Θέατρο Τέχνης: Το σπίτι του Καρόλου Κουν από το 1942 που άλλαξε τον τρόπο που βλέπουμε το νεοελληνικό θέατρο – ή που το δημιούργησε. Με τομές, με ισχυρές προτάσεις, με δόξες, αλλά και με σκαμπανεβάσματα και δυσκολίες. Φέτος, με ένα πρόγραμμα με ενδιαφέρουσες νέες παραγωγές (Ρίττερ Ντένε Φος, Γλάρος, Ηλέκτρα, Έντμοντ, Το Χρονικό του Χρόνου, Everybody Dies Young, Το σύντομο καλοκαίρι της αναρχίας), με μετακλήσεις από τη Νέα Υόρκη και την Κάτω Ιταλία, με συνεργασίες με την Εθνική Λυρική Σκηνή, τη Θεσσαλονίκη, την Κοζάνη, με το ΚΕΘΕΑ, με Θεατρικό Αναλόγιο, με δυο εξαιρετικά εφηβικά έργα (Μια μέρα χωρίς και Να βγω λιγάκι στον αέρα) και το παιδικό Χωρίς Οικογένεια, με τη συνέχεια του προγράμματος ‘200 χρόνια από την Επανάσταση’ (ένας από τους πρώτους φορείς που ασχολήθηκαν, γιατί «όταν αναρωτιέσαι ποια είναι η σύγχρονη Ελλάδα, ψάχνεις να βρεις την αφετηρία της στην επανάσταση και τη δημιουργία του σύγχρονου ελληνικού κράτους») και με επαναλήψεις, όπως οι Ανθρωποφύλακες, η Φαλακρή τραγουδίστρια ή ο Οθέλλος (γιατί «κάποια πράγματα που βλέπεις ότι κινούν και συγκινούν τον κόσμο, γιατί να μην επανέρχονται;»).

Η Μαριάννα Κάλμπαρη, «παιδί» του Θεάτρου Τέχνης και καλλιτεχνική του διευθύντρια από το 2014, μας μιλά για όλα αυτά:

Πώς βλέπεις το σημερινό θεατρικό τοπίο, γενικά;

Αντιλαμβάνομαι ότι η υπερπροσφορά και υπερπαραγωγή έχει αρχίσει να έχει πιο καθαρές συνέπειες στο πού πάει ο κόσμος, τι θέλει να δει, πόσο ζαλίζεται από την τρομακτική πληροφορία. Το μεγάλο ερώτημα για μένα είναι τι λέμε τώρα, τι είναι το ελληνικό θέατρο, το ελληνικό έργο στην ελληνική σκηνή. Υπάρχει η έντονη τάση του σκληρού θεάτρου που μιλά για τη σαπίλα, την πτώση της ελληνικής κοινωνίας μ’ έναν άγριο τρόπο, που μου φαίνεται η σύγχρονη εκδοχή του θεάτρου του Σκούρτη στο Θέατρο Τέχνης. Και υπάρχει και το κλασικό κείμενο, που το είδαμε πολύ φέτος, σπουδαία έργα που από μόνα τους έχουν κάτι σημαντικό να πουν στους δημιουργούς και στο κοινό. Με απασχολεί το τι είναι το ελληνικό θέατρο σήμερα. Τι προτείνει το θέατρο κι όχι μόνο τι έχει ανάγκη να δει ο κόσμος. Δεν πρέπει να είναι εμπορική η σχέση – τι πουλάει, τι ζητάει ο κόσμος, αυτό δίνουμε. Το θέατρο πρέπει ν’ ανοίγει δρόμους. Ποιοι είναι αυτοί οι δρόμοι; Αυτό με απασχολεί. Και μοιάζει και σαν δίπολο, το θέατρο να αποκτά όλο και μεγαλύτερο εμπορικό χαρακτήρα και από την άλλη, να γίνεται με πιο ερασιτεχνικούς όρους – σε σχέση κυρίως με την αφοσίωση που πρέπει να μπορεί να έχει ένας καλλιτέχνης σ’ αυτό που κάνει. Οι άνθρωποι είναι μοιρασμένοι σε πολλά πράγματα για να επιβιώσουν κι αυτό δεν επιτρέπει να αφιερωθούν κάπου με όλη τους την ψυχή.

Ρίτερ, Ντένε, Φος

Μίλησες για ελληνικό έργο. Θεωρείς ότι στο πρόγραμμα του Θεάτρου Τέχνης καλύπτεται;

Ελληνικά κείμενα έχουμε αρκετά, αλλά πάντα μπορείς να έχεις περισσότερα. Το θέμα είναι να υπάρχουν κείμενα και να μπορείς να υποστηρίξεις τους συγγραφείς. Θα ήταν ιδανικό να έχουμε residents, να δοκιμάζουν εδώ, να δημιουργούν, να εξελίσσονται. Κάτι παρόμοιο συνέβαινε παλιότερα στο Θέατρο Τέχνης. Ο Κουν ήταν δίπλα στον κάθε δημιουργό και με κάποιο τρόπο τους οδηγούσε. Το θέατρο ήταν ανοικτό να ανεβάσει αυτό που έγραφαν κι εκείνοι ήταν ανοικτοί ν’ ακούσουν. Προφανώς ήταν πολύ ιδιαίτερη εκείνη η εποχή και δεν επαναλήφθηκε. Ο συγγραφέας δεν παραδίδει απλά ένα έργο, αλλά ξέρει ότι έχει γραφτεί για να παίζεται. Άρα κρίνεται και διαμορφώνεται μέσα από ζωντανές διαδικασίες, όπως η πρόβα. Όλοι πρέπει να συναντηθούμε σ’ έναν κοινό δρόμο, να βάλουμε ίσως λίγο στην άκρη το ατομικό μας όραμα και το εγώ μας και να επικοινωνήσουμε σαν μια αληθινή ομάδα για να γεννηθεί κάτι από όλους μαζί. Ε, σε αυτό πρέπει να μπαίνει ο Έλληνας συγγραφέας σήμερα.

Ανθρωποφύλακες

Εσύ προέρχεσαι από το Θέατρο Τέχνης. Πώς ήταν και πώς είναι για σένα να το διευθύνεις;

Όταν μου προτάθηκε η καλλιτεχνική διεύθυνση, συνειδητοποίησα ότι είναι μια σκηνοθεσία σε μεγάλη κλίμακα! Έχει κάτι πολύ δημιουργικό, ειδικά όταν είσαι σε ένα μέρος απ’ όπου προέρχεσαι, που αγαπάς, πιστεύεις και θέλεις να συνεχίσει. Είναι ακόμα μεγαλύτερη πρόκληση, τόσο η τιμή όσο και η δυσκολία. Μετά από 6 χρόνια θα πω ότι είναι ένα υπέροχο πεδίο, αυτό το σπίτι, η οικογένεια, που όμως είναι πολύ δύσκολο να συνεχίσει να έχει τον ρόλο που πρέπει να έχει, αν δεν βρεθεί τρόπος να μη στηρίζεται μόνο στα εισιτήρια. Είναι πολύ δύσκολο για εμάς που προσπαθούμε να φτιάξουμε ένα πρόγραμμα, έχουμε ένα όραμα, ονειρευόμαστε να φέρουμε συγγραφείς, έργα κλπ. Το θέατρο φυσικά και πρέπει να έχει εισιτήρια, φτιάχνεται για να το δουν οι άνθρωποι, θέλουμε να έχει κόσμο. Το Θέατρο Τέχνης πάντα ήθελε ν’ αγγίξει, να κάνει κοινωνό τον κόσμο. Όταν όμως ο γνώμονας είναι πώς θα πληρωθούν οι λογαριασμοί και οι μισθοί, δεν γίνεται. Χρειάζεται μια βοήθεια. Διεύρυνα το ρεπερτόριο, αλλά αυτό είναι πάρα πολύ δύσκολο να συνεχίσει χωρίς επιχορήγηση. Όταν κάναμε την πλατφόρμα Tempo Forte και ήρθαν εδώ τα ιταλικά θέατρα στη αρχή της σεζόν, δεν μπορούσαν να διανοηθούν ότι λειτουργούμε χωρίς να παίρνουμε χρήματα! Στην Ιταλία δεν υπάρχει θέατρο που να μην καλύπτει τα έξοδά του κατά 80% από το κράτος. Και το Θέατρο Τέχνης δεν είναι απλώς άλλο ένα θέατρο. Ιδρύθηκε το 1942, έχει όλη αυτή την ιστορία πίσω του, έχει δυο σκηνές, προσπαθεί να είναι ζωντανό και ανοικτό σπίτι για αξιόλογους καλλιτέχνες κάθε ηλικίας και εμπειρίας. Έχει τη σχολή του και εκπαιδεύει ηθοποιούς και έχει και ένα σπουδαίο αρχείο που είναι αδύνατον να συντηρήσουμε από τα εισιτήρια.

Στο πρόγραμμα του Θεάτρου Τέχνης σημειώνονται αρκετές παραστάσεις ως επιχορηγούμενες από το ΥΠΠΟ.

Πολύς κόσμος γενικά πιστεύει ότι το Θέατρο Τέχνης είναι ημικρατικό ή παίρνει σταθερή ή έκτακτη επιχορήγηση από το κράτος ή κι άλλους φορείς. Παλιά παίρναμε επιχορηγήσεις για το σύνολο του ρεπερτορίου, αλλά με πολύ μειωμένο ποσό. Οι σημερινές επιχορηγήσεις που αναφέρεις, δεν είναι όλες για το Θέατρο Τέχνης. Μπορεί να είναι μια ομάδα σε μια συμπαραγωγή, η οπαία να επιχορηγείται. Πρόκειται για μικρά ποσά, δεν φτάνουν ν’ ανεβάσεις παράσταση, αλλά είναι μια μικρή βοήθεια κι έχει συμβολικό νόημα, το ότι η πολιτεία δηλαδή πιστεύει ότι το θέατρο χρειάζεται να στηρίζεται. Χρειάζεται πάντως σταθερή επιχορήγηση για να βγάλεις πρόγραμμα συνεπές στο όραμά σου. Ρίσκο πάντα παίρνεις. Ακόμα κι αν συντρέχουν όλες οι θετικές προϋποθέσεις, μπορεί η παράσταση να μην καταφέρει να συναντήσει το κοινό της για διάφορους λόγους. Το να μπορεί κανείς λοιπόν να επενδύσει σε αξιόλογους, νέους ανθρώπους, που προτείνουν κάτι εντελώς διαφορετικό και που αξίζουν μια ευκαιρία, είναι σημαντικό και είναι ρίσκο. Βλέπουμε στο θέατρο ότι οι νέοι που θέλουν να δοκιμάσουν κάτι, μόνο μόνοι τους μπορούν να το κάνουν, δεν τους δίνεται η ευκαιρία αλλιώς.

Ο Γλάρος

Οι συμπαραγωγές, που το πρόγραμμά σας έχει αρκετές, είναι μια λύση;

Οι συμπαραγωγές μου αρέσουν ως ιδέα. Ακόμα και χρήματα να είχαμε, θα τις αναζητούσα! Στο εξωτερικό πάντα τα θέατρα συνεργάζονται για μια παραγωγή. Οι παραγωγοί έχουν το πρακτικό κομμάτι, αλλά ταυτόχρονα είναι και σε μια δημιουργική διεργασία, συνεργάζονται και επικοινωνούν, έχουν ιδέες και συναποφασίζουν για προτάσεις. Και σου δίνει μεγαλύτερη δύναμη, να κάνεις με άλλους αυτό που δεν μπορείς να κάνεις μόνος.

Έχει αυτό ένα ρίσκο για τον χαρακτήρα του Θεάτρου Τέχνης;

Το Θέατρο Τέχνης έχει μια πολύ ισχυρή ταυτότητα και δεν έχει λόγο να φοβάται. Όποιος συνεργάζεται μαζί του κάνει πράγματα που ταιριάζουν σε αυτό το θέατρο, όχι εκείνα που μπορούν ν’ ανέβουν αλλού. Καταρχάς οι ίδιες οι σκηνές στο επιβάλλουν, είναι πολύ ιδιαίτερες στην ατμόσφαιρα, στην ταυτότητα και κατασκευή τους. Οι άνθρωποι ξέρουν γιατί και τι περιμένουν από εδώ.

Εκκλησιάζουσες (με την ΕΛΣ)

Αναφέρθηκες πριν στο αρχείο και στη σχολή του Θεάτρου Τέχνης, μίλησέ μας γι’ αυτά.

Υπάρχει άπειρο υλικό που πρέπει να ψηφιοποιηθεί, φωτογραφίες, βίντεο, συνεντεύξεις, κείμενα, άρθρα, επιστολές, όπως του Ιονέσκο στον Κουν. Παραστάσεις, ντοκιμαντέρ του Μίμη Κουγιουμτζή απ’ το θέατρο, μουσικές του Χατζιδάκι, του Θεοδωράκη, του Λεοντή. Το αρχείο ανήκει στην ιστορία του τόπου. Πρέπει να διασωθεί για να διατηρηθεί και να διαδοθεί. Υπάρχουν τόσα ιστορικά κοστούμια που πρέπει να συντηρηθούν και να δασωθούν. Και σκηνικά των ιστορικών παραστάσεων από Τσαρούχη, Μόραλη, Φωτόπουλο, που δεν πρέπει με τίποτα να χαθούν! Μια ολόκληρη γενιά με υπέροχα πράγματα που διαμόρφωσαν αυτό που είμαστε τώρα στο θέατρο. Αναζητούμε λοιπόν χορηγούς για να μας στηρίξουν σ’ αυτό. Η Σχολή του Θεάτρου Τέχνης ιδρύθηκε επίσης το 1942. Ο Κουν πίστευε ότι, για να δημιουργηθεί το θέατρο που ονειρευόταν, πρέπει να δημιουργηθεί εξαρχής και η σχολή. Το θέατρο προσεγγίζεται με τον τρόπο που έφερε ο Κουν στην Ελλάδα, η μετεξέλιξη του θεάτρου Στανισλάβσκι και του Actors studio. Σήμερα έχουν αλλάξει τα πράγματα, αλλά η αφετηρία μας είναι ίδια. Το ξεχωριστό της σχολής μας είναι ότι οι σπουδαστές μας είναι, κατά μεγάλο μέρος, μέσα στο θέατρο. Παίζουν σε παραστάσεις ή δουλεύουν στο θέατρο σε διάφορα πόστα μαθαίνοντας από μέσα όπως κάναμε κι εμείς: Ταμείο, φροντιστήριο, ταξιθεσία…

Μια Μέρα Χωρίς

Διδάσκοντας κι έχοντας επαφή με τους σπουδαστές, πώς βλέπεις τα νέα παιδιά σήμερα;

Τα παιδιά ξεκινούν το θέατρο με τη λαχτάρα που έχουν πάντα τα παιδιά. Κουβαλάνε ένα βάρος, ξέρουν πόσο δύσκολη είναι η εποχή και πόσο λίγες ευκαιρίες υπάρχουν, απ’ την άλλη έχουν το μεγάλο όπλο ότι μέσα στην τρέλα των χιλιάδων πραγμάτων, μπορούν πολύ εύκολα να μαζευτούν και να δοκιμάσουν τις δυνάμεις τους κάνοντας μια παράσταση, συχνά με εξαιρετικά αποτελέσματα. Αυτό δεν γινόταν παλιά. Έχουν λοιπόν μια απαισιοδοξία, αλλά και τη θέληση να βρουν τρόπο να κάνουν κάτι, που όμως δεν τους φαίνεται αρκετό. Πέρα απ’ αυτό παρατηρώ πόσο η τεχνολογία επηρεάζει τα παιδιά. Το ίντερνετ, η οθόνη που φιλτράρει συνεχώς ακόμα και το συναίσθημά τους, κάτι που μπαίνει ανάμεσα σε αυτό που νιώθουν κι αυτό που θέλουν να εκφράσουν. Όταν αυτό είναι συνεχώς στη ζωή τους από τόσο νωρίς, σίγουρα επηρεάζει τον τρόπο που παίζουν. Το συναρπαστικό βέβαια είναι ότι το θέατρο αλλάζει συνεχώς τον τρόπο που παίζουμε. Και δεν παύει να παραμένει ο χώρος που κάποιοι άνθρωποι λένε ζωντανά μια ιστορία σε άλλους ανθρώπους και εκφράζουν με κάθε δυνατό τρόπο την ερμηνεία τους πάνω σε αυτή την ιστορία.

Γενικά πώς συνδυάζεις την καλλιτεχνική διεύθυνση με τη σκηνοθεσία, σου λείπει το κομμάτι αυτό;

Αν δεν ασχολούμαι με το καλλιτεχνικό κομμάτι της σκηνοθεσίας, αισθάνομαι λειψή. Κακά τα ψέματα, η καθημερινότητα εδώ δεν είναι μεγαλόπνοες ιδέες και οράματα! Είναι πρακτικά ζητήματα, ένα βουνό από υποχρεώσεις, ζητήματα που πρέπει να λυθούν, χρήματα να βρεθούν… Ωραία κι αυτά, αλλά το πραγματικά δημιουργικό κομμάτι είναι η αμιγώς καλλιτεχνική διεύθυνση που σχεδόν κανείς στην Ελλάδα δεν έχει πολυτέλεια να κάνει, να φτιάξει ένα ρεπερτόριο. Οπότε ναι, έχω πραγματική ανάγκη να κάνω αυτό που γνωρίζω. Ο συνδυασμός πάντως είναι δύσκολος.

Να βγω λιγάκι στον αέρα

Μίλησέ μου για τον Έντμοντ που σκηνοθετείς φέτος και ανεβαίνει τον Φλεβάρη!

Είναι η πρώτη φορά που το Θέατρο Τέχνης ανεβάζει έργο του Μάμετ κι ενώ συνήθως τα έργα του έχουν ρεαλισμό και πολύ λόγο, εδώ υπάρχει ελλειπτικότητα, ένα μεταφυσικό σύμπαν. Είναι μια παραβολή, όπως λέει κι ο ίδιος, μια σύγχρονη μεσοαστική τραγωδία με στοιχεία παρωδίας. Μιλά ουσιαστικά για την κατάρρευση της σύγχρονης δυτικής κοινωνίας που δεν έχει από πουθενά να πιαστεί. Βάζει στο επίκεντρο τον μέσο άνθρωπο – λευκός δυτικός μέσης ηλικίας, επαγγελματίας άντρας σε κρίση που προσπαθεί να βρει τον εαυτό του σε μια καταρρέουσα κοινωνία, χωρίς όμως να έχει βάθος και καλλιέργεια. Μπαίνει στη σκοτεινή πλευρά της κοινωνίας, όπου ζουν όλα αυτά που φοβάται και κυριαρχεί η συναλλαγή και η βία. Τότε ανακαλύπτει όλα αυτά που ήταν μέσα του και βγαίνουν. Και βέβαια υπάρχει μια μεγάλη ανατροπή. Βάζει λοιπόν ο Μάμετ απέναντί μας τα στερεότυπα και τις φοβίες της σύγχρονης πατριαρχικής κοινωνίας, ρατσισμό σεξισμό, ομοφοβία, ό,τι μπορεί να τρομάζει τον μέσο άνθρωπο και θέτει το μεγάλο ερώτημα πώς προχωράμε. Τι θα γίνει στ’ αλήθεια ο άνθρωπος που δεν έχει από πού να πιαστεί; Αν ο πολιτισμός έχει τον χώρο που του αξίζει, ίσως υπάρχει μια απάντηση!

Μίλησες πριν για σκεπτικό που διέπει την κάθε σεζόν. Πες μας για το φετινό σκεπτικό σας.

Φέτος έχουμε το μότο «Ο καθείς και τα όπλα του», σπουδαίος στίχος από το «Άξιον Εστί» του Ελύτη και η φιλοσοφία του Θεάτρου Τέχνης. Τα κολλάζ που έφτιαχνε ο Κουν εδώ (μου δείχνει τα κολάζ στο καμαρίνι), η σύνθεση του κόσμου του θεάτρου, μου έδωσαν την ιδέα. Ένας κόσμος με ετερόκλητα στοιχεία που κάτι τα ενώνει και τα κάνει ένα σύνολο. Σαν να είμαστε μετέωροι, άναυδοι μπροστά στον κόσμο που εξελίσσεται και προσπαθούμε να βρούμε τη θέση μας σε αυτόν. Τα όπλα μας μπορεί να είναι θετικά ή και καταστροφικά, είναι διαφορετικά σε κάθε έργο του ρεπερτορίου. Αυτό λοιπόν διατρέχει το πρόγραμμα και το ενώνει, με τον κάθε σκηνοθέτη να λέει την ιστορία, επίσης με τα δικά του όπλα!

Οι Δούλες

Οι Δούλες

Έχουν έρθει στιγμές που σου ‘ρχεται να σηκώσεις τα χέρια ψηλά;

Δεν είμαι από αυτούς που τα παρατάνε εύκολα. Ό,τι εμπόδιο, δυσκολία, πρόβλημα προκύψει, θα επιμείνω και θα βρεθεί λύση. Εκεί όμως που με πιάνει απελπισία είναι με τα οικονομικά του θεάτρου, πώς θα βγαίνουν οι αμοιβές που οι άνθρωποι έχουν ανάγκη.

Τι ακόμα πράγματα θα ήθελες να πετύχεις, τόσο στο Θέατρο Τέχνης όσο και προσωπικά;

Σε σχέση με το ελληνικό έργο, δεν έχω κάνει και πολλά από αυτά που ονειρευόμουν και θα ήθελα πάρα πολύ να το υποστηρίξουμε όπως του αξίζει, ουσιαστικά. Επίσης θέλω να αξιοποιήσουμε το αρχείο. Και θα ήθελα πολύ να ενισχύσουμε την εξωστρέφεια του θεάτρου στην περιφέρεια και στο εξωτερικό. Να φτιαχτούν σχέσεις με άλλα θέατρα, ώστε να υπάρχει μόνιμος ανοικτός διάλογος. Πλέον είμαστε ένας κόσμος, μια παγκόσμια κοινότητα κι ας μιλάμε για ελληνικότητα. Στον διάλογο με το εξωτερικό ενδιαφέρει το ελληνικό έργο. Τι σημαίνει να ζω στην Ελλάδα σήμερα, πώς αντιμετωπίζω την ιστορία μου σήμερα και τι γεννιέται τώρα, τι λόγο αρθρώνουμε, για τι μιλάμε και με ποιον τρόπο. Ως προς τη σκηνοθεσία, επειδή με γοητεύει να γράφω μια ιστορία που ξαναδουλεύεται σε πρόβες, θα ήθελα να πω μια ιστορία δική μου απ’ την αρχή μαζί με άλλους, με ένα καινούριο κείμενο.