Η εικόνα της 67χρονης γυναίκας που καταδικάστηκεσε 30 μήνες φυλάκιση για φοροδιαφυγή από το δικαστήριο της Νέας Υόρκης δεν είχε καμία σχέση με την εικόνα της δυναμικής, αυτοδημιούργητης, επιθετικής ιδιοκτήτριας γκαλερί, ούτε με την εικόνα της «Νέας βασίλισσας της σκηνής της τέχνης», όπως την είχε αποκαλέσει το περιοδικό New York το 1982, όταν ήταν μόλις 30 ετών.

Η γκαλερίστα Μαίρη Μπουν στάθηκε συντετριμμένη μπροστά στον δικαστή και παρακάλεσε να της δοθεί μια δεύτερη ευκαιρία, να μπορέσει να κρατήσει τη δουλειά της αλλά και να συνεχίσει να είναι καθαρή από τις εξαρτήσεις δεκαετιών, από το αλκοόλ και κοκαΐνη. Η Μαίρη Μπουν κατηγορήθηκε για φοροδιαφυγή και απόκρυψη εσόδων που αγγίζουν τα 9,5 εκατομμύρια δολάρια, τα οποία δήλωσε ως έξοδα των γκαλερί της, ενώ τα χρησιμοποίησε για αγορές σε οίκους όπως ο Hermès και ο Louis Vuitton και για μια ανακαίνιση του διαμερίσματός της στο Μανχάταν. Ενώ είχε κέρδη, δήλωνε ζημίες. Ο δικαστής είπε πως είναι βέβαιος πως έμαθε το μάθημά της αλλά δε μπορεί να μη τη στείλει στη φυλακή, φοβούμενος πως και άλλοι θα ακολουθήσουν το παράδειγμά της. Ο δικηγόρος της Robert S. Fink, απέδωσε τη συμπεριφορά της σε εθισμούς, παιδικά τραύματα και κατάθλιψη, αλλά δε μπόρεσε να πείσει την έδρα και να αποφύγει η πελάτισσά του τη φυλάκιση.

Δεν ήταν λίγοι αυτοί που παρά το οικονομικό έγκλημα που διέπραξε, την υπερασπίστηκαν δημοσίως. O Julian Schnabel, η Laurie Simmons και ο Ai Weiwei, καθώς και γκαλερίστες και κριτικοί τέχνης όπως o Jerry Saltz του περιοδικού New York, ο οποίος έγραψε πως η Μαίρη Μπουν ανήκει στους πιο ανοιχτούς, ειλικρινείς, στους καλύτερους γκαλερίστες της γενιάς της, ήταν μια από τις λίγες γυναίκες που αγωνίστηκαν και ξεπέρασαν κάθε εμπόδιο σε ένα ανδροκρατούμενο επάγγελμα, άλλαξε τον κόσμο της τέχνης παρουσιάζοντας νέους καλλιτέχνες, ενώ είχε άψογες συνεργασίες με συλλέκτες, διευθυντές μουσείων, επιμελητές, κριτικούς, πελάτες, προσωπικό και κριτικούς τέχνης. Ο Σαλτζ έχει δίκιο αφού τα τελευταία 35 χρόνια αυτό που μετράει τελικά είναι ότι μας σύστησε μερικούς από τους μεγαλύτερους καλλιτέχνες της εποχής μας και ακόμα και αν καταστραφεί, δε θα πάψει να είναι μια από τις πιο σημαντικές εμπόρους τέχνης όλων των εποχών.

Η Μπουν θα οδηγηθεί στη φυλακή στις 15 Μαΐου. Οι δύο γκαλερί της που εκπροσωπούν πολλούς καλλιτέχνες μάλλον θα αναστείλουν τη δραστηριότητά τους. Η καταδίκη της είναι το τελευταίο κεφάλαιο σε μια ζωή γεμάτη φήμη, δόξα, χρήμα, τέχνη. Η περίπτωσή της συνοψίζει την απατηλή εικόνα της ματαιοδοξίας και της υπερτιμημένης αγοράς της τέχνης στη δεκαετία του ’80, όταν μαζί με τις αλλαγές στην πόλη της Νέας Υόρκης άλλαζε και ο τρόπος με τον οποίο ο κόσμος αντιλαμβανόταν τα νέα ρεύματα και τους νέους καλλιτέχνες. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, με τη Νέα Υόρκη να είναι η παγκόσμια πρωτεύουσα της τέχνης, η νεαρή τότε Μαίρη Μπουν από την Πενσιλβανία, εφοδιασμένη με σπουδές ιστορίας της τέχνης, μετακόμισε στη Νέα Υόρκη για σπουδές στο Hunter College. Δούλεψε σαν γραμματέας στη γκαλερί Bykert, και εκεί άρχισε να συνεργάζεται με τον επιμελητή και γκαλερίστα Klaus Kertess. Η Μπουν μόλις 19 ετών ήρθε σε επαφή με τους καλλιτέχνες στις επισκέψεις που έκανε στα στούντιό τους που ανθούσαν στην πόλη τη δεκαετία του ’70.

Το 1977, η Μαίρη Μπουν ανοίγει σε ηλικία 26 ετών την πρώτη της γκαλερί σε ένα ισόγειο χώρο στο 420 West Broadway – ακριβώς κάτω από τη γκαλερί του Leo Castelli, που ήταν τότε ο σημαντικότερος έμπορος σύγχρονης τέχνης στην Αμερική. Ο πρώτος της καλλιτέχνης ήταν ο εικαστικός και σκηνοθέτης αργότερα Julian Schnabel που έκανε εκεί την πρώτη του ατομική έκθεση το 1979. Η έκθεση απογείωσε κυριολεκτικά την καριέρα του Σνάμπελ, που το 1980 πήγε στη Μπιενάλε με τον Anselm Kiefer και George Baselitz εκπροσωπώντας τις ΗΠΑ. Όλα τα έργα του πουλήθηκαν πριν από τα εγκαίνια και ο Λίο Καστέλι θεώρησε την έκθεση που οργάνωσε η Μπουν «πραξικόπημα». Αργότερα θα έλεγε πως αυτό που ένιωσε βλέποντας τα έργα του Σνάμπελ ήταν αντίστοιχο του συναισθήματος που του δημιούργησε η ανακάλυψη του Jasper Johns το ’57 και του Frank Stella το ’59. Δυο χρόνια αργότερα, Μπουν και Καστέλι θα έκαναν μαζί μια έκθεση που σηματοδότησε τους καλλιτέχνες των επόμενων δεκαετιών.

Julian Schnabel – Painting Without Mercy, 1980

David Salle

Η Μαίρη Μπουν έγινε διάσημη γιατί ήταν φτιαγμένη από την ίδια στόφα που ήταν φτιαγμένοι οι καλλιτέχνες της, τη στόφα του σταρ. Είναι αυτή που έδειξε σε όλο τον κόσμο ότι ένας έμπορος τέχνης και μια γκαλερί μπορούν να έχουν ύφος, ταυτότητα και προσωπικότητα ισότιμα με τους καλλιτέχνες που εκπροσωπούν. Η Μπουν έβγαλε τους εμπόρους τέχνης από το παρασκήνιο και η δημοσιότητα την οποία απέκτησαν, ήταν ένας πρώτης τάξεως τρόπος για δημόσιες σχέσεις και για να βλέπουν τις πωλήσεις τους να ανεβαίνουν διαρκώς.  Οι δημοσιογράφοι άρχισαν να ασχολούνται με το λάιφστάιλ της Μπουν που εκπροσωπούσε το νέο, επιθετικό στιλ των γυναικών που είναι «αφεντικά» στην αυγή της δεκαετίας του 80. Όταν το 1987 παρουσίασε για πρώτη φορά την Barbara Kruger στην Gallery Mary Boone, οι New York Times την επαίνεσαν για την τολμηρή επιλογή της να παρουσιάσει μια εικαστικό με φεμινιστικές θέσεις. Η Μπουν ήταν κοσμική, τη λάτρευαν οι πλούσιοι συλλέκτες, αλλά ήξερε να κλείνει το μάτι στο περίεργο, το παράξενο, το εμπνευσμένο και μη συμβατικό.

Barbara Kruger, untitled museum – You’ve Got Money to Burn,1987

Eric Fischl, “Sleepwalker,” 1979

Η επιτυχία της Μπουν με τις εκθέσεις του Τζούλιαν Σνάμπελ της αποδίδουν εκατοντάδες χιλιάδες δολάρια, την κάνουν να μετακομίσει σε μεγαλύτερο χώρο, στο 417 West Broadway, με τους κριτικούς τέχνης να αποκαλούν τη γκαλερί ως «το σπίτι που έχτισε ο Τζούλιαν Σνάμπελ». Από την αυγή της δεκαετίας του ’80 εκπροσωπούσε καλλιτέχνες όπως ο David Salle, ο Ross Bleckner, ο Eric Fischl, ο Francesco Clemente, ο Brice Marden, ενώ ήταν η πρώτη που πίστεψε στον Τζεφ Κουνς πουλώντας έργα του, αν και δεν μπόρεσε να κάνει έκθεση έργων του. Έχοντας καθυστερήσει την έκθεσή του, ο Κουνς την άφησε για την ανταγωνιστική Sonnabend Gallery.

H Μπουν με υπογραφή Μπασκιά

Η Μπουν γνώρισε τον Μπασκιά και έγινε γκαλερίστα του το 1982, όταν ο νεαρός Ζαν – Μισέλ είχε ήδη εμφανιστεί στην αγορά με την Annina Nosei, στην οποία είχε εκθέσει έργα, αλλά και του είχε δώσει στούντιο στο ίδιο κτίριο με τη γκαλερί της, στη Wooster Street. Δυο χρόνια αργότερα και ενώ ο Σνάμπελ την αφήνει για να πάει στη γκαλερί Pace, σοκάροντας τον κόσμο της τέχνης με την απόφασή του, ανοίγει η πρώτη έκθεση του Μπασκιά. Η Μπουν ποντάρει τα πάντα στον νεαρό καλλιτέχνη-φαινόμενο που είναι ταλαντούχος αλλά και αναξιόπιστος εξαιτίας της ολοένα και πιο εξουθενωτικής εξάρτησής του από την ηρωίνη.

Σε μια συνέντευξή της στο Interview το 2014, η Μπουν περιέγραψε μια σκηνή στη γκαλερί της με την ίδια να κλαίει και τον Μπασκιά να την αγκαλιάζει και να της λέει: «Μαίρη θα σε κάνω πιο πλούσια και πιο διάσημη από όσο σε έκανε ο Τζούλιαν».

Τα χρόνια της δόξας του Μπασκιά, η Μπουν ήταν η βασίλισσα του Σόχο με τη σαμπάνια να ρέει στα πάρτι της και την ίδια να απαντά σε ερωτήσεις σχετικά με τον μύθο των εκατοντάδων ζευγαριών ακριβών παπουτσιών τα οποία αγόραζε με πάθος συλλέκτη. Ο Μπασκιά πεθαίνει το 1988 και ένα χρόνο αργότερα, το 1989, η Μαύρη Παρασκευή χτυπά εκτός από το χρηματιστήριο και τον κόσμο της τέχνης. Οι έμποροι εκείνης της εποχής είπαν ότι η κρίση τους κατέστρεψε ολοκληρωτικά, αλλά και σε βάθος χρόνου. Ο Eric Fischl σε μια συνέντευξή του το 1993 είπε ότι ήταν η πρώτη φορά από το 1982 που εξέθετε στην Μπουν που δεν είχε ξεπουλήσει τα έργα του πριν από τα εγκαίνια.

Μέχρι το 1990, η γκαλερί της Μπουν δοκιμάζεται. Φήμες ότι χρεοκοπεί και καλοθελητές που γράφουν ότι ξεπουλά το εμπόρευμά της κυκλοφορούν στην πόλη, ή ότι πουλά έργα από την προσωπική της συλλογή, αλλά η Μπουν αντέχει. Είχε πέντε εκατομμύρια δολάρια απόθεμα και δυο εκατομμύρια στην τράπεζα. Ανοίγει νέα γκαλερί στην Πέμπτη Λεωφόρο και το 2000 ένα δεύτερο χώρο στο Τσέλσι. Το 2008, παραμονή μιας ακόμα κατάρρευσης της οικονομίας αρχίζει να συνεργάζεται με τον Κινέζο καλλιτέχνη Ai Weiwei. Όπως λένε, τα προβλήματα άρχισαν λίγο αργότερα όταν χρησιμοποιεί τα χρήματα της γκαλερί για να πληρώσει προσωπικά έξοδα, που περνούσε σαν έξοδα της επιχείρησης. Όπως είπε εύστοχα ο Τζέρι Σαλτζ οι περισσότεροι γκαλερίστες κάνουν το ίδιο. Στην περίπτωση της Μπουν, την πρόδωσε η εταιρική πιστωτική κάρτα που χρησιμοποιούσε για να αγοράσει τα αγαπημένα της πολυτελή είδη, κοσμήματα και παπούτσια. Φούσκωνε τα έξοδα μέχρι το 2011, αλλά στη συνέχεια άρχισε ο εφιάλτης των φορολογικών ελέγχων και τα δικαστήρια που κράτησαν χρόνια.

Ο Fischl είπε σε έναν δημοσιογράφο το 2008 ότι η Μπουν «άλλαξε ριζικά», σχεδόν δραματικά, τα τελευταία χρόνια, μεταμορφώθηκε από μια μονομανή, εξοργιστική γυναίκα που μπορούσε να εκφοβίσει και να απομονώσει τον απέναντί της σε άνθρωπο χρήσιμο σε μια κοινότητα.

Η Μαίρη Μπουν όταν βγει από τη φυλακή θα είναι 71 ετών. Η σκηνή της τέχνης ήδη έχει αλλάξει δραματικά, τώρα θα μείνει και χωρίς αυτή που κάποτε ήταν η βασίλισσά της. Αν βγαίνοντας από τη φυλακή θελήσει να συνεχίσει ως έμπορος τέχνης, η επιστροφή της θα είναι σίγουρα πιο θεαματική και από αυτή της Μάρθας Στιούαρτ.