Με την ανακοίνωση ότι όλα τα γραπτά του Φραντς Κάφκα θα ψηφιοποιηθούν και θα είναι ανοιχτά για το κοινό σε όλο τον κόσμο, η Εθνική Βιβλιοθήκη του Ισραήλ μετά από δικαστικές διαμάχες που κράτησαν πάνω από μια δεκαετία, ανακοίνωσε την ανάκτηση και των τελευταίων σημειώσεων, εγγράφων και φύλλων αλληλογραφίας του συγγραφέα.

Η Εθνική Βιβλιοθήκη του Ισραήλ κέρδισε και το τελευταίο δικαστήριο για την ιδιοκτησία των κειμένων που απαρτίζουν ένα μέρος της λογοτεχνικής περιουσίας του Εβραίου μυθιστοριογράφου της Πράγας. Η πιο πρόσφατη πράξη ήταν το άνοιγμα τεσσάρων θυρίδων σε Τράπεζα της Ζυρίχης, όπου βρέθηκαν χιλιάδες χειρόγραφα του Κάφκα, μαζί µε επιστολές, ημερολόγια και ζωγραφικά σχέδια, από τα οποία πολλά παραμένουν αδημοσίευτα. Αντίστοιχο άνοιγμα θυρίδων είχε γίνει και σε δύο άλλες τράπεζες στο Τελ Αβίβ µε εισαγγελικό ένταλμα, προκειμένου να έρθουν στη δημοσιότητα τα έργα του.

Ο Κάφκα, ο οποίος πέθανε σε ηλικία 41 ετών,  στις 3 Ιουνίου του 1924, από φυματίωση, σε σανατόριο του Κήρλινγκ, εμπιστεύθηκε τα χειρόγραφά του στον φίλο του λογοτέχνη και κριτικό Μαξ Μπροντ, µε την εξής γραπτή οδηγία: «Αγαπητέ Μαξ, αυτή είναι η τελευταία µου επιθυμία: ό,τι αφήνω πίσω µου να καεί αδιάβαστο». Ο Μπροντ, στου οποίου την ανυπακοή να εκτελέσει την επιθυμία του φίλου του οφείλουμε την επαφή μας με μεγάλο μέρος του έργου του Κάφκα, διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στην καθιέρωση της επιτυχίας του Κάφκα ως βασικής λογοτεχνικής προσωπικότητας του 20ού αιώνα.Ήταν αυτός που ανέλαβε την πρωτοβουλία να εκδώσει τα ημιτελή μυθιστορήματά του Κάφκα, Ο Πύργος, Η Δίκη και Αμερική. Φρόντισε επίσης για την έκδοση των ημερολογίων και της αλληλογραφίας του Κάφκα, ενώ το 1937, ολοκλήρωσε την πρώτη βιογραφία του, Franz Kafka, eine Biographie.

Tο 1939, με τους Ναζί να πλησιάζουν στην Τσεχοσλοβακία όπου ήταν εγκατεστημένος, ο Μπροντ εγκατέλειψε το σπίτι του στην Πράγα για το Τελ Αβίβ παίρνοντας µαζί του µία βαλίτσα µε τα χειρόγραφα του φίλου του. Έκανε δωρεά στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης τα χειρόγραφα από τον «Πύργο» και την «Αμερική» και κράτησε το πρωτότυπο της «Δίκης».

Μετά τον θάνατο της συζύγου του, ο Μπροντ είχε μακρόχρονη σχέση με τη γραμματέα του Έστερ Χόφι. Μετά το θάνατό του, το 1968, η Χόφι -βάσει της διαθήκης του Μπροντ, η οποία σήμερα αμφισβητείται- κληρονόμησε και τα χειρόγραφα του Κάφκα. Με τη σειρά της, εκείνη, τα κληροδότησε στις δυο κόρες της Εύα Χόφι και Ρουθ Βάισλερ, οι οποίες τα φύλαξαν σε θυρίδες ή επιχείρησαν να πουλήσουν κάποια από αυτά.

Η διαμάχη τους με το ισραηλινό κράτος, το οποίο ήθελε να μεταφερθούν τα πολύτιμα χειρόγραφα σε κάποιο δηµόσιο αρχείο για να εκδοθούν προς όφελος των επερχόµενων γενεών, ονομάστηκε «ιστορία Καφκένσκα» και ήταν εξίσου ταραχώδης και πολύπλοκη όσο τα έργα του Κάφκα. Κράτησε 11 ολόκληρα χρόνια και στις αρχές Αυγούστου, ο Stefan Litt, υπεύθυνος ανθρωπιστικών σπουδών της Εθνικής Βιβλιοθήκης του Ισραήλ ανακοίνωσε ότι τα αρχεία, στα οποία υπάρχει η αλληλογραφία μεταξύ των δύο φίλων, σημειώσεις, ημερολόγια και προβληματισμοί του συγγραφέα, δεν έχουν να προσθέσουν σε όσα ξέρουμε για το λογοτεχνικό έργο του, αλλά θα ρίξουν πολύτιμο φως στην προσωπικότητά του. Η Εθνική Βιβλιοθήκη του Ισραήλ ελπίζει  ότι κάποια από τα αρχεία αυτά θα είναι διαθέσιμα στο διαδίκτυο μέχρι το τέλος του έτους.