Το παράνομο θέαμα: Το πολυβραβευμένο και υπερεπαινεμένο από την κριτική ντοκιμαντέρ «Σε τεντωμένο σχοινί» αφηγείται το εγχείρημα του Γάλλου σχοινοβάτη, Φιλίπ Πετί, που τον Αύγουστο του 1974 περιφερόταν επί 45 λεπτά στον ουρανό ανάμεσα στους Δίδυμους Πύργους, πάνω σε ένα 43 μέτρων συρματόσχοινο που είχε δέσει ανάμεσα στις οροφές τους. Ένας φίλος και συνεργός του μας εξηγεί ότι νόμιμα θα ήταν αδύνατο να εξασφαλίσουν άδεια, oπότε το ντοκιμαντέρ δίνει μεγάλο βάρος στην παράνομη πλευρά του εγχειρήματος (τα σχέδια που έκαναν για να φέρουν τα εργαλεία τους στους πύργους, τις προσπάθειες να μη γίνουν αντιληπτοί από τους φύλακες κλπ). Και σκέφτεσαι ότι το εγχείρημα του Πετί δεν πληρούσε όχι μόνο τις νόμιμες προϋποθέσεις, αλλά και τις προϋποθέσεις με τις οποίες λειτουργούν οι κοινωνίες μας, εξέχουσα θέση ανάμεσα στις οποίες έχει ο θεμελιώδης νόμος του θεαμάτων, που ορίζει ότι κάθε θέαμα πρέπει να έχει εμπορικό χαρακτήρα. Είχαμε όμως στην προκειμένη περίπτωση να κάνουμε με θέαμα; Είχαμε, αφού δεν τον ενδιέφερε μόνο το κατόρθωμά του, τον ενδιέφερε εξίσου να βρίσκεται σε ένα σημείο όπου θα βλέπουν όλοι το κατόρθωμά του. Οι όροι αυτού του θεάματος ήταν κατάδικοί του, ήταν ένα θέαμα που είχε κίνητρο τη πετριά του ή το όραμά του (όπως θέλει το ονοματίζει κανείς), ένα θέαμα χωρίς τους παραγωγούς του, τους μεσάζοντές του, ένα θέαμα εκτός εμπορικής εκμετάλλευσης, ένα θέαμα χωρίς χορηγούς, διαφημίσεις και εισιτήρια. Ένας τύπος περπατούσε πάνω σε ένα σκοινί με άμεσο κίνδυνο να σκοτωθεί επειδή αυτό γούσταρε να κάνει. Μέσα στους Πύργους οικονομικές συναλλαγές, στον αέρα ανάμεσα τους περπατούσε ένας άνθρωπος, σε μια εκτός συναλλαγής αποκοτιά.

Το παρόμοιο θέαμα: Εκεί που οι τρομοκράτες είδαν στους Δίδυμους Πύργους το ιδανικό θέατρο ενός μηνύματος ισχύος και καταστροφής, ο Πετί είδε στους Δίδυμους Πύργους (ενόσω ακόμη κατασκευάζονταν σε ένα περιοδικό στο σαλόνι του οδοντιάτρου του) το ιδανικό θέατρο για να ασκήσει την δική του τέχνη. Ωστόσο, εκτός από τις προφανείς διαφορές ανάμεσα σε ανθρώπους που σκοτώνουν μαζικά και σε έναν άνθρωπο που στη χειρότερη θα σκοτωνόταν ο ίδιος, υπάρχει και μια βασική ομοιότητα: και η επίθεση στους Δίδυμους Πύργους ως θέαμα στήθηκε και προγραμματίστηκε, ήθελε δηλαδή να λειτουργήσει όχι ως μια σκέτη είδηση τρομοκρατικού χτυπήματος, αλλά ως ένα θέαμα τρομοκρατικού χτυπήματος. Το εγχείρημα του Πετί αποκλήθηκε το καλλιτεχνικό έγκλημα του αιώνα, αλλά και η καταστροφή των Δίδυμων Πύργων με τον τρόπο που έγινε δεν ήταν ένα σκέτο έγκλημα, αλλά ένα έγκλημα που φιλοδοξούσε (και πέτυχε) να αποτελέσει μια εικόνα που θα καρφωθεί ανεξίτηλα στο μυαλό.

Η ιστορία πίσω από κάθε ιστορία: Το ντοκιμαντέρ δείχνει αυθεντικό κινηματογραφημένο υλικό και φωτογραφίες της εποχής, καθώς και τωρινές συνεντεύξεις των πρωταγωνιστών. Δείχνοντάς μας λοιπόν τον Πετί και τους συνεργούς τους όπως ήταν το 1974 και στα αμέσως επόμενα πλάνα όπως είναι τώρα, 35 χρόνια μετά, δείχνοντας μας άνδρες τη μια στιγμή στα 25 και την άλλη στα 60 τους, μετατρέπεται σε ακούσιος αυτόπτης μάρτυρας της φθοράς τους. Ο χρόνος έχει σκάψει τα πρόσωπά τους, σε άλλους έχει φερθεί καλύτερα, σε άλλους λιγότερο, αλλά και σε αυτούς με τους οποίους στάθηκε πιο επιεικής, η έκπτωση από την ομορφιά της νιότης είναι παρούσα. Η εποχή της σωματικής ακμής τους έχει παρέλθει: μαλλιά κατσαρά και πλούσια που εξαφανίστηκαν αποκαλύπτοντας στη θέση τους κωνοειδείς φαλάκρες, άλλα μαλλιά που άσπρισαν, πρόσωπα που χαρακώθηκαν από ρυτίδες, ένας πρέπει να έχει μασέλα, όλοι έχουν νιάτα που έφυγαν. Αν αντί για ντοκιμαντέρ παρακολουθούσαμε ταινία μυθοπλασίας που διαδραματιζόταν σε αντίστοιχο βάθος χρόνου, η γνώση του ότι πρόκειται για μακιγιάζ θα μας καθησύχαζε (συνειδητά ή ασυνείδητα). Εδώ παρακολουθούμε τα ίχνη του χρόνου στην αμακιγιάριστη αλήθειά τους. Το ντοκιμαντέρ λειτουργεί έτσι αντικειμενικά ως ντοκουμέντο, χωρίς βέβαια αυτός να ήταν σε καμία περίπτωση ο έστω και έμμεσος σκοπός του. Σαν να τραβούσες κάτι άλλο και την ώρα εκείνη να γίνεται στο φόντο ένα έγκλημα. Το έγκλημα του χρόνου. Έτσι, όποια ιστορία του 1974 και αν αφορούσε το ντοκιμαντέρ το ίδιο θα συνέβαινε, αφού το έγκλημα θα καταγραφόταν. Πρόκειται για το θέμα πίσω από κάθε θέμα, για την κοινή όλων μας ιστορία πίσω από την ξεχωριστή του καθενός μας ιστορία, για την ιστορία που διαδραματίζεται στο φόντο παράλληλα με όλες τις άλλες.

Η έξαψη της ασφάλειας: Ένας συνεργός του, την ώρα που έχουν μπει σε έναν Πύργο και κρύβονται, φοβάται. Ο Πετί του λέει ότι μπορεί να φύγει. Στην αφήγησή του ο συνεργός μιλάει απενοχοποιημένα για την ανακούφιση που ένιωθε φεύγοντας. Έχουμε συνηθίσει να ακούμε ύμνους για την έξαψη του κινδύνου, του ρίσκου, του να ζεις πέρα από τα όρια. Η συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων όμως που ζούσε και ζει μέσα στα όρια δεν το κάνει από μαζοχισμό. Το κάνει επειδή νιώθει καλά μέσα στην θαλπωρή τους. Έτσι ίσως ακόμα και ο Πετί πραγματοποιώντας το όνειρό του 417 μέτρα πάνω από το έδαφος να μην νιώθει μεγαλύτερη έξαψη από τον συνεργό του, την ώρα που εκείνος αποδρά μακριά από κάθε φόβο και κάθε κίνδυνο. Διαχρονικά η έξαψη του κινδύνου μπορεί να εμπνέει και να γεννά συζητήσεις ή ωραία ντοκιμαντέρ όπως αυτό, ωστόσο δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι το συναίσθημα επάνω στο σχοινί είναι πιο έντονο από την ηδονή της ασφάλειας. Άλλοι ποθούν σχοινιά στον ουρανό, άλλοι το έδαφος κάτω από τα πόδια τους να είναι σταθερό.