Ο Wim Mertens, ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της μινιμαλιστικής σύνθεσης και των κινηματογραφικών soundtracks, έρχεται στην Ελλάδα για μία και μόνο εμφάνιση με το Wim Mertens Trio στο Κέντρο Πολιτισμού «Ελληνικός Κόσμος», τη Δευτέρα 26 Νοεμβρίου. Με την ευκαιρία της εμφάνισής του, το ελculture.gr συνάντησε το Βέλγο συνθέτη και συζήτησε μαζί του για τις επιρροές του στη μουσική, το παρελθόν, το παρόν και κυρίως το μέλλον.

ελc: Πώς ανακαλύψατε τη μουσική και ποια ήταν τα πρώτα σας μουσικά βήματα;
Wim Mertens: Η πρώτη επαφή με τη μουσική για έναν άνθρωπο γίνεται όταν είναι σε θέση να αναγνωρίσει το πρόσωπο που παίζει μουσική γι’ αυτόν. Στην περίπτωσή μου, το πρόσωπο αυτό ήταν ο πατέρας μου. Δεν ήταν επαγγελματίας μουσικός, ωστόσο ήξερε πολλά μουσικά όργανα, όπως πιάνο, βιολί, μαντολίνο, φλάουτο. Όταν ήμουν παιδί, τριών ή τεσσάρων χρονών, τον έβλεπα να παίζει μουσική για οικογένειά μου και την εκκλησία. Αναφέρομαι στα πολύ πρώιμα στάδια ανάπτυξης ενός παιδιού, όταν μπορεί να αναγνωρίσει το πρόσωπο που παίζει μουσική με έναν ευχάριστο, φυσικό τρόπο και όχι στη μουσική εκπαίδευση, αυτή έρχεται αργότερα. Η πρώτη επαφή, αυτή που είχα με τον πατέρα μου, είναι η σημαντικότερη. Στην ηλικία των οκτώ, έχοντας πάντα επηρεαστεί από τον εκείνον, πήγα πρώτη φορά σε ωδείο και αργότερα, στα δεκαοχτώ μου, στο πανεπιστήμιο. Σταμάτησα τη μουσική για δύο χρόνια, στα είκοσί μου άρχισα να σπουδάζω μουσική στο Ghent Conservatory και στο Royal Conservatory των Βρυξελλών. Είναι σημαντικό λοιπόν να μπορούμε να παίρνουμε απόσταση από τη μακρά διαδικασία της μουσικής εκπαίδευσης. Βλέπουμε συχνά ταλαντούχους μουσικούς να προβληματίζονται για το αν θέλουν να ασχοληθούν με τη μουσική, να αναρωτιούνται αν την αγαπάνε, εξαιτίας του τρόπου οργάνωσης της μουσικής εκπαίδευσης.

ελc: Ποιοι παράγοντες διαμόρφωσαν τη μουσική σας;
W. M.: Επέλεξα την κιθάρα ως το πρώτο μου μουσικό όργανο. Αρκετά σύντομα ξεκίνησα και πιάνο. Το σημαντικό με την κιθάρα είναι ότι πρόκειται για ένα όργανο που ακολουθεί το σώμα και που δεν είναι τόσο δεσποτικό όσο το πιάνο. Όταν ένα παιδί πέντε ή έξι χρονών παίζει πιάνο, ουσιαστικά το πιάνο λειτουργεί χειραγωγικά ως προς το παιδί. Ακόμα και τώρα στα κονσέρτα μου όταν παίζω πιάνο δεν κάθομαι ποτέ στη μέση της σκηνής. Το πιάνο δημιουργεί μια συμμετρία από μόνο του και κανονικά θα έπρεπε να βρίσκομαι στο κέντρο της σκηνής, αλλά εγώ πάντα κάθομαι προς τα αριστερά. Με την κιθάρα έχεις το πλεονέκτημα να έχεις τον έλεγχο, να παίζεις με το όργανο κι όχι το όργανο μαζί σου. Επιπλέον, με κέρδισε πρώτη η κιθάρα, γιατί οι περισσότεροι άνθρωποι που γνωρίζουν κιθάρα σχετίζονται και με το τραγούδι και αυτό ήταν κάτι έμφυτο στο οικογενειακό μου περιβάλλον και στο χωριό όπου μεγάλωσα. Το τραγούδι παίζει μεγάλο ρόλο στη διαμόρφωση της μουσικής μου, όπως και η φύση της κιθάρας και του πιάνου.

ελc: Όταν αναφερόμαστε στο μινιμαλισμό και στην επανάληψη στη μουσική, το όνομά σας έρχεται κατευθείαν στο νου. Έχοντας γράψει το βιβλίο «American Minimal Music», γνωρίζετε τόσα γι’ αυτό το θέμα. Γιατί, κατά τη γνώμη σας, η επανάληψη ή τα επαναλαμβανόμενα μουσικά μοτίβα είναι τόσο έντονα στη μουσική των τελευταίων δεκαετιών;
W. M.: Όλα αυτά τα ρεύματα, η έμφαση στο στοιχείο της επανάληψης, και όλα τα υπόλοιπα ξεκίνησαν από την κλασική παράδοση της αμερικάνικης μινιμαλιστικής μουσικής. Ήταν αντίδραση ενάντια στην πολυσύνθετη, ορθολογιστική γλώσσα της ευρωπαϊκής μουσικής πρωτοπορίας του ’50 και του ’60. Την εποχή εκείνη οι συνθέτες και όλος ο μουσικός κόσμος είχε αποσυνδεθεί από το κοινό, από τη μουσική ως εκδήλωση ευχαρίστησης, χαράς. Οι απαρχές αυτού του φαινομένου βρίσκονταν στη χαοτική εμπειρία του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου. Οι συνθέτες ήθελαν να έχουν πλέον τον πλήρη έλεγχο του υλικού τους, της μουσικής, του ίδιου του στοιχείου της μουσικής, επειδή δεν εμπιστεύονταν τον αυθορμητισμό στη μουσική εκτέλεση. Ιστορικά ήταν αναπόφευκτο, ωστόσο το ’50 και το ’60, με τη μουσική του Stockhausen, του Boulez, του Ξενάκη, υπήρξε μια αποσύνδεση. Δημιουργούνταν έργα που απευθυνόταν σε μια ελίτ. Τα πάντα στην Ευρώπη βρίσκονταν υπό την κυριαρχία αυτής της μουσικής πρωτοπορίας, οπότε δεν είναι σύμπτωση που η αλλαγή ήρθε από την άλλη όχθη του Ατλαντικού Ωκεανού, την Αμερική. Στόχος ήταν να απλοποιήσουν, να ξεφορτωθούν αυτή την ορθολογιστική αντιμετώπιση κι εκφράστηκε με τη ρυθμική επανάληψη ως προς τη μελωδία και την αρμονία. Υπήρχε πράγματι η ανάγκη οι μουσικοί να ξεκινήσουν από την αρχή και να δημιουργήσουν μια νέα γλώσσα. Βασίστηκαν βέβαια στην ινδική, την αφρικανική και την επική μουσική. Τα στοιχεία αυτά τα απέβαλα ολοκληρωτικά το 1980, οπότε η δική μου μουσική είναι πολύ περισσότερο βασισμένη σε φωνητικά στοιχεία και φωνητική έμπνευση. Ωστόσο, στοιχεία της είναι κατεξοχήν παρόντα στην ποπ μουσική, όπως είναι η dance. Κι ακόμα γιατί για τους ανθρώπους το στοιχείο της επανάληψης, το να επαναλαμβάνεις κάτι, σημαίνει ότι είσαι σε θέση να το αναγνωρίζεις. Και κάθε φορά που επαναλαμβάνεις κάτι το κάνεις με διαφορετικό τρόπο, όχι με τον ίδιο ακριβώς. Κι αυτό είναι ένα καθαρά ανθρώπινο αντανακλαστικό, είναι κάτι το παγκόσμιο.

ελc: Τι μουσική ακούτε αυτές τις μέρες;
W. M.: Ακούω πολύ λίγα πράγματα πλέον, συμπτωματικά ό,τι ακούγεται στην τηλεόραση ή στο ραδιόφωνο. Κι ο λόγος είναι ότι βρίσκομαι διαρκώς σε διαδικασία σύνθεσης, παραστάσεων, προβών, ηχογραφήσεων. Νομίζω πως μετά τα είκοσι πέντε σταμάτησα να ακούω τόσο πολλή μουσική, πριν τα είκοσι πέντε άκουγα όλα τα είδη, τζαζ, έθνικ, ποπ.

ελc: Σε ποιο είδος θα εντάσσατε τη μουσική σας;
W. M.: Νομίζω ότι η μουσική μου μπορεί να ενταχθεί σε πάνω από ένα είδος, ότι δεν μπορεί να περιοριστεί. Δε ζούμε στην ομοφωνία που επιβάλλει το στιλ, χάρη του οποίου πολλοί μουσικοί συνθέτουν με τις ίδιες μουσικές φόρμες για τις ίδιες μουσικές φόρμες, για τα ίδια μουσικά σχήματα. Πρέπει να δημιουργούμε νέα σχήματα. Δεν εξαρτώμαστε πλέον από τις φόρμες της κλασικής συμφωνικής ορχήστρας, αν και εξακολουθώ να δίνω κονσέρτα με κλασική συμφωνική ορχήστρα. Για την ακρίβεια, κυκλοφόρησα μόλις πέρυσι ένα DVD με την ορχήστρα της Τενερίφης, ένα ολόκληρο βραδινό κονσέρτο. Ωστόσο, για τη δημιουργία νέων συνθέσεων είναι σημαντικό να προσαρμόζεις κάθε φορά τις ενορχηστρώσεις σου στις ανάγκες, στις συγκεκριμένες ανάγκες, κάθε κομματιού. Κι αυτό είναι κάτι που ξεκίνησε το ’80 ή το ’90 νομίζω. Καθίσταται επίσης δυνατό εξαιτίας των νέων τεχνικών, εξαιτίας της ευελιξίας στο να γράφεις μουσική βάσει των τεχνολογικών εξελίξεων. Ένας νέος συνθέτης έχει στη διάθεσή του τα αναγκαία μέσα με ένα πολύ δημοκρατικό τρόπο. Πλέον όταν ξεκινάς να ηχογραφείς είναι εύκολο να έχεις ένα home studio. Όλο αυτό είναι μια πολύ θετική έκβαση στην πρόσφατη μουσική εξέλιξη.

ελc: Τι να περιμένουμε από τη συναυλία σας στις 26 Νοεμβρίου στην Αθήνα με το Wim Merten’s Trio; Θα παρουσιάσετε κάποια καινούρια δουλειά σας;
W. M.: Το Trio θα αποτελείται από πιάνο, βιολί και τσέλο. Φυσικά πάντα με την παρουσία της φωνής. Τα έγχορδα θα έχουν καθορισμένες συνθέσεις, δε θα αυτοσχεδιάσουν καθόλου. Η μουσική σύνθεση για το πιάνο θα είναι πιο σχηματοποιημένη. Θα υπάρχει κάποιος βαθμός ελευθερίας βέβαια, το τραγουδιστικό κομμάτι δε θα είναι προκαθορισμένο. Αυτό σημαίνει ότι μπορώ να επιλέξω πότε θα εκτελέσω και για πόσο. Έχει να κάνει με την αρχαία ελληνική τραγωδία, όπου τα χορικά δεν ήταν προκαθορισμένα και είχαν σινιάλα για να δείξουν πότε ήθελαν να σταματήσουν, ο ένας μετά τον άλλο. Μπορούσαν να έχουν μεγάλης διάρκειας παραστάσεις τότε. Επίσης, θα υπάρχει μια πάρα πολύ έντονη σχέση μεταξύ των τριών οργάνων και της φωνής ώστε να παρουσιάσουμε κάποια κομμάτια του τελευταίου μου άλμπουμ Series of Ands and Immediate Givens και για να παρουσιάσουμε κάποια κομμάτια του νέου μου άλμπουμ που θα κυκλοφορήσει τέλη Νοεμβρίου με τον τίτλο «A Starry Wisdom».

ελc: Για να κλείσουμε τη συζήτησή μας, εσείς που κατάγεστε από το Βέλγιο, την καρδιά της Ευρώπης, ποια είναι η γνώμη σας για την κρίση στην Ευρώπη, κυρίως για την πολιτιστική της διάσταση;
W. M.: Υπάρχουν πολλές τάσεις αυτή τη στιγμή. Κάθε χώρα, έθνος ή περιοχή έχει πλέον τη δυνατότητα να αποφασίσει εντός του ευρύτερου πλαισίου της Ευρώπης για το αν θέλει να είναι μέρος αυτής ή όχι, για το είδος της σχέσης που επιθυμεί μαζί της, για την καταλληλότερη φόρμουλα, για το άμεσο μέλλον ή μακροπρόθεσμα. Μόλις από το 2002 με την εκλαΐκευση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Ζούμε πλέον σε ένα διαφορετικό περιβάλλον. Πιστεύω ότι θα διδαχθούμε πολλά από αυτή την περίοδο αλλαγής και κρίσης, όχι μόνο από κοινωνικής ή οικονομικής άποψης, αλλά και από καλλιτεχνικής. Είναι ευθύνη των μουσικών που συνθέτουν τη μουσική του σήμερα και του αύριο, αυτή η δύναμη, αυτή η αντίθεση, η ελπίδα να αποτυπωθεί στη μουσική. Είναι η άποψή μου ότι αυτή η έντονη εποχή θα συνοδευτεί από αμόκ. «The custom of amok» θα είναι ένας από τους τίτλους κομματιών στο νέο μου άλμπουμ που θα κυκλοφορήσει το Νοέμβριο. Το αμόκ είναι ένα φαινόμενο με αρνητική χροιά που έχει όμως και θετική πλευρά.

Η συναυλία του Wim Mertens θα πραγματοποιηθεί τη Δευτέρα 26 Νοεμβρίου στο Κέντρο Πολιτισμού «Ελληνικός Κόσμος».