Η Αμερικανίδα φωτογράφος Μάργκαρετ Μόρτον με τον φακό της αιχμαλώτισε τη ζωή της Νέας Υόρκης, των άστεγων, μια πτυχής της πόλης που θεωρείται καλύτερο να μην υπάρχει.

Η Μάργκαρετ Μόρτον έφυγε από τη ζωή από καρκίνο σε ηλικία 71 ετών, στις 27 Ιουνίου 2020, και αφήνει πίσω της ένα έργο καταγραφής της πόλης, πριν η Νέα Υόρκη παραδοθεί στις καινούργιες κατασκευές και οι συνοικίες της γίνουν τόποι με τις πιο ακριβές ιδιοκτησίες στον κόσμο.

Συγγραφέας και καθηγήτρια εικαστικών τεχνών στο Cooper Union, η Μόρτον απεικόνισε με ευαισθησία και ιδιαίτερη ματιά τις κοινότητες των ανθρώπων που ζούσαν στον δρόμο μέχρι τη βίαιη καταστροφή τους από τις αρχές. Η τεκμηρίωση της φτώχειας στη Νέα Υόρκη αιχμαλωτίστηκε από τον φακό της και το έργο της συγκρίθηκε με αυτό του Jacob Riis που απεικόνισε τον μετασχηματισμό της Νέας Υόρκης στο γύρισμα του 20ου αιώνα.

Το 1980 η Μόρτον μετακόμισε στη Νέα Υόρκη. Πηγαίνοντας κάθε μέρα στη δουλειά της στην Cooper Union περπατούσε δίπλα στην κοινότητα αστέγων στο Tompkins Square Park. Τη φωτογράφιζε διαρκώς μέχρι την καταστροφή της το 1989 από το αστυνομικό τμήμα της Νέας Υόρκης. Μερικοί από αυτούς τους ανθρώπους συνέχισαν να εμφανίζονται στις φωτογραφίες της καθώς διασκορπίστηκαν σε όλη την πόλη, αποτελώντας τη βάση για το διαρκές ενδιαφέρον της Μόρτον να φωτογραφίζει και να παίρνει συνέντευξη από τους άστεγους της Νέας Υόρκης.

Η Μόρτον εξέδωσε ανάμεσα σε άλλα τα βιβλία Transitory Gardens, Uprooted Lives και The Tunnel: The Underground Homeless of the New York City, με φωτογραφικές ιστορίες αστέγων μιας εγκαταλελειμμένης σιδηροδρομικής σήραγγας πέρα ​​από το τέλος της γραμμής West Side που ζούσαν εκεί μέχρι το 1995, όταν η σήραγγα άρχισε να χρησιμοποιείται ξανά.

Η αλλαγή της πόλης καταγράφηκε μοναδικά στο έργο της όπως και η καταγραφή ομάδων πληθυσμού που ζούσαν μέσα σε μια υποκουλτούρα με κανόνες που κανένας δεν μπορεί να φανταστεί. Το έργο της Μόρτον δεν ήταν ούτε ενοχλητικό, ούτε φρικτό. Σε σχολαστικά σύνθετες εικόνες, έδειξε την υπερηφάνεια και ακόμη και τη χαρά που βρήκαν οι άστεγοι στο να φτιάχνουν τα σπίτια τους, τη βαθιά ανθρώπινη ανάγκη να φωλιάσουν και να τα διακοσμήσουν ανεξάρτητα από την περίσταση για να ζήσουν με αξιοπρέπεια.