«Το πιστεύω ότι βρισκόμαστε σε ιερό χώρο. Η σκηνή και το θέατρο είναι τόποι καθαγιασμένοι, ω ναι», λέει η Μαρία Κάλλας στο Master Class του Τέρενς Μακ Νάλι. Και η παράσταση του Οδυσσέα Παπασπηλιόπουλου με τη Μαρία Ναυπλιώτου-Κάλλας τιμά αυτά τα λόγια. Μια παράσταση που βασίζεται στη ζωή της μεγάλης ντίβας του λυρικού θεάτρου για να μιλήσει για τη μοναξιά, την τέχνη, για τις παράπλευρες απώλειες στις ζωές των ανθρώπων που θέτουν και πετυχαίνουν υψηλούς στόχους.

To έργο βρίσκει την Κάλλας στη δύση της ζωής της, όταν έχει χάσει τα πάντα: η φωνή της έχει ραγίσει, ενώ ο Άρης (Αριστοτέλης) Ωνάσης την έχει αφήσει για την Τζάκι. Με όχημα ένα Master Class που δίδαξε στη Σχολή Τζούλιαρντ της Νέας Υόρκης το 1971-1972, ο Μακ Νάλι συνθέτει ένα έργο μυθοπλασίας, όπου ξεδιπλώνει ένα κουβάρι αναμνήσεων από την προσωπική και επαγγελματική ζωή της μεγάλης ερμηνεύτριας. Η μουσική, την οποία υπηρέτησε η Κάλλας σε όλη της τη ζωή, είναι αυτή που γεννά τις μνήμες. Κάθε φορά που ακούει μια άρια από έναν σπουδαστή, εικόνες και πρόσωπα της ζωής της, την επισκέπτονται: η σχέση της με τη δασκάλα της, την Ελβίρα ντε Ιδάλγο, ο δυστυχισμένος γάμος της με τον Μπατίστα Μενεγκίνι, ο οδυνηρός της έρωτας με τον …Άρη Ωνάση.

Η Μαρία Ναυπλιώτου πλάθει μια Κάλλας-τίγρη, μια Κάλλας από υλικό Μήδειας

Το κείμενο, που λειτουργεί περισσότερο ως μονόλογος –ενώ έχει άλλα 5 πρόσωπα– έχει ατέλειες: φλερτάρει επικίνδυνα με τον μελοδραματισμό, αποτελεί συχνά ένα άλλοθι για να εκφράσει ο συγγραφέας χρήσιμα, κατά τα άλλα, αποφθέγματα περί τέχνης, ενώ σε στιγμές νιώθεις ότι πρόκειται για ένα έργο όπου η Κάλλας αυτο-ψυχαναλύεται –και φυσικά η αυτοανάλυση είναι συνήθως ένας δρόμος θεατρικά ανεπίδοτος. Η δε δομή του είναι τόσο κρυφή που μοιάζει να στερείται εξέλιξης. Ωστόσο, ο Μακ Νάλι φτιάχνει ένα πορτραίτο της Κάλλας εφιαλτικό και ανθρώπινο μαζί, ένα πορτραίτο που στοιχειώνει, δίνοντας τη δυνατότητα για μια μεγάλη ερμηνεία στην ηθοποιό που θα αναλάβει τον ρόλο. Και αυτό ακριβώς συμβαίνει με τη Μαρία Ναυπλιώτου, που σαρώνει κάθε ατέλεια του κειμένου και υπερασπίζεται την ηρωίδα της με εκρηκτική δύναμη σε μια ερμηνεία που θα την ακολουθεί.

Από την έναρξη όπου γινόμαστε μάρτυρες μιας αντιπαθητικής, κακότροπης, κυκλοθυμικής σταρ που φαίνεται να γερνάει άσχημα, μέχρι την ανατροπή αυτής της αρχικής εντύπωσης, όταν φανερώνονται σταδιακά οι ρωγμές της, παρακολουθούμε την ιστορία της πτώσης μιας μεγάλης προσωπικότητας. Που η αγάπη της για την τέχνη, της στέρησε, σε μεγάλο βαθμό, την αγάπη της για τη ζωή:

«όταν τραγουδάω δεν είμαι χοντρή. Δεν είμαι άσχημη. Δεν είμαι η γυναίκα ενός γέρου. Είμαι η Κάλλας, είμαι όσα ήθελα να γίνω», λέει αδίστακτα στον …γέρο σύζυγό της Μενεγκίνι. Ή, μάλλον, που η αγάπη της για τη ζωή δεν συναντήθηκε με την αγάπη της για την τέχνη παρά μόνο μέσα στο ίδιο το τραγούδι:

«όλα αυτά τα χρόνια που τραγουδούσα, κάνοντας τέλεια τη φωνή μου για να μπορεί να εκφράζει ό,τι αισθανόμουν, ήταν για σένα. Το ερωτικό τραγούδι μου ήταν για σένα Άρη (…) για έναν άνθρωπο, που δεν του αρέσει καν η όπερα. Είναι πολύ αστείο αν το σκεφτείς».

Η Μαρία Ναυπλιώτου με το κομψό μαύρο φόρεμα και τις μαύρες ψηλοτάκουνες γόβες της, πλάθει μια Κάλλας-τίγρη, μια Κάλλας από υλικό Μήδειας. Ταυτόχρονα θύτης και θύμα, είναι μια γυναίκα-αγρίμι, που εγκλωβίζεται στις ίδιες της τις δυνατότητες. Η Ναυπλιώτου δεν υποκύπτει ούτε μια στιγμή σε μελοδραματικές κορώνες, παίζει με διαφορετικές ποιότητες της φωνής της για να μεταφέρει λόγια ανθρώπων που τη σακάτεψαν (του Άρη, του Μενεγκίνι, μιας ενδυματολόγου), κοιτά με αληθινό τρόμο στο βλέμμα της τους νέους σπουδαστές που έρχονται απροετοίμαστοι, που νοιάζονται να τραγουδήσουν τη σωστή νότα, αλλά δεν νιώθουν τη μουσική («αυτό που ψάχνουμε δεν είναι μια νότα, αλλά τον πόνο μιας μαχαιριάς»), που αρνούνται να κάνουν την τέχνη την ίδια τους τη ζωή. Έτσι, καταφέρνει, με φλεγματικό χιούμορ, να μας φανερώσει μια γυναίκα που όσο δυνατή, στριφνή ή απόμακρη και να φαίνεται, έχει στην πραγματικότητα έναν εύθραυστο ψυχισμό.

Υπάρχουν πολλές στιγμές ποιητικής μαγείας στην παράσταση: οι έξοχες ερμηνείες από γνωστές άριες από τις σοπράνο Βάσια Ζαχαροπούλου και Λητώ Μεσσήνη και τον τενόρο Νικόλα Μαραζιώτη –ακούμε τις άριες «Ah non credea mirarti» από την Υπνοβάτιδα του Μπελίνι, «Recondita armonia» από την Τόσκα του Πουτσίνι και «Vieni! T’ affretta!» από τη Λαίδη Μάκβεθ του Βέρντι–, η ερωτικής υφής σκηνή της Κάλλας με τον νεαρό τενόρο, η συνομιλία της με τον Άρη για το παιδί (τους) που δεν γέννησε ποτέ, με τη Ναυπλιώτου να γραπώνει το στήθος της σε μια απέλπιδα κίνηση εξωτερίκευσης πόνου.

Η σκηνοθεσία επιλέγει να μην ακούσουμε την Κάλλας να τραγουδάει στην παράσταση, έστω όσο ή όπως μπορεί, με αυτήν την αλλοιωμένη, σαν ερείπιο φωνή της. Κι έτσι, μέχρι τη στιγμή που η σοπράνο Σάρον κατηγορεί την Κάλλας ότι συμπεριφέρεται με φθόνο στους νεότερους, επειδή εκείνοι μπορούν να τραγουδήσουν ενώ αυτή δεν μπορεί πια, το κοινό δεν έχει αντιληφθεί την «αναπηρία» της και η δραματουργία της παράστασης αποκτά μια κόψη, ένα γεγονός-σταθμό που ορίζει την εξέλιξη. Η Κάλλας στην παράσταση του Παπασπηλιόπουλου μοιάζει να απωθεί ότι έχει χάσει τη φωνή της. Η επίθεση της νεαρής Σάρον την επαναφέρει στη σκληρή πραγματικότητα. Δεν έχει πια φωνή, δεν είναι αποτελεσματική στη διδασκαλία, είναι μόνη. Ο μοναδικός δρόμος-διέξοδος είναι ο θάνατος. Αυτό το φαινομενικά αθώο «λοιπόν, αυτά» του τέλους, είναι απλώς μια επώδυνη κυριολεξία: δεν έχω κάτι άλλο να πω, δεν έχω κάτι άλλο να πράξω.

Εάν μια παράσταση είναι «πάλη σώμα με σώμα», όπως μας λέει η Κάλλας, τότε το Master Class του Παπασπηλιόπουλου κερδίζει κατά κράτος, ξεπερνώντας εγγενείς παγίδες του κειμένου και συνιστώντας μια από τις πιο γοητευτικές, χορταστικές και προσιτές στο ευρύ κοινό θεατρικές εμπειρίες της σεζόν.

Info παράστασης:

Μaster Class | Έως 3 Φεβρουαρίου | Θέατρο Μικρό Χορν