Η Μαργαρίτα Συγγενιώτου δεν είναι η τυπική λυρική τραγουδίστρια, όπως μπορεί να την έχουμε στερεοτυπικά στο μυαλό μας. Κατασταλαγμένη, προσγειωμένη, με το βλέμμα της πάντα στον άνθρωπο, η ταλαντούχα μεσόφωνος είναι από τις πλέον αγαπητές στη χώρα μας. Λίγο πριν συμπράξει με την ΚΟΑ στη διαδικτυακή συναυλία Συνθέτες Συνθέτουν Συνθέτες, η οποία θα προβληθεί σήμερα στο YouTube κανάλι και τα social media της Ορχήστρας, μιλά για την πορεία της, αλλά και τις προκλήσεις που θέτει η πανδημία:

Ποια η πρώτη σας ανάμνηση από τη μουσική;

Η πιο παλιά πρέπει να είναι η μουσική από τη Λιλιπούπολη. Η καθημερινή πρωινή ρουτίνα στην προσχολική μου ηλικία ήταν “Το σχόλιο του Τρίτου” κι αμέσως μετά η Λιλιπούπολη. Νομίζω πως αυτός ο λόγος και η μουσική χαράχτηκαν στο υποσυνείδητό μου. Μία “πρώτη ανάμνηση” υπό την έννοια ότι μου άλλαξε τη σχέση μου με τη μουσική είναι όταν στα 18 μου άκουσα το περίφημο Ensemble InterContemporain του Pierre Boulez στο Ηρώδειο και είπα ότι θέλω να ασχοληθώ με αυτή τη μουσική.

Πώς πήρατε την απόφαση ότι θα ασχοληθείτε επαγγελματικά με το λυρικό τραγούδι;

Αυτές τις αποφάσεις δεν τις παίρνεις συνειδητά. Ευτυχώς σου συμβαίνουν σε νεαρή ηλικία, όταν έχεις άγνοια κινδύνου. Σπούδαζα Αρχιτεκτονική μαζί με τη μουσική. Κάποια στιγμή όταν βγήκε το πρόγραμμα της εξεταστικής, απλώς ένιωσα ότι δεν με αφορά πια. Και αποφάσισα ότι θα ασχοληθώ αποκλειστικά με τη μουσική. Απλώς στάθηκα τυχερή και κατάφερα να γίνει το επάγγελμά μου. Θα μπορούσε να είχε εξελιχθεί αλλιώς η ιστορία.

Το ρεπερτόριό σας είναι ιδιαίτερα ευρύ, εκτεινόμενο από το Μπαρόκ έως τον 20ο αιώνα. Ποια η μέθοδος προσέγγισης κάθε ρόλου για σας;

Πρώτα μαθαίνω τη μουσική. Να έχω τελειώσει με αυτό, το οποίο κάποιες φορές, ειδικά στη μουσική του 20ου και 21ου αιώνα δεν είναι και τόσο απλό. Μετά αρχίζει η πραγματική επεξεργασία του ρόλου. Αυτό που με ενδιαφέρει είναι τι υποκριτικό φορτίο μεταφέρει η παρτιτούρα. Γιατί έχει κάνει ο συνθέτης τις συγκεκριμένες συνθετικές επιλογές, τι εννοεί; Το ιστορικό πλαίσιο, επίσης, είναι εξαιρετικά σημαντικό, ένας συνθέτης γράφει πάντα σε σχέση με την εποχή του και προσπαθώ να εξηγήσω τον ρόλο σε σχέση με τις πεποιθήσεις αυτής της εποχής κι όχι της σημερινής. Αλλά νομίζω ότι πάνω από όλα έχω πολύ βιωματική σχέση με τη μουσική, ενστικτώδη. Προσπαθώ να ενσωματώνω όσο γίνεται περισσότερη ελευθερία, που όμως προκύπτει από όσο γίνεται περισσότερη γνώση. Προσπαθώ να κρατάω ζωντανή τη φαντασία μου. Την πρώτη ερμηνευτική ιδέα που μου έρχεται στο μυαλό, την πετάω συνήθως. Είναι η προφανής, προσπαθώ να δω λίγο πιο βαθιά.

Έχετε επίσης ερμηνεύσει πλήθος έργων Ελλήνων συνθετών, πολλά εκ των οποίων γραμμένα ειδικά για εσάς. Ποια τα συναισθήματά σας όταν ένας συνθέτης εμπνέεται από τη φωνή σας;

Είναι σε οποιαδήποτε περίπτωση εξαιρετικά συγκινητικό. Ένιωθα πάντα μία ιδιαίτερη ευγνωμοσύνη, αλλά μεγαλώνοντας, όταν κοιτάζω πίσω και θυμάμαι ότι έγραψαν για μένα μερικές από τις μεγαλύτερες μουσικές προσωπικότητες, νιώθω ιδιαίτερα τυχερή. Και είναι και πολύ δημιουργικό. Άλλωστε έτσι φτιάχτηκε όλη η μουσική στον κόσμο. Από ανθρώπους για ανθρώπους και δεν πρέπει ποτέ να το ξεχνάμε αυτό. Όλα αυτά γίνονται για να επικοινωνήσουμε.

Υπάρχει κάποιος ρόλος που ξεχωρίζετε; Κάποια ηρωίδα, η οποία να σας έχει γοητεύσει ιδιαίτερα;

Οι ρόλοι εγγράφονται μέσα μας πάντα και σε σχέση με τις συνθήκες που τους συναντήσαμε. Ένας αγαπημένος ρόλος υπήρξε ο Αρτσέτρο από την “Ευρυδίκη” του Γιάκοπο Πέρι. Ήταν ένας ρόλος που μου έδωσε την ευκαιρία να εξερευνήσω υποκριτικά πολύ ενδιαφέρουσες πτυχές. Το “Μέντιουμ” του Μενότι είναι αγαπημένος ρόλος. Και, παραδόξως, μεγαλώνοντας αγάπησα την Κάρμεν, την οποία πάντα θεωρούσα “εύκολη” μουσική. Ο ρόλος έχει μεγάλο ενδιαφέρον στην πολιτική του διάσταση.

Το λυρικό τραγούδι είναι ένας χώρος με έντονο ανταγωνισμό. Αισθανθήκατε ποτέ ότι αυτός ο συνεχής διαγκωνισμός μπορεί να σας φθείρει, ή πιστεύετε ότι αποτελεί μεγαλύτερο κίνητρο για την εξέλιξη της/ου ερμηνεύτριας/τή;

Κοιτάξτε, αυτό ισχύει σε ένα διαφορετικό πλαίσιο από την ελληνική πραγματικότητα. Εγώ πήρα πολύ νωρίς την απόφαση να μείνω στην Ελλάδα και σε αυτό συνέβαλε το ότι εκείνη την εποχή έκανα τη μουσική που ήθελα, δούλευα με τον Θόδωρο Αντωνίου, την Ορχήστρα των Χρωμάτων, τη Λυρική Σκηνή, έκανα το ρεπερτόριο που αγαπούσα. Εδώ δεν υπάρχουν καριέρες, οπότε δεν είναι και σπουδαίος ο ανταγωνισμός. Δεν με βελτιώνει ο διαγκωνισμός. Με βελτιώνει η σχέση μου με τους ανθρώπους. Η ευθύνη μου για το έργο ενός νέου συνθέτη που θέλω να το ακούσει όσο γίνεται καλύτερα, η χαρά να δουλέψω με καλούς συναδέλφους και να είμαι κι εγώ καλή για να περάσουμε ωραία, τελικά το δικό μου το μεράκι, το πώς θα ήθελα εγώ να ακούσω τη μουσική.

«Από το κοινό δεν μου λείπει το χειροκρότημα, μου λείπει η σιωπή του. Εκείνη η ησυχία που δηλώνει ότι κάτι τους είπες που θέλησαν να ακούσουν.»

Η πανδημία του κορωνοϊού έχει επηρεάσει ιδιαίτερα τον χώρο του πολιτισμού. Πώς αντιμετωπίζετε τις αλλαγές στον προγραμματισμό των εμφανίσεών σας, αλλά και συνολικά στην καθημερινότητά σας;

Το κλείσιμο των θεάτρων τον Μάρτιο με βρήκε στη γενική δοκιμή της “Πάπισσας Ιωάννας” του Γιώργου Βασιλαντωνάκη στη Λυρική Σκηνή, μία παράσταση που δεν ανέβηκε ποτέ. Είναι εξαιρετικά δύσκολο και στενάχωρο αυτό που συμβαίνει. Μετά από εννέα μήνες βλέπουμε πλέον καθαρά ότι υπάρχει έντονο στοιχείο βιοπολιτικής στη διαχείριση της πανδημίας, με τον πολιτισμό να παρουσιάζεται ως ένα είδος πολυτελείας, που μπορεί να είναι το πρώτο που θα κλείσει και το τελευταίο που θα ανοίξει. Αν δεν στηριχτεί πολύ ουσιαστικά από την πολιτεία, μετά από όλα αυτά θα μείνουμε με έναν πολιτισμό ξεκομμένο από την κοινωνία, ένα πολιτισμό Ιδρυμάτων και μεγάλων οργανισμών, που είναι μεν απαραίτητα, αλλά δεν μπορούν να αποτελούν τον κύριο κορμό της πολιτιστικής δημιουργίας. Η δημιουργικότητα που είναι γειωμένη στην κοινωνία είναι αυτό που πρέπει να στηρίξουμε τώρα. Αυτό παλεύω και προσωπικά μέσα από την κοινωνική μου δράση. Ο δεύτερος τρόπος που αντιμετωπίζω την κατάσταση είναι μέσα από την αλληλεγγύη. Η κοινωνική προσφορά είναι αυτή που μπορεί να κρατήσει την κοινωνία ενωμένη, μακριά από τον κοινωνικό κανιβαλισμό που ευνοούν αυτού του είδους οι κρίσεις.

Την Κυριακή 29 Νοεμβρίου θα προβληθεί η μαγνητοσκοπημένη συναυλία της ΚΟΑ, Συνθέτες Συνθέτουν Συνθέτες, όπου αναλαμβάνετε το σολιστικό μέρος στον Θρήνο της Αριάδνης. Πώς βλέπετε την κίνηση φορέων αλλά και μεμονωμένων καλλιτεχνών, που λόγω του lockdown αξιοποιούν τα social media για την προβολή των συναυλιών τους;

Ήμουν από την αρχή υπέρ. Τέτοιου είδους δράσεις μπορούν να φτάσουν και σε ένα κοινό πολύ ευρύτερο από τη ζωντανή συναυλία και κρατούν την Τέχνη ζωντανή σε μία περίοδο που οι άνθρωποι τη χρειάζονται περισσότερο από ποτέ. Δεν πιστεύω ότι η ζωντανή ακρόαση μπορεί να αντικατασταθεί από τίποτα. Υπάρχουν, βέβαια, διάφορα ζητήματα που πρέπει να συζητήσουμε. Για παράδειγμα δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο μόχθος της προετοιμασίας δεν αλλάζει επειδή αλλάζει το μέσο. Το ότι μία τέτοια παράσταση δεν έχει εισιτήριο δεν σημαίνει όμως ότι οι άνθρωποι που την ετοιμάζουν παύουν να είναι επαγγελματίες που πρέπει να αμείβονται κανονικά για την εργασία τους. Και, φυσικά, πρέπει να διασφαλίζεται η ποιότητα του παρεχόμενου προϊόντος.

Τι σας λείπει περισσότερο από τις ζωντανές εμφανίσεις αυτή την περίοδο;

Επειδή είναι μία νέα διαδικασία αυτός ο νέος τρόπος δουλειάς, τον βλέπω λίγο σαν παιχνίδι και μου κρατάει το ενδιαφέρον, αλλά πολύ σύντομα θα μου λείψει το κοινό. Κι εμένα από το κοινό δεν μου λείπει το χειροκρότημα, μου λείπει η σιωπή του. Εκείνη η ησυχία που δηλώνει ότι κάτι τους είπες που θέλησαν να ακούσουν.

Έχετε αναθεωρήσει στόχους και όνειρα που μπορεί να είχατε πριν την πανδημία; Θα θέλατε να τα μοιραστείτε μαζί μας;

Όχι, καθόλου. Γιατί έχω ένα μόνο στόχο. Όταν πεθάνω, να υπάρχουν κάποιοι που θα πούνε “α, καλή ήταν αυτή, κρίμα”.

Info:

Συνθέτες Συνθέτουν Συνθέτες | Κυριακή 29 Νοεμβρίου στις 20:30 |

Παρακολουθήστε τη συναυλία στο YouTube channel: Athens State Orchestra

ή στο Facebook: Κρατική Ορχήστρα Αθηνών/Athens State Orchestra