Όταν ήταν τεσσάρων χρόνων, εξασκούνταν καθημερινά στο βιολί μετά το δείπνο και δεν σταματούσε πριν τα χαράματα. Στα επτά του, η Κυβέρνηση της Ε.Σ.Σ.Δ. έδωσε άδεια στην – εβραϊκής καταγωγής – οικογένειά του να μετακομίσει από το Νοβοσιμπίρσκ στη Μόσχα, ώστε να παρακολουθήσει μαθήματα στην καλύτερη Σχολή για νέους, ιδιοφυείς μουσικούς. Ο λόγος για έναν από τους σπουδαιότερους βιολονίστες παγκοσμίως, τον θρυλικό Μαξίμ Βενγκέροφ, ο οποίος έρχεται στην Αθήνα στις 16 Ιουλίου για την πρώτη του σύμπραξη με την αρχαιότερη Ορχήστρα της χώρας, την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών. Λίγο πριν ανέβει στη σκηνή του Ηρωδείου, διατρέχουμε στιγμές από τα 45 χρόνια της -γεμάτης διακρίσεις – ζωής του, μέσα από δικά του λόγια:

«Θυμάμαι να πηγαίνω στις πρόβες της ορχήστρας με τον πατέρα μου, ο οποίος έπαιζε όμποε. Ήμουν πολύ μικρός κι εκείνος με έβαζε στην πρώτη σειρά καθισμάτων, όπου περνούσα τον χρόνο μου ακούγοντας την πρόβα ή απλώς κοιμόμουν. Τα απογεύματα με έπαιρνε η μητέρα μου και πηγαίναμε στις πρόβες της παιδικής χορωδίας που διηύθυνε. Οι γονείς μου δεν είχαν χρήματα για baby sitter, οπότε έπρεπε να με παίρνουν μαζί σε κάθε δραστηριότητά τους.

Στην πραγματικότητα δεν διάλεξα το βιολί. Το μόνο που ήξερα ήταν ότι δεν ήθελα να μάθω όμποε, γιατί στις πρόβες που παρακολουθούσα ο πατέρας μου ήταν πάντα κρυμμένος πίσω από τα βιολιά και καταλάβαινα ότι, αν επέλεγα το όμποε, δεν θα με έβλεπε ποτέ κανείς.

Η μουσική είναι μία. Υπάρχουν βέβαια διαφορετικές προσεγγίσεις, διαφορετικές ερμηνείες. Ακόμη και στην ίδια Σχολή, στην ίδια χώρα, κάθε καλλιτέχνης έχει τον δικό του, προσωπικό μικρόκοσμο. Εκεί όπου σπούδασε, όπου γεννήθηκε, τις επιρροές του, τους καθηγητές που τον ενέπνευσαν. Τα ακούσματά του αλλά και τι τον ελκύει. Όμως, το φοβερά ενδιαφέρον είναι ότι η μουσική αποτελεί μία κοινή γλώσσα. Μπορεί να μιλάμε ρωσικά, αγγλικά, γαλλικά κ.λ.π., αλλά η μουσική είναι μία γλώσσα και εναπόκειται τελικά στους καλλιτέχνες να τη «μιλήσουν» με τρόπο τέτοιο, που όλοι να μπορούν να την καταλάβουν.

(Προσπαθώ να) Είμαι μέρος του ακροατηρίου, να ακούω τη μουσική που ερμηνεύω σαν να κάθομαι δίπλα τους, γιατί ξέρω ότι αυτό που ακούω εγώ στη σκηνή, δεν είναι το ίδιο με αυτό που ακούει το κοινό. Αισθάνομαι σαν να βγαίνω από το σώμα μου. Χρειάζεται μεγάλη τέχνη, ώστε ο καλλιτέχνης να μπορεί να αντιληφθεί τι ακριβώς φτάνει στα αυτιά των ακροατών.

Ήμουν τυχερός ως βιολονίστας γιατί συνεργάστηκα με πολλούς σπουδαίους μαέστρους – τον Daniel Barenboim, τον Riccardo Muti, τον Lorin Maazel, τον Zubin Mehta και φυσικά τον Mstislav Rostropovich, ο οποίος ήταν μέντοράς μου. Οι σόλο ερμηνείες του Barenboim και του Rostropovich, όταν ακόμη έκαναν εμφανίσεις ως σολίστ, ήταν τόσο ορχηστρικές. Στις συναυλίες, αντιλαμβάνονταν το σόλο ως κάτι που αναδύεται μέσα από την ίδια την ορχήστρα και όχι με τη λογική του σολίστα που πρωταγωνιστεί και της ορχήστρας που τον συνοδεύει.

Αυτό που πάντα με ωθεί να συνεχίζω και να εξερευνώ διαρκώς διαφορετικά στυλ μουσικής αλλά και διαφορετικές πλευρές μου, είναι η αγάπη που τρέφω, το πάθος που νιώθω, η επικοινωνία, η σχέση που εγκαθιστώ με τους ανθρώπους μέσω της μουσικής. Όταν δίνεις ένα ρεσιτάλ, για αυτές τις δύο ώρες που διαρκεί, δημιουργείται μια μοναδική επικοινωνία με τους ανθρώπους που βρίσκονται στην αίθουσα συναυλιών. Μπορείς να τους μιλήσεις μέσω της μουσικής, η οποία νομίζω ότι είναι ένα δώρο και μια πραγματική ευλογία, γιατί σου δίνει τη δυνατότητα να ταξιδέψεις και να τραγουδήσεις σε κάθε γωνιά του πλανήτη.»

Info συναυλίας:

Ο Μαξίμ Βενγκέροφ με την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών | Τρίτη 16 Ιουλίου 2019 | Στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου