σε κάθε περίπτωση αυτό το ζευγάρι έχει αγαπηθεί και πολύ τα πέντε χρόνια που προηγήθηκαν.

Από εκεί και πέρα, εκτός από τη μεταξύ τους σχέση, εκτός από τους ίδιους, μεγάλο μέρος όσων θα πουν τη βραδιά αυτή καταλαμβάνουν και θέματα της δουλειάς του. Που επειδή η δουλειά του είναι το σινεμά, δεν αφορούν μόνο το σινεμά, αλλά επεκτείνονται ευρύτερα στη σύγχρονη κουλτούρα και στην εξέταση πλέον των πάντων υπό το πρίσμα της ταυτότητας, του φύλου, της φυλής, της σεξουαλικής προτίμησης, των προνομίων. Και τόσο σε διαπροσωπικό επίπεδο, όσο και σε επίπεδο σινεμά και κουλτούρας, όσα λένε και οι δυο τους δημιουργούν κάποια στιγμή την καταρχάς εύλογη απορία: πόσο αληθοφανές είναι να συζητάνε -και μάλιστα να τσακώνονται- δύο άνθρωποι, τόσο ψαγμένα, τόσο λόγια, τόσο γαμάτα, με τόσο συγκροτημένο και επιμελημένο λόγο; Μοιάζουν αληθινοί οι διάλογοί τους; Όχι. Μοιάζουν εντυπωσιακοί και δεν μπορεί να κρυφτεί το γεγονός ότι κάποιος τους έγραψε πρώτα σε ένα σενάριο και τους πρόβαρε και ίσως τους άλλαξε σε εκατό drafts (όπως θα πει κι Μαρί σε μια σκηνή), πριν φτάσουμε στην τελική τους μορφή. Αλλά όπως είχε πει κι ο Άαρον Σόρκιν σε κάποιο ον λάιν μάστερ κλας σεναρίου: μην ακούτε αυτούς που σας λένε να γράφετε φυσικά – να γράφετε ωραία. Και τελικά όλο αυτό θα συνιστούσε στα μάτια μου ένα πρόβλημα, αν ψεύτιζε τους ήρωες. Δεν συμβαίνει όμως κάτι τέτοιο, ο τόσο επιμελημένος λόγος βοηθά τους ήρωες να παραμένουν στις αλήθειες τους και να μας τις μεταδίδουν κι εμάς.

Ως προς το περιεχόμενο των όσων λέγονται, θα κρατήσω και θα συμφωνήσω με αυτή τη βασική ιδέα του Μάλκολμ (και θεωρώ μαζί και του Λέβινσον): πως, ναι, η ταυτότητα φύλου, φυλής κλπ του καθενός είναι σημαντική στον τρόπο που οριοθετεί το βλέμμα του και την οπτική του, αλλά από εκεί και πέρα υπάρχει και το βλέμμα του καλλιτέχνη, το βλέμμα που μεταφράζει την πραγματικότητα και τις οριοθετήσεις της, το βλέμμα που συγκινείται ενίοτε από απροσδόκητα και εκτός ταυτοτικών ορίων τμήματά της, το βλέμμα που καθιστά τους ίδιους τους καλλιτέχνες ράτσα, φύλο, ταυτότητα.

Ως προς το θέμα της σχέσης τους, ίσως πράγματι σε έναν βαθμό ο ένας εκμεταλλεύθηκε τον άλλον, ο ένας μπόρεσε να κρατηθεί πάνω απ’ τον άλλον, ο ένας βρήκε μια χρηστικότητα στον ρόλο του άλλου. Αλλά δεν είναι από μόνο του επιλήψιμο αυτό, δεν είναι από μόνο του αντιρομαντικό – κι άλλωστε αν το πάρουμε αντίστροφα και ο ρομαντισμός ιδιοτέλεια είναι. Ακόμα και αν όσα καταλογίζει ο ένας στον άλλο είναι αλήθεια, πάλι παρά την αμοιβαία εκμετάλλευση και την αμοιβαία ιδιοτέλεια, η σχέση τους μοιάζει να στηρίχθηκε και σε μια αμοιβαιότητα πολύ πιο πρωτογενή, πολύ πιο συναισθηματική.

Ο Σαμ Λέβινσον (γιος -τι ωραία!- του Μπάρι Λέβινσον) φτιάχνει μια ταινία με δύο ανθρώπους κι ένα σπίτι. Βρίσκω το σενάριό του πλούσιο, γόνιμο, γεμάτο αποχρώσεις, εμπνευσμένο και εμπνευστικό. Το υποστηρίζει με ατμοσφαιρική ασπρόμαυρη φωτογραφία και σκηνοθετικό στιλ και το στηρίζει πάνω στις ερμηνείες των ηθοποιών του. Ηθοποιών που -ίσως με δική του ευθύνη, ίσως με δική τους- υπάρχουν σκηνές που μοιάζει να χάνουν την ισορροπία τους, αλλά υπάρχουν και σκηνές που βρίσκουν τελείως στόχο. Δύο νέοι άνθρωποι που ακτινοβολούν, δυο άνθρωποι λίαν ευχάριστοι στο μάτι, κινηματογραφούνται με τρόπο λίαν ευχάριστο στο μάτι. Είναι αυτό αναγκαστικά αντιφατικό με τα σκοτάδια που ενίοτε πετάνε ο ένας στον άλλο; Θα έπρεπε να τους βλέπουμε στην άβυσσο; Να τρέχει μαύρο αίμα από μέσα τους; Αντιστρατεύεται η αισθητική της εικόνας το διακύβευμα της σύγκρουσής τους; Για μένα όχι. Γιατί, εκτός όλων των άλλων, το “Malcolm & Marie” για μένα σε καμία περίπτωση δεν είναι μια ταινία που θέλει να μιλήσει για κάποια κατάβαση στην κόλαση. Aντίθετα, είναι μια ταινία που μιλάει για τη μέσω της σύγκρουσης ανάβαση σε μια αμοιβαία συνειδητοποίηση. Μείνουν μαζί ή όχι, μείνουν στην ίδια σχέση ή ξεκινήσουν νέες, ο Μάλκολμ και η Μαρί έχουν τη δυνατότητα να το κάνουν με πολύ μεγαλύτερη αυτογνωσία, πολύ περισσότερο υποψιασμένοι για το πώς τους εκλαμβάνει ο άλλος, για τα όριά τους και τις αδυναμίες τους. Από μένα είναι ένα μεγάλο «ναι» για την ταινία σου, φίλε Σαμ Λέβινσον. Προχώρα και μην ακούς κανέναν. Και την αγάπη και τον σεβασμό μας στον μπαμπά.