Ο Guardian δίνει πέντε αστέρια στη μεγαλύτερη αναδρομική έκθεση που έχει γίνει για την Ντόρα Μάαρ στη Βρετανία, στην Tate Modern, το BBC γράφει ότι η Ντόρα Μάαρ είναι πολύ παραπάνω από τη «Γυναίκα που κλαίει» του Πικάσο, αναφερόμενο στον διάσημο πίνακα του Πικάσο που την απεικονίζει και είναι κρεμασμένος στο ίδιο βρετανικό μουσείο.

Ο Πικάσο είχε πει ότι «η Ντόρα Μάαρ για μένα είναι η γυναίκα που κλαίει» συνοψίζοντας σε μια πρόταση μια δύσκολη σχέση που ξεκίνησε με μεγάλο πάθος, ήταν πάντα ταραχώδης και έληξε άδοξα και θλιβερά για τη Ντόρα Μάαρ. Ωστόσο, η ίδια, ισχυριζόταν ότι αισθάνθηκε αυτό το έργο όχι σαν ένα πορτραίτο της αλλά ως μια μεταφορά για την τραγωδία του ισπανικού λαού. Άδικα ή όχι, η Ντόρα Μάαρ έγινε γνωστή σαν ερωμένη και μούσα του Πικάσο. Όπως όλες οι σύζυγοι, ερωμένες και μούσες του που πέρασαν στην αθανασία μέσα από την εικαστική αποθέωση και μερικά από τα πιο διάσημα πορτραίτα που δημιουργήθηκαν ποτέ στην ιστορία της τέχνης.

Weeping Woman 1937

Όπως η Όλγκα Χοχλόβα, η Μαρί Τερέζ Βαλτέρ, η Φρανσουάζ Ζιλό και η Ζακλίν Ροκ, η Ντόρα Μάαρ τον αγάπησε παράφορα και δεν τον ξεπέρασε ποτέ. Η προσωπική του ζωή ήταν μπερδεμένη όσο δεν παίρνει αλλά ο Πικάσο είχε τον τρόπο να ελέγχει τους ανθρώπους γύρω του, ειδικά τις γυναίκες του μέχρι τον θάνατό τους. Δυο από αυτές, η Μαρί-Τερέζ και η Ζακλίν αυτοκτόνησαν, ενώ η Όλγκα και η Ντόρα έφτασαν στα όρια της τρέλας. Η Ντόρα Μάαρ μέχρι το τέλος της ζωής της, στα 89 της, το 1997, δεν μίλησε ποτέ για τον Πικάσο, παραπονιόταν μάλιστα ότι της τηλεφωνούν για να τη ρωτήσουν γι’ αυτόν, για μια προσωπική της υπόθεση, που όπως έλεγε, δεν τους αφορά. Η ιστορία τους όμως δεν ήταν και τόσο προσωπική, αφού η αλληλεπίδραση του ενός στον άλλον και καλλιτεχνικά ήταν μεγάλη και η καλλιτεχνική πορεία της Μάαρ χωρίζεται σαφώς σε πριν και μετά τον Πικάσο εποχή. Η ίδια στην ουσία δεν απέδρασε ποτέ από τη σχέση της με τον Πικάσο, κάτι που αποκαλύφθηκε μετά τον θάνατό της, από τους μακρινούς της κληρονόμους που έβγαλαν σε δημοπρασία τα προσωπικά της αντικείμενα που είχαν σχέση με τον ζωγράφο. Η Ντόρα Μάαρ είχε κρατήσει τα πάντα, σημειώματα ακόμα και τα ευτελή ενθύμια αυτής της τόσο καθοριστικής και τραυματικής σχέσης.

Η Ντόρα Μάαρ το 1956 στο διαμέρισμά της στο Παρίσι

Το ότι ο πλανήτης γη «ανακάλυψε» την αξία της είκοσι δύο χρόνια μετά τον θάνατό της έχει να κάνει όχι μόνο με την αποκατάσταση μιας καλλιτεχνικής αδικίας προς μια καλλιτέχνη που «θάφτηκε» στη σκιά του Πικάσο, αλλά και με την τάση της εποχής που θέλει τις γυναίκες να βγαίνουν από το περιθώριο της τέχνης, να προβάλλονται ισότιμα με τους άντρες ομοτέχνους τους, έχει να κάνει ακόμα και με το #metoo, τη διεκδίκηση του αυτονόητου δικαιώματος να μην κακοποιείσαι φυσικά ή πνευματικά, παρότι στην περίπτωση Πικάσο – Μάαρ τα πράγματα είναι πιο περίπλοκα. Σαφώς η Ντόρα Μάαρ ήταν η πιο δημιουργική, πνευματώδης, έξυπνη και αναγνωρισμένη καλλιτέχνης όταν τη γνώρισε ο Πικάσο που ως γνωστόν είχε μεγάλη διαφορά ηλικίας με όλες τους τις γυναίκες και αυτό του έδινε ένα πλεονέκτημα σε συνδυασμό με τη διασημότητα και τη μεγαλοφυΐα του στη οποία υποκλίθηκαν όλες. Όμως ο τρόπος που η Μάαρ υποτάχθηκε στα αισθήματά της είναι πρωτοφανής. Η γυναίκα που είχε γίνει δεκτή στο κλαμπ των σουρεαλιστών που λίγο ως πολύ έβλεπαν τις γυναίκες αν όχι σαν αντικείμενο, σαφώς υποτιμητικά, δέχθηκε να ζήσει με τον Πικάσο που δεν είχε πάρει διαζύγιο από την Όλγκα, ούτε είχε χωρίσει με την Μαρί Τερέζ, την οποία δεν άφησε σχεδόν σε όλη τη διάρκεια της σχέσης του με την Ντόρα.

Untitled (Hand-Shell), 1934, Dora Maar

The years lie in wait for you (Nusch Eluard)’, c1935

Το μεγαλύτερο έργο που μας κληροδότησε η Μάαρ από τη θυελλώδη σχέση της με τον Πικάσο είναι φυσικά το φωτογραφικό αρχείο της δημιουργίας του Γκερνίκα, ένα θησαυρό που κατέχει σήμερα το μουσείο Ρέινα Σοφία της Μαδρίτης και αποκαλύπτει πολλά και για τον τρόπο και για την ψυχική κατάσταση του Πικάσο όταν τον έφτιαχνε. Μετά τον Πικάσο, η ίδια πειραματίστηκε με τη ζωγραφική, με εξαιρετικά αποτελέσματα, αλλά τα έργα της εμφανίστηκαν το 1999, μετά τον θάνατό της, σε μια δημοπρασία και ποτέ πριν δεν είχαν βγει από το στούντιό της. Ήταν σαν να είχε χάσει την τόλμη της να γίνει πάλι η εξωστρεφής, χειραφετημένη γυναίκα που έγινε φωτογράφος από τα είκοσι και με μια Rolleiflex ταξίδεψε, φαντάστηκε και μπήκε στα μεγαλύτερα περιοδικά της εποχής της. Ή ίσως ήξερε ότι κάθε δημόσια εμφάνισή της θα ανακινούσε το θέμα «Πικάσο» που της είχε κοστίσει σε νοσηλείες, ηλεκτροσόκ και την κατάθλιψη από την οποία δεν ξέφυγε ποτέ.

Όταν ξεκίνησε την καριέρα της ως ζωγράφος και φωτογράφος δημιούργησε μερικές από τις πιο εμβληματικές εικόνες του σουρεαλισμού. Εραστής της ήταν ο Ζορζ Μπατάιγ και η παράξενη ομορφιά της την έκανε μαζί με το ταλέντο της δεκτή σε έναν κύκλο, μέσα στον οποίο έπαιζε πολλούς ρόλους. Ήταν μοντέλο και η ίδια, εκκεντρική και μυστηριώδης. Δούλεψε για λίγο με τον Μαν Ρέι στο στούντιό του, με τον Ζαν Κοκτό και τον Αντρέ Μπρετόν. Ο Ελυάρ που ήταν στενός της φίλος της αφιέρωσε το σουρεαλιστικό ποίημα Identités και πολλά από τα φωτογραφικά πορτραίτα της που έγιναν στη δεκαετία του 1930 συμπεριλήφθηκαν στο Le Temps Déborde του Ελυάρ.

Κάθε δουλειά της ήταν μια ριζοσπαστική χειρονομία. Η γνωριμία της με τον Πικάσο έχει περιγραφεί άπειρες φορές. Καθισμένη στο καφέ LesDeux Magots φορούσε ένα ζευγάρι δαντελένια γάντια κεντημένα με τριαντάφυλλα. Έπαιζε με ένα σουγιά καρφώνοντάς τον ανάμεσα στα δάχτυλά της. Κάποιες φορές αποτύγχανε και τα μάτωνε. Ο Πικάσο της τα ζήτησε σαν αναμνηστικό και η ιστορία τους ξεκίνησε. Η Ντόρα Μάαρ είχε κάτι το δραματικό, μυστηριώδες που τον ενέπνεε, καθώς η εικόνα της Μαρί Τερέζ είχε ξεθωριάσει. Με τον Πικάσο συνέβαινε έτσι: Η Ντόρα Μάαρ έζησε αυτή τη σκληρότητα της συμπεριφοράς του προς την προηγούμενη γυναίκα του και εννέα χρόνια αργότερα την υπέστη και η ίδια, όταν ο Πικάσο κουρασμένος από τις εκρήξεις ζήλιας, τον διαρκή ανταγωνισμό και την χειριστική συμπεριφορά της την άφησε για τη Φρανσουάζ Ζιλό. Η Ντόρα δεν είχε μπορέσει να κάνει ένα παιδί μαζί του και αυτό τη διέλυε. Η ένταση που τους δημιουργούσε ο πόλεμος είχε περάσει και όταν επέστρεψαν στο Παρίσι, η πόλη ήταν τόσο καταθλιπτική όσο και η ζωή τους εκείνο το διάστημα.

Untitled (Fashion photograph), c1935

Portrait d’Ubu’, 1936

29, rue d’Astorg’, c1936

Untitled (Pablo Picasso’s ‘Guernica’, in progress), 1937

‘The Conversation’ (oil on canvas), 1937

Όταν την άφησε, η Ντόρα Μάαρ νοσηλεύτηκε και τίποτα, ακόμα και ο Ζακ Λακάν που την υποστήριξε ως επιστήμονας σε εκείνη τη φάση δεν μπόρεσε να τη βοηθήσει ουσιαστικά. Η Μάαρ αποσύρθηκε και σε μια από τις πιο εσωστρεφείς της φάσεις αφοσιώθηκε στη ζωγραφική και βρήκε παρηγοριά στην ποίηση, τη θρησκεία και τη φιλοσοφία, επιστρέφοντας στο σκοτεινό της θάλαμο μόνο στη δεκαετία του ’70. Η άλλοτε πολιτικοποιημένη, αριστερή φεμινίστρια που είχε κάνει το αριστούργημα Portrait d’ Ubu, με τίτλο δανεισμένο από το έργο του Αλφρέντ Τζαρί και αποτελούσε την ακατανόητη μελαγχολική εικόνα ενός αινιγματικού όντος που έγινε σήμα κατατεθέν των σουρεαλιστών, δεν έχασε ποτέ, σε μια καριέρα  που διήρκεσε περισσότερα από 60 χρόνια την καινοτόμο ματιά της που βρήκε εφαρμογή σε πολλά καλλιτεχνικά πεδία.

Η Ντόρα Μάαρ είναι μια εξαιρετική καλλιτέχνης, πολύ και πέρα από την εποχή της, ίσως χρειάζονται μερικά ακόμα χρόνια για να δούμε τα έργα της και να τα αναγνωρίζουμε αυτόματα, τόσο εύκολα όπως τα έργα του Πικάσο στα οποία ποζάρει: Η Ντόρα Μάαρ και ο μινώταυρος (1936), Η Ντόρα Μάαρ με πράσινα νύχια (1936), Πορτρέτο της Ντόρας με στεφάνι από λουλούδια (1937), Η Ντόρα με ψάθινο καπέλο (1938).

Ίσως είναι η μόνη γυναίκα του Πικάσο που μετά τον θάνατό της ξέφυγε από τη σκιά του και απέδρασε από τον μύθο του. Το αποδεικνύουν τα 400 περίπου έργα και ο κόσμος που συρρέει προκειμένου να τη γνωρίσει μόνη αυτή τη φορά και θριαμβεύτρια.