Το 1940 ο εικοσιτετράχρονος Όρσον Γουέλς εξασφαλίζει απ’ το στούντιο της RKO πλήρη και απόλυτη ελευθερία για να γυρίσει την πρώτη του ταινία. Αναθέτει στον πεπειραμένο, ικανότατο, αλλά όχι και με έργο αντίστοιχο των ικανοτήτων του, σεναριογράφο Χέρμαν Μάνκιεβιτς, τη συγγραφή ενός σεναρίου, με κεντρική πηγή έμπνευσης παύλα στόχευσης τον μεγιστάνα του Τύπου Γουίλιαμ Ράντολφ Χερστ. Απομονώνει τον Μάνκιεβιτς σε ένα σπίτι στην έρημο Μοχάμπι, προσπαθώντας να τον κρατήσει μακριά απ’ το αλκοόλ, τον τζόγο και τις κακές συνήθειες και παρέες του, δίνοντάς του δύο μήνες για να γράψει το πρώτο ντραφτ αυτού που έμελλε να μείνει τελικά στην ιστορία του κινηματογράφου ως αναμφίβολα μίας απ’ τις καλύτερες ταινίες του και για πολλούς η καλύτερη: τον «Πολίτη Κέιν». Το 2020 ο Ντέιβιντ Φίντσερ επιστρέφει μετά από έξι χρόνια στο σινεμά (ή εν πάση περιπτώσει, με τα σινεμά κλειστά, στο Νetflix), σκηνοθετώντας ένα σενάριο που έγραψε πριν από δεκαετίες ο μακαρίτης πια πατέρας του. To “Mank“, γραμμένο σε μορφή διαδοχικών φλας μπακ και μπρος – πίσω στον χρόνο και γυρισμένο σε ασπρόμαυρη φωτογραφία, μας μιλά για τα παρασκήνια μιας εποχής (του Χόλιγουντ της δεκαετίας 1930-40) και μιας ταινίας, με τον οπτικό και κατασκευαστικό τρόπο της ταινίας για τα παρασκήνια της οποία μιλά, χωρίς ευτυχώς τη φιλόδοξη αφέλεια να θέλει να συγκριθεί μαζί της. Θα έτρωγε σχεδόν νομοτελειακά τα μούτρα του αν επιχειρούσε κάτι τέτοιο, οπότε ας επιχειρήσουμε να δούμε αν πετυχαίνει τους στόχους του, όχι αναμετρώμενο με ένα κορυφαίο κινηματογραφικό αριστούργημα, αλλά με τις προσδοκίες του θεατή.

Κι εδώ νομίζω πως βρίσκεται η παγίδα: το “Μank” δεν είναι μια ταινία που φτιάχτηκε έχοντας στο μυαλό μόνο -ή ίσως και κυρίως- τους θεατές. Όχι όμως με την ελιτίστικη έννοια, όχι με τη διανοουμενίστικη, όχι προφανώς με την έννοια ότι εδώ θα κάνουμε τέχνη κι όποιον τον αφορά – τον αφορά. Ποτέ δεν ήταν αυτό το σινεμά του Χόλιγουντ, πότε δεν ήταν κι αυτό το σινεμά του Φίντσερ. Αλλά με την έννοια ότι ο Φίντσερ γιος, μέσω του σεναρίου του Φίντσερ πατέρα, απευθύνεται και συνομιλεί κυρίως με τους ομοτέχνους του, με τους κινηματογραφανθρώπους, με τους φανατικούς σινεφίλ, με τους γνώστες, με την κινηματογραφική ιστορία. Τον γοητεύει η ιδέα να αναπαραστήσει σκηνές στις οποίες δεν θα πρωταγωνιστούν οι μεγάλοι σταρ της βιομηχανίας του κινηματογράφου, αλλά οι άνθρωποι πίσω απ’ αυτή τη βιομηχανοποιημένη μαγεία, οι άνθρωποι πίσω απ’ τον φακό, οι ιδιοκτήτες των στούντιο, oι παραγωγοί, οι επιτελείς, οι σκηνοθέτες, οι σεναριογράφοι. Δεν θα σας μιλήσω για ανθρώπους που ξέρετε και σας ιντριγκάρουν. Θα σας μιλήσω για όσους ιντριγκάρουν εμένα και το σινάφι μου. Ελιτίστικο; Όχι. Απλά όχι αβανταδόρικο. Και παθιασμένο για όσους μπορούν να συμμεριστούν το πάθος μου. Που εκ των πραγμάτων δεν μπορεί να είναι το μεγάλο κοινό.

Απ’ την άλλη, η παγίδα θα μπορούσε να ξεπεραστεί, αν όλη αυτή η ματιά στα παρασκήνια και την κουζίνα των κινηματογραφικών στούντιο, αποτελούσε το περιβάλλον μέσα στο οποίο θα έβρισκε χώρο να στεγαστεί ένα άλλο διακύβευμα, μια άλλη σύγκρουση, κάτι που θα ενέπλεκε περισσότερο τον θεατή. Δεν είναι όμως κάτι που συμβαίνει, στον επιθυμητό τουλάχιστον βαθμό, κι αυτό είναι το βασικό μείον της ταινίας. Όταν ο μακράν πιο αντιπαθητικός χαρακτήρας της ταινίας, ο Λούι Μπι Μέιερ της Metro-Goldwyn-Mayer λέει (και ταυτόχρονα δείχνει), ότι το σινεμά πρέπει να αφορά τον θεατή συναισθηματικά και ότι το συναίσθημα εδράζεται στο μυαλό, στην καρδιά και στα γεννητικά όργανα, ο Φίντσερ δεν δείχνει κάτι που δεν υπηρετεί και ο ίδιος με την ως τώρα φιλμογραφία του, δεν μας προσφέρει ειρωνικά κάποιο αντιπαράδειγμα, απλά φτιάχνει στο “Μank” έναν κόσμο που για να σε πιάσει απ΄το μυαλό, την καρδιά και τα γεννητικά όργανα πρέπει να είσαι εκ των προτέρων λάτρης της μυθολογίας του. Αυτές καθαυτές οι συγκρούσεις του ήρωα κι ο ήρωας ως αυτόνομη προσωπικότητα, είναι λιγότερο συναρπαστικές.

Ποιες είναι όμως οι συγκρούσεις και ποιο τελικά το θέμα της ταινίας; Πρώτη σύγκρουση: Μάνκιεβιτς εναντίον Γουέλς. Αν δεχθούμε ότι η συγκεκριμένη σύγκρουση αφορά το ποιος είναι ο βασικός σεναριογράφος του «Πολίτη Κέιν», τότε όσοι αγαπούν τον Γουέλς έχουν κάθε δίκιο να θυμώνουν, αφού το “Μank” σαφώς παίρνει θέση. Αν το δούμε όμως, όχι ως απόπειρα βλάσφημης αποκαθήλωσης του Γουέλς, αλλά ως απόπειρα αποκατάστασης ενός ανθρώπου που είχε μείνει στη σκιά ενός τιτάνα, ώστε να έρθει κι αυτός λίγο στο φως, τότε το εγχείρημα είναι πολύ πιο βάσιμο. Και εντάξει δεν με τιμά που το λέω, αλλά εμένα ο «Πολίτης Κέιν» μου είχε μείνει στο μυαλό ως έργο που όχι μόνο σκηνοθέτησε, αλλά και έγραψε ο Γουέλς, ως κάτι ολοκληρωτικά δικό του. Αγνοούσα την ύπαρξή του Χέρμαν Μάνκιεβιτς, ήξερα μόνο τον αδελφό του, τον σπουδαίο Τζόζεφ Μάνκιεβιτς, του “Αll About Eve”και πολλών άλλων. Και όσο αστείο θα ήταν να μειωθεί στο παραμικρό το θαύμα που έκανε ο Όρσον Γουέλς στον Πολίτη Κέιν, όσο ούτως ή άλλως αδύνατο είναι αυτό να συμβεί, είναι μάλλον δίκαιο να πιστώσουμε ένα μικρό μέρος του θαύματος στον Μάνκιεβιτς, αφού ο μεγάλος θαυματοποιός της υπόθεσης θα παραμείνει για πάντα στον θρόνο του.

Δεύτερη σύγκρουση: Μάνκιεβιτς εναντίον της ελίτ και του συστήματος. Μια ελίτ που έχει τη μία της έκφανση στην τεράστια οικονομική δύναμη του Χερστ και την άλλη στην τεράστια δύναμη του Χόλιγουντ. Ο Μάνκιεβιτς ενώ είναι πλήρως εντεταγμένος στο σύστημα, ενώ απολαμβάνει τα οφέλη του να δουλεύει για το Χόλιγουντ, έχει μια πλευρά αιρετική, έχει μια πλευρά που τον κάνει να θέλει να διατηρεί πάντα μια αποστασιοποιημένη και σκωπτική στάση. Γίνεται προνομιακός συνδαιτυμόνας του Χερστ, μέχρι να έρθει η στιγμή της συνειδητοποίησης ότι η παρρησία του τον καθιστούσε απλώς τον γελωτοποιό της αυλής, τη μαϊμού που χορεύει όταν παίζει το όργανο. Ενώ ο ίδιος θεωρούσε ότι είναι ο μη γλείφτης, ο μη υποτακτικός, εκείνος που τα λέει έξω απ’ τα δόντια, εκείνος που δεν διστάζει να τους τα πει μέσα στα μούτρα τους και να γίνει δυσάρεστος, τελικά γινόταν ευχάριστος, καθώς εξελάμβαναν την ελευθεροστομία του με τον τρόπο που την εκλαμβάνουν όσοι έχουν πραγματική δύναμη: ως κάτι διασκεδαστικό.

Τρίτη σύγκρουση: Μάνκιεβιτς εναντίον του εαυτού του. Σε μια σκηνή ο Ίρβιν Θάλμπεργκ του λέει, ποιος μπορεί να φανταστεί τι θα πετύχαινες αν δινόσουν στη δουλειά όπως εγώ; Ίσως αν ο Μάνκιεβιτς ήταν πιο αφοσιωμένος στο γράψιμο, ίσως αν ήταν λιγότερο αφοσιωμένος στα πάθη του και την καλοπέρασή του ή την αυτοκαταστροφή του, ίσως να είχε κάνει πολύ μεγαλύτερο όνομα και καριέρα. Απ’ την άλλη λίγο είναι να έχεις συγγράψει το σενάριο μιας απ’ τις καλύτερες ταινίες όλων των εποχών και για πολλούς της καλύτερης;

Και κάπου μεταξύ δεύτερης και τρίτης σύγκρουσης, το “Μank” δυσκολεύεται να κατασταλάξει αν ο ήρωάς του ξοδεύτηκε ή έζησε όπως ήθελε, δυσκολεύεται -για να χρησιμοποιήσουμε τα λόγια της ταινίας- να μας προσφέρει μια σαφή εντύπωση για το αν ο πρωταγωνιστής θα προτιμούσε να είχε ζήσει κάπως αλλιώς.

Πολύ πιο διαυγής από τη σκιαγράφηση των ηρώων είναι η ματιά πατρός και υιού Φίντσερ στο πολιτικό σχόλιο που κάνουν. Η Αμερική τα χρόνια μετά το κραχ, η Αμερική της μεγάλης ύφεσης και μια εκλογική μάχη. Επικεντρώνοντας στις εκλογές της Καλιφόρνια του 1934, ανάμεσα στον σοσιαλιστή συγγραφέα Άπτον Σινκλέρ και τον συστημικό αντίπαλό του, το “Μank” μας δείχνει πάρα πολύ πειστικά τα κυρίαρχα ιδεολογήματα που αντέχουν στις ΗΠΑ ακόμη και σε περιόδους γενικευμένης εξαθλίωσης. Ατομική ιδιοκτησία (ακόμη κι αν δεν έχω), οικονομική αυτονομία (ακόμη κι αν δεν έχω), όχι σε κομμουνιστικές αθλιότητες όπως η αναδιανομή του εισοδήματος. Και ο ρόλος της πλύσης εγκεφάλου, μια πρώιμη αλλά καθοριστικότατη μορφή των φέικ νιουζ, η όσμωση της βιομηχανίας ονείρων του Χόλιγουντ με την προπαγάνδα, όλα όσα πωλούνται στον θεατή και τον ψηφοφόρο, απ’ τον Κινγκ Κονγκ ως τη διατήρηση του στάτους κβο.

Δίπλα στον Γκάρι Όλντμαν, την Αμάντα Σέινφριντ και τον Τσαρλς Ντανς, ο Φίντσερ γεμίζει την ταινία του με απροσδόκητα και σχετικά άγνωστα πρόσωπα: ο Άρλις Χάουαρντ στον ρόλο του Μέιερ, ο Φέρντιναντ Κίνγκσλεϊ στον ρόλο του Ίρβινγκ Θάλμπεργκ, ο Τομ Πέλφρι στον ρόλο του Τζόζεφ Μάνκιεβιτς, ο Τομ Μπερκ στον ρόλο του Όρσον Ουέλς, κάνουν όλοι τους εντύπωση.

Σε μια σκηνή, ο Λούι Μπι Μέιερ θα πει πως ο θεατής στις ταινίες αγοράζει μόνο την ανάμνηση. Και πως στο στούντιο εξακολουθεί και ανήκει αυτό που αγόρασες. Και πως αυτή είναι η αληθινή μαγεία του σινεμά. Στην εποχή που οι ταινίες ανήκουν στις πλατφόρμες, ο θεατής δεν πληρώνει σχεδόν τίποτα, δεν έχει καν σχέση αγοράς με την κάθε συγκεκριμένη ταινία. Κι αυτή είναι η αληθινή μαγεία μιας εποχής που ψάχνει να βρει τα πατήματά της σε ένα περιβάλλον τηλεργασίας, τηλεκπαίδευσης, τηλεδιάσκεψης, ταινιών σαν το “Μank” που δεν μπορούμε να πληρώσουμε, να τις δούμε σε μια αίθουσα, να αγοράσουμε την ανάμνησή μας.