Κείμενο: Κωστής Καλογρούλης

Ο μεταφραστής και συγγραφέας Μιχάλης Μακρόπουλος έχει επιλέξει την αραιοκατοικημένη και άγρια ορεινή Ήπειρο σαν σκηνικό  για την εξαιρετική νουβέλα του. Ένας πατέρας και ο ανάπηρος γιος του είναι μεταξύ των τελευταίων κατοίκων σε ένα χωριό μιας περιοχής η οποία έχει ερημώσει μετά από τη δηλητηρίαση του υδροφόρου της ορίζοντα λόγω εξορύξεων και της αρρώστιας που θέρισε τον ντόπιο πληθυσμό. Ελάχιστοι κάτοικοι εξακολουθούν να αρνούνται πεισματικά να μετακομίσουν σε έτοιμες κατοικίες που έχει χτίσει το κράτος στα Γιάννενα, αλλά είναι προφανές εξ’ αρχής ότι ακόμα και αυτοί θα αρχίσουν να λυγίζουν, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Σύντομα πατέρας και γιος θα μείνουν μόνοι τους, κόντρα σε κάθε λογική.

Η γραφή του Μακρόπουλου είναι λιτή και συμπυκνωμένη, προσκαλώντας μια αλληγορική ανάγνωση και δημιουργώντας ένα βαρύ αλλά και φορτισμένο κλίμα. Ο αναγνώστης νιώθει λες και οι περιγραφές φιλτράρονται μέσα από μια σέπια απόχρωση, με τις λέξεις να καθρεφτίζουν τις γκριζωπές πέτρες του χωριού και την ερημιά της ορεινής υπαίθρου. Kαι υφολογικά όσο και θεματικά ο Μακρόπουλος φέρνει στο μυαλό τον Κόρμακ Μακάρθι, τόσο στην Καμία Πατρίδα για Μελλοθάνατους όσο και στον Δρόμο. Με το πρώτο μοιράζεται τη σκληρή απεικόνιση του τέλους μιας εποχής, με το δεύτερο το μοτίβο του πατέρα και γιου που προσπαθούν να επιβιώσουν σε μια ερημιά που, αν και φαινομενικά οικεία, ουσιαστικά είναι αποξενωμένη, σχεδόν αποκαλυπτική.

Οι λίγοι χωριανοί που εξακολουθούν να παίρνουν το λεωφορείο για τα Γιάννενα που περνάει μία φορά την εβδομάδα, κάθονται στα ίδια καθίσματα αν και το λεωφορείο είναι άδειο. Πηγαίνουν στην εκκλησία και ανάβουν τα κεριά όταν υπάρχει κάποια γιορτή έστω κι αν το χωριό δεν έχει πια παπά εδώ και χρόνια. Ο πατέρας καθαρίζει τον κεντρικό δρόμο από τις πέτρες μετά από τις έντονες βροχοπτώσεις αν και κανένας ταξιδιώτης δεν περνάει πια από το χωριό. Η διατήρηση αυτών των συνηθειών αποτελεί άραγε έναν τρόπο αντίστασης ή μια μηχανική προσκόλληση σε μια αυταπάτη; Αντίστοιχα, η άρνηση των χωριανών να μετακινηθούν στα Γιάννενα αποτελεί ένδειξη περηφάνιας ή αυτοκαταστροφής που υποκρύπτει την πλήρη αδυναμία προσαρμογής και αλλαγής; Αναρωτιέμαι αν τελικά κάθε άνθρωπος μοιάζει με τους χωριανούς του Μακρόπουλου, καθένας διατηρεί συνήθειες και ρουτίνες που συντηρούν ένα κουκούλι αυτοπροστασίας και τον εμποδίζουν από το να έρχεται αντιμέτωπος με ένα ακατανόητο και σκληρό σύμπαν που αδυνατεί να ελέγξει.

Όμως είναι η σχέση μεταξύ πατέρα και γιου που φορτίζει συναισθηματικά το αφήγημα και του προσδίδει μια αληθινά σπαρακτική διάσταση. Η απουσία οποιουδήποτε μέλλοντος είναι κάτι που διαποτίζει τη νουβέλα με μια τραγικότητα. Ο πατέρας συντρίβεται από τη σύγκρουση ανάμεσα στην ευθύνη του ως γονιός και στις επιθυμίες του ίδιου του παιδιού του, ενός παιδιού που έχει στερηθεί τόσα πολλά.

Ο συγγραφέας δεν πέφτει στην παγίδα του συναισθηματικού εκβιασμού του αναγνώστη αλλά επιλέγει ορθά μία πιο αποστασιοποιημένη προσέγγιση η οποία, βεβαίως, επιτυγχάνει εντονότερη και ουσιαστικότερη συγκινησιακή φόρτιση. Κάποιες συμβατικές ευκολίες που ο Μακρόπουλος επιλέγει στην πλοκή του απειλούν να αραιώσουν την ισχυρή επίδραση της νουβέλας, αλλά εν τέλει δεν είναι τόσο σοβαρές ώστε να επισκιάσουν το συνολικό όραμα και την πολύ δυνατή εικονογραφία της. Το αφήγημα χαρακτηρίζεται από μια υφολογική και δομική αρτιότητα που θα μπορούσε να προκύψει μονάχα από έναν συγγραφέα με αυτοπεποίθηση στη φωνή και τις ικανότητές του.

Το βιβλίο Μαύρο Νερό του Μιχάλη Μακρόπουλου κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κίχλη