Κείμενο: Κωστής Καλογρούλης

Η σειρά διαλέξεων του Βλαντίμιρ Ναμπόκοφ για τη ρωσική λογοτεχνία που χρονολογούνται από τη δεκαετία του πενήντα είναι απαραίτητη ανάγνωση για κάθε σκεπτόμενο αναγνώστη. Ο λόγος δεν είναι μονάχα ο προφανής: είναι πάντα χρήσιμο να διαβάζει κανείς λογοτεχνική κριτική από έναν μάστορα της πρόζας του εικοστού αιώνα, πόσο μάλλον όταν η κριτική του είναι οξυδερκής, εικονοκλαστική και προσιτή σε όλους.
Ο ουσιαστικότερος λόγος όμως που είναι ιδιαίτερα σημαντική αυτή η συλλογή δοκιμίων έχει να κάνει με το πώς αντιλαμβάνεται κανείς τη λογοτεχνία. Τι θεωρεί σημαντικότερο σε ένα λογοτεχνικό έργο και άρα ποια είναι τα κριτήρια που θέτει σχετικά με την αξία ενός μυθιστορήματος. Όλη αυτή η συζήτηση βασίζεται κυρίως πάνω στην αμφιλεγόμενη αλλά γνωστή άποψη του Ναμπόκοφ για τον Ντοστογιέφσκι.

Στον Ναμπόκοφ δεν άρεσε ο Ντοστογιέφσκι και ποτέ του δεν έκρυψε αυτή του την αντιπάθεια. Ο λόγος για εκείνον ήταν απλός: κατά τη γνώμη του ο Ντοστογιέφσκι δεν έγραφε αρκετά καλά και για τον Ναμπόκοφ αυτό ήταν το άλφα και το ωμέγα. Θεωρούσε τον Ντοστογιέφσκι μέτριο συγγραφέα, με ενίοτε καλή και καυστική αίσθηση του χιούμορ, αλλά η γραφή του θεωρούσε ότι θα ταίριαζε στο θέατρο και όχι στο μυθιστόρημα. Πίστευε ότι το ύφος του ήταν τσαπατσούλικο και πρόχειρο και δεν μπορούσε να συγκριθεί με τις υπέροχες περιγραφές του Τολστόι ή του Τσέχοφ.

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Το ότι ο Ντοστογιέφσκι δεν έγραφε ιδιαίτερα καλά είναι γνωστό. Έγραφε με το άγχος ασφυκτικών χρονικών περιθωρίων, συχνά υπό την επήρεια επιληπτικών κρίσεων, δεν διόρθωνε τα γραπτά του και δεν έδινε ιδιαίτερη σημασία σε ύφος ή λεπτομέρειες, ενώ είχε πράγματι μια τάση προς το μελό. Όμως αυτό είναι μία μονάχα πλευρά των μυθιστορημάτων του. Ο Ναμπόκοφ δείχνει να αδιαφορεί για τις φιλοσοφικές ιδέες στα μεγάλα έργα του Ντοστογιέφσκι και για την αμεσότητα με την οποία αυτές εκφράζονται, έτσι ώστε να χαρακτηριστεί εύστοχα από τον Καμύ σαν «προφήτης του εικοστού αιώνα». Δεν ενδιαφέρεται για τα ηθικά διλήμματα των χαρακτήρων του. Ελάχιστη σημασία δίνει στη δραματική ένταση που καθιστούν τα έργα του συγκρίσιμα με σαιξπηρικές τραγωδίες. Για τον Ναμπόκοφ αυτό που μετράει είναι ο τρόπος που περιγράφεται μια πλεξούδα στον ήλιο. Ή, για να χρησιμοποιήσουμε την παρατήρησή του σχετικά με ένα από τα, κατά τη γνώμη του, ελάχιστα καλογραμμένα αποσπάσματα στους Αδερφούς Καραμαζόφ, το σημάδι που αφήνει ένα ποτήρι χωρίς σουβέρ πάνω σε ένα ξύλινο κομοδίνο.

Κι αυτό γιατί ο Ναμπόκοφ υπήρξε πάντα κατά βάθος ποιητής. Ένας αληθινός εστέτ, ένας σνομπ της γραφής. Κάποιος που λάτρευε τις εικόνες, την ομορφιά των λέξεων, την αρμονία και τη μουσική ενός κειμένου. Δεν μπορούσε να διανοηθεί ένα κείμενο μέτρια γραμμένο, τουλάχιστον υπό αυτά τα κριτήρια. Το ότι εγώ, όπως και οι περισσότεροι αναγνώστες και συγγραφείς στον κόσμο, διαφωνούν με την εκτίμηση του Ναμπόκοφ προς τον Ντοστογιέφσκι δεν έχει ιδιαίτερη σημασία. Μου αρέσει η ανατρεπτική του διάθεση, ιδιαίτερα αφού προσπαθεί να την τεκμηριώσει. Και πράγματι, με τον τρόπο που ο ίδιος αντιλαμβάνεται το μυθιστόρημα, όντως ο Ντοστογιέφσκι υπολείπεται πολλών άλλων Ρώσων συγγραφέων. Με τον ίδιο τρόπο που αν κοιτάξει κανείς την πληθώρα των άλλων στοιχείων που χαρακτηρίζουν ένα μυθιστόρημα στο σύνολό του, αυτά καθιστούν τον Ντοστογιέφσκι ως έναν από τους μεγαλύτερους λογοτέχνες και  στοχαστές, μετρημένους στα δάχτυλα του ενός ή το πολύ δύο χεριών, στην ανθρώπινη ιστορία.

Αυτό που έχει σημασία λοιπόν, είναι το ότι ο σχολιασμός του Ναμπόκοφ ενεργοποιεί μία συζήτηση γύρω από το τι σημαίνει λογοτεχνία, και ιδιαίτερα μυθιστόρημα. Το μυθιστόρημα ως είδος είναι ιδιαίτερα περίπλοκο, ένα υβρίδιο που συνταιριάζει και συγχωνεύει διαφορετικά είδη λόγου, ένα είδος που διαρκώς εξελίσσεται και τροποποιεί τα χαρακτηριστικά που το ορίζουν. Είναι ένα καζάνι το οποίο απορροφά κάθε πιθανή επίδραση και επιρροή και δημιουργεί ένα μοναδικό αμάλγαμα, το οποίο μπορεί ο καθένας να προσεγγίσει με τον δικό του τρόπο. Είναι τόσο πλούσιο που πάντα θα έχει κάτι για όλους.

Μαθήματα για τη ρωσική λογοτεχνία, του Βλαντίμιρ Ναμπόκοφ, από τις εκδόσεις Πατάκη