Η Τζαστίν νέα κι όμορφη, ο Μάικλ νέος κι όμορφος, εκείνη στο νυφικό της, εκείνος στο γαμπριάτικο φράκο του. Φιλιούνται, γελάνε, διασκεδάζουν, ακόμη κι όταν η τεράστια λιμουζίνα που νοικιάσανε δεν χωράει να στρίψει στο δρομάκι που βγάζει στον πύργο όπου γίνεται η γαμήλια δεξίωση. Η δεξίωση είναι πανάκριβη, αλλά χαλάλι τα έξοδα αρκεί να είσαι ευτυχισμένη, Τζαστίν. Είσαι ευτυχισμένη, Τζαστίν; Θα τη ρωτήσουν και θα την ξαναρωτήσουν. Ναι, φυσικά και είμαι. Χαιρόμαστε που σε βλέπουμε ευτυχισμένη. Εκείνη προσπαθεί να ενστερνιστεί πλήρως τη φωτεινή πλευρά της ζωής, αλλά δεν το ‘χει. Καθόλου.Δεν δίνονται ιδιαίτερες εξηγήσεις γιατί η Τζαστίν είναι έτσι όπως είναι. Βλέπουμε ότι η μητέρα της δεν είναι και τόσο διαφορετική από αυτήν (και άρα ίσως από εδώ να εκπορεύεται ένα ισχυρό κοίτασμα της δικής της ψυχικής κατάστασης), βλέπουμε ακόμα ότι κι ο πατέρας της δεν είναι παρών όταν τον χρειάζεται, αλλά αυτά τα βλέπουμε μάλλον παρεμπιπτόντως. Η «Μελαγχολία» δεν θέλει να αναρωτηθεί γιατί ένας καταθλιπτικός άνθρωπος είναι καταθλιπτικός, η «Μελαγχολία» θέλει να μας δείξει τη δυσοίωνη πλευρά του να θριαμβεύει ακριβώς το βράδυ που θα έπρεπε κατ’ εξαίρεση να του φαίνονται όλα ευοίωνα. Η γιορτή βάφεται σταδιακά μαύρη, όχι επειδή συμβαίνει κάτι απρόοπτο, αλλά επειδή η ζωή είναι κατά την Τζαστίν μαύρη. Και μάλλον ο λόγος που δεν θέλει να ψάξει ο Τρίερ τα τι και τα πώς της, είναι επειδή ο ίδιος ο αναφορικά με τη δική του περίπτωση κατάθλιψης τα έχει θεωρητικοποιήσει και εκλογικεύσει. Με την Τζαστίν δεν ξορκίζει από μέσα του τη δυσοίωνη οπτική της ζωής, αλλά αντίθετα της δίνει σάρκα και οστά. Ακόμα κι αν δεν του φαίνονται νορμάλ όλα όσα κάνει, του φαίνονται σίγουρα νορμάλ όλα όσα λέει. Δεν πρόκειται για προσπάθεια να ψάξει τι του συμβαίνει, αλλά για προσπάθεια να δείξει τι του συμβαίνει και εν μέρει να το δικαιώσει.

Αυτό τουλάχιστον το συμπέρασμα βγαίνει από μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα συνέντευξή του στο επίσημο σάιτ της ταινίας (που πραγματικά αξίζει τον κόπο να τη διαβάσει κανείς). Σε αυτήν ο Τρίερ χρησιμοποιεί και μια πολύ παραστατική μεταφορά: η μελαγχολία αρχίζει να κατεβαίνει σαν κουρτίνα ανάμεσα στη Τζαστίν και όλη αυτήν την μακροσκελή δεξίωση. Την σκιάζουν οι αμφιβολίες: Αξίζουν όλα αυτά; Έχει νόημα η τελετή; Το ερώτημα όμως που μπορεί να αντιγυρίσει κανείς στον Τρίερ είναι γιατί δεν έχει νόημα; Επειδή ο Μάικλ δεν είναι ο κατάλληλος άντρας; Επειδή ούτε η αγάπη δεν έχει νόημα στη ζωή; Η Τζαστίν δεν θέλει το σεξ της εγγύτητας, το σεξ με τον άνθρωπο που την αγαπάει, το σεξ ως σύνδεση με τον άλλο, θέλει το σεξ για να νιώσει περισσότερο μόνη από ποτέ. Και κάπως έτσι η τελετή δεν έχει νόημα, ο γάμος δεν έχει νόημα, το να ξυπνάς δεν έχει νόημα, το να τρως δεν έχει νόημα, το να κάνεις μπάνιο δεν έχει νόημα, το να μπορείς να κουνήσεις τα πόδια σου δεν έχει νόημα. Παραλύεις. Το αγαπημένο σου φαγητό που έχει γεύση στάχτης. Η ύπαρξη έχει γεύση στάχτης.

Αλλά ουδέν κακόν αμιγές καλού. Ακόμα και μια τέτοια οπτική για τη ζωή υπάρχουν περιστάσεις που μπορεί να αποδειχθεί χρήσιμη. Λίγες μέρες μετά το γάμο ο πλανήτης Μελαγχολία θα πλησιάσει οριακά στη γη. Η αδελφή της Τζαστίν, η Κλερ, έχει έναν φόβο μήπως η Μελαγχολία πέσει πάνω στον πλανήτη μας και έρθει το τέλος του κόσμου. Ο Τζον, ο άντρας της, την μαλώνει που έχει τέτοιους παράλογους φόβους και της λέει ότι το πέρασμα του πλανήτη δίπλα από τη γη θα είναι το ομορφότερο θέαμα που θα αντικρύσουν ποτέ. Ο Τζόν πιστεύει την επίσημη θέση της επιστημονικής κοινότητας. Η Κλέρ ψάχνει στο ίντερνετ τους προφήτες της καταστροφής. Επιστημονικές ή επιστημονικοφανείς οι εξηγήσεις τους, το ίδιο κάνει. Ο Τζον κι η Κλερ, οι άνθρωποι που πιστεύουν πως όλα θα πάνε καλά κι οι άνθρωποι που φοβούνται πως θα συμβεί το χειρότερο. Η Τζαστίν λοιπόν το ζει το χειρότερο σχεδόν σε όλη της τη ζωή. Χειρότερο πράγμα από την καταστροφή του κόσμου είναι ο ίδιος ο κόσμος, η ύπαρξή του. Έτσι ακόμα κι αν η αδελφή της έχει δίκιο να φοβάται, της εξηγεί ότι εκείνη δεν έχει να φοβηθεί τίποτα. Δεν έχει να ελπίζει τίποτα. Είναι άρα ελεύθερη; Όχι, είναι μόνη. Ολομόναχη. Είμαστε ολομόναχοι στο σύμπαν. Δεν υπάρχει ζωή αλλού, δεν υπάρχει ζωή μετά. Μόνο στη γη και όχι για πολύ ακόμα.

Ο Λαρς Φον Τρίερ με την «Μελαγχολία» του, μοιάζει να κάνει όχι ψυχοθεραπεία, αλλά προσηλυτισμό στην μαυρίλα. Από την οπτική του για τον κόσμο δεν θα πάρουμε, αλλά από τον κινηματογραφικό του κόσμο θα πάρουμε και θα ξαναπάρουμε. Η μαυρίλα της «Μελαγχολίας» είναι κινηματογραφικά πολύχρωμη.