Ένας άνδρας και μια γυναίκα, άγνωστοι μεταξύ τους, γνωρίζονται κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού με τρένο. Η κοπέλα, διδακτορική φοιτήτρια Ιστορίας, ασχολείται με τη βιογραφία του Γιόζεφ Μένγκελε, του γιατρού που πραγματοποιούσε φριχτά, βάναυσα πειράματα στους κρατούμενους του Άουσβιτς -κυρίως παιδιά- στο όνομα μιας διεστραμμένης ερευνητικής διαδικασίας πάνω σε φυλετικά ζητήματα. Όταν το τρένο ακινητοποιηθεί λόγω βλάβης, οι δυο τους θα ξεκινήσουν ένα παιχνίδι ρόλων για να περάσει η ώρα: «Αν είσαι, είμαι». Δανείζονται, έτσι, τις ταυτότητες του Μένγκελε και της Εσθήρ, εγγονής μιας εβραιοπούλας που επέζησε των πειραμάτων και τώρα έρχεται για να τον εκδικηθεί, και ξεκινούν ένα παιχνίδι καταβύθισης στην άβυσσο της ανθρώπινης ψυχής, με αδιευκρίνιστο -ή πολλαπλά ερμηνευόμενο- τέλος…

Πρόκειται για τον «Μένγκελε», το τρίτο θεατρικό έργο του Θεσσαλονικιού Θανάση Τριαρίδη -αξίζει μια ματιά στο εντυπωσιακό βιογραφικό του-, που ανεβαίνει σε σκηνοθεσία του Κώστα Φιλίππογλου στο θέατρο του πολυχώρου Faust. Ο «Μένγκελε» αποτελεί την κορύφωση μιας άτυπης θεατρικής τριλογίας (προηγήθηκαν τα: La última noche ή οι καρχαρίες, και Historia de un amor ή τα Μυρμήγκια), που στρέφεται γύρω από το ίδιο μοτίβο: την αβυσσαλέα αναμέτρηση θηλυκού-αρσενικού με επίκεντρο τον παραλογισμό της ανθρώπινης φύσης και του ερωτικού συναισθήματος. Ριψοκίνδυνο εγχείρημα αυτό του συγγραφέα, καθώς μπορεί να εκληφθεί ως απόπειρα να δώσει βήμα σε ένα στυγνό εγκληματία, που δικαιωματικά έχει ταυτιστεί με το «απόλυτο κακό» και ο οποίος δε θα μπορούσε να δικαιωθεί -ούτε καν να δικαιολογηθεί- κάτω από οποιοδήποτε ηθικό πρίσμα. Παίζει, μάλιστα, με τη φωτιά -και αγγίζει ψυχαναλυτικά πεδία-, όταν μεταθέτει το επίκεντρο της ιστορίας από την εκδίκηση στον έρωτα και την αληθινή -άνευ όρων- αγάπη.

Ο Τριαρίδης, όμως, τοποθετεί την ιστορία στο πλαίσιο της μεταθεατρικής συνθήκης «το δραματικό πρόσωπο υποδύεται κάποιο άλλο (δραματικό) πρόσωπο» την οποία, μάλιστα, μας παραδίδει εις διπλούν: οι δύο ήρωες γίνονται οι Εσθήρ και Μένγκελε που, όμως, κρατούν κρυφή την ταυτότητά τους, ώσπου να παίξουν κι αυτοί το ίδιο παιχνίδι: «αν είσαι, είμαι». Αυτόματα, το ενδιαφέρον μετατίθεται σ’ αυτές τις αλλαγές ταυτότητας, στους δύο ήρωες που «ξεφλουδίζουν» κομμάτια του εαυτού τους προκειμένου να αποκαλύψουν ένα διαφορετικό εαυτό, ο οποίος με τη σειρά του θα υποκριθεί -ή θα είναι στην πραγματικότητα;- έναν άλλο εαυτό/ρόλο. Αυτό το «ξεφλούδισμα» χαρακτηρίζει το έργο στο σύνολό του κάτω από κάθε συνθήκη βρίσκεται κάποια άλλη, κάτω από κάθε πτυχή των ηρώων βρίσκεται μια άλλη. Στην πραγματικότητα, ο συγγραφέας καταγράφει μια άγρια αναμέτρηση σε επίπεδο ταυτότητας, φύλου, συνειδητού και ασυνείδητου, όπου το δίπολο Μένγκελε-Εσθήρ μοιάζει να είναι απλώς η αφορμή.

Ο Κώστας Φιλίππογλου εμφανώς έλκεται από τη γραφή του Τριαρίδη και ο «Μένγκελε» είναι το δεύτερο έργο του που σκηνοθετεί (μετά την περσινή «ιστορία αγάπης» «Historia de un amor», που συνσκηνοθέτησε με την Πέμυ Ζούνη). Στο σημείωμά του επεσήμανε τη δυσκολία που του δημιούργησε η ακινησία του έργου· λογικό, για ένα σκηνοθέτη που στήνει τις παραστάσεις του με βάση τους κώδικες του σωματικού θεάτρου. Κι όμως, αυτό το «ακίνητο» έργο -ακίνητο εξωτερικά, γιατί σε εσωτερικό επίπεδο ταρακουνάει άγρια τον αναγνώστη/θεατή- τον οδήγησε στην ωριμότερη σκηνοθετική του στιγμή, τουλάχιστον των τελευταίων δύο χρόνων. Φυσικά, ο Φιλίππογλου επιχείρησε -και κατάφερε- να αποδεσμεύσει τους ηθοποιούς του από την πλήρη ακινησία που θα προκαλούσε η ρεαλιστική μεταφορά των καθισμάτων ενός κουπέ τρένου και γι’ αυτό τους τοποθέτησε σε σκαμπώ με ροδάκια· έτσι, τα σώματά τους απέκτησαν δυναμική και αφέθηκαν αρκετά ελεύθερα να εκφραστούν. Άφησε, όμως, κατά μέρος τη σκηνοθετική του σφραγίδα, την ανάγνωση δηλαδή του έργου μέσα από έναν κινησιολογικό κώδικα, γεγονός που (φαίνεται να) έστρεψε όλη την προσοχή στο «μέσα» των ηθοποιών, στο σκάψιμο των ρόλων σε βάθος, διαδικασία που χρειαζόταν όσο τίποτα άλλο το έργο. Σε αντίθεση με τα «Χάρτινα λουλούδια», όπου είχε διατυπωθεί η επιφύλαξη ότι η σωματική απόδοση του έργου αφαίρεσε από την εσωτερική δουλειά στους ηθοποιούς -αλλά και με τη φετινή «Τίρζα», την πραγματικά καλή παράσταση, όπου όμως δημιουργήθηκε η εντύπωση ότι η κίνηση δεν προέκυπτε πάντα ως οργανική ανάγκη, ο «Μένγκελε» δικαιώνει απόλυτα και τον ίδιο τον Φιλίππογλου και τους δύο εξαίρετους ηθοποιούς του, τη Μυρτώ Αλικάκη και τον Λάζαρο Γεωργακόπουλο, που επιδόθηκαν με τόλμη και μεγάλες αντοχές σε ένα ανελέητο παιχνίδι με τον εαυτό τους και με το «συμπαίκτη» τους.

Σίγουρα, ο «Μένγκελε» δε γράφτηκε ούτε ανεβαίνει για να δώσει απαντήσεις· αντιθέτως τα θέματα που θέτει είναι καταιγιστικά. Πρόκειται για ένα παιχνίδι στα όρια της σπαζοκεφαλιάς που (σε) προκαλεί μέχρις εσχάτων. Η φετινή σκηνική του παρουσία, σε μία άρτια παράσταση, το θέτει στην κρίση όλων μας.

Η παράσταση «Μένγκελε» ανεβαίνει έως τις 29 Απριλίου στον πολυχώρο Faust.