H Nτάνι τα έχει εδώ και λίγα χρόνια με τον Kρίστιαν. Η αδελφή της έχει ψυχολογικά προβλήματα και κάνει συνέχεια κρίσεις με τις οποίες κατααγχώνει την Ντάνι, η Ντάνι με τη σειρά της μεταφέρει την ανησυχία της στον Κρίστιαν. Οι φίλοι και συμφοιτητές του Κρίστιαν του λένε πόσο πρήχτρα είναι. Βασικά είναι ο ένας απ’ αυτούς, ο Μαρκ, που τον ψέλνει να τη χωρίσει. Ο Τζος πιο αφοσιωμένος στις σπουδές τους (είναι μεταπτυχιακοί ανθρωπολόγοι) του λέει ότι ίσως όλο αυτό είναι ένας εσωτερικός αντιπερισπασμός: τρώει χρόνο αμφιταλαντευόμενος για τα γκομενικά του, αντί να κάτσει να σκεφτεί τι θα κάνει με τη διατριβή του. Ο Κρίστιαν νιώθει τον εαυτό του να συμπιέζεται ανάμεσα στην πίεση της Ντάνι  και την πίεση των φίλων του.

Και η Ντάνι αντιλαμβανόμενη την -μη ρητά εκδηλωμένη αλλά πάντως αυξανόμενη- δυσφορία του φίλου της, αναρωτιέται μήπως παραέχει γίνει φορτική, γεγονός που επιτείνει ακόμη περισσότερο το άγχος της για τα πράγματα. Τότε της συμβαίνει μια φρικτή οικογενειακή τραγωδία. Ο Κρίστιαν είναι πια παγιδευμένος. Μια σχέση που ήδη βιώνει αμφίθυμα, τώρα παίρνει μια άλλη διάσταση. Μπορείς να βγεις από μια σχέση που έχει φθαρεί, αλλά δεν μπορείς να βγεις από μια σχέση όταν ο άλλος είναι κομμάτια. Θα συμπαρασταθεί στη Ντάνι περισσότερο επειδή είναι το σωστό και λιγότερο επειδή είναι το φυσικό, περισσότερο επειδή έτσι πρέπει και λιγότερο επειδή έτσι νιώθει. Της είχε ήδη μαζεμένα πολλά, αυτό το τελευταίο είναι σχεδόν ασυγχώρητο. Και δεν είναι ότι φταίει κιόλας για το τελευταίο. Δεν μπορεί να της θυμώσει για το τελευταίο, κι αυτό είναι το πιο εξοργιστικό. Mας αναλογεί όμως πένθος που δεν είναι δικό μας σε αυτή τη ζωή; Μας αναλογεί πόνος που δεν είναι δικός μας; Μας αναλογεί ζόρι που δεν είναι δικό μας; Είναι με αυτόν τον τρόπο συναρμοσμένες οι κοινωνίες μας, είναι αυτό το πνεύμα που τις διέπει, προκύπτει από κάπου ότι είναι αυτός ο τρόπος ζωής μας; Κι έτσι εκείνος μένει μαζί της θυμωμένα. Κι έτσι εκείνη, μολονότι εισπράττει βέβαια όλον αυτόν τον αρνητισμό, γίνεται ακόμη πιο εξαρτημένη.

Ο τέταρτος φίλος και συμφοιτητής του Κρίστιαν, o Πέλε, είναι Σουηδός. Έχει καλέσει τους φίλους του να πάνε για δυο εβδομάδες στη γραφική, απομονωμένη κοινότητα στην επαρχία της Σουηδίας, στην οποία μεγάλωσε. Είναι η εποχή των παραδοσιακών τελετών του μεσοκαλόκαιρου, φορεσιές, παγανιστικές τελετές, είναι λίγο σαχλό αλλά δείτε το σαν θέατρο τους λέει. Έχει και ανθρωπολογικό ενδιαφέρον, το τερπνό συναντά το ωφέλιμο. Σχεδίαζαν να πάνε χωρίς την Ντάνι, αλλά η Ντάνι θέλει να πάει μαζί τους, ο Κρίστιαν νιώθει άσχημα και ένοχα, η Ντάνι θα πάει μαζί τους, η σχέση τους έχει εκφυλιστεί σε έναν αμοιβαία παθητικο-επιθετικό χορό, όπου ο ο Κρίστιαν είναι θυμωμένος με τα πάντα της Ντάνι και η Ντάνι είναι θυμωμένη που ο Κρίστιαν είναι θυμωμένος. 

Φτάνουν λοιπόν εκεί μαζί με τον Πέλε, σαν τέσσερις ανεξάρτητοι μεταξύ τους παράλληλοι κόσμοι, σαν τέσσερα ιδιωτικά παράλληλα σύμπαντα: ο Μαρκ σαν αρχέτυπο χαζοαμερικάνου, σαν ντιπ τουρίστας, ρηχός, γκρινιάρης, άνιωθος, ο Τζος σαν ο ντιπ αφοσιωμένος επιστήμονας παύλα αυριανός καριερίστας, ο Κρίστιαν που δεν ξέρει ακριβώς κι ο ίδιος σε τι φάση είναι, που μένει με μια κοπέλα χωρίς να θέλει και σπουδάζει κάτι που δεν τον ενθουσιάζει, και η Ντάνι που προσπαθεί ακόμα να συνέλθει από την τραγωδία, που πηγαίνει γιατί δεν αντέχει να μείνει ολομόναχη στις ΗΠΑ.

Βόρεια Σουηδία, το φως να λούζει τα πάντα, ήλιος του μεσονυκτίου που δεν δύει σχεδόν ποτέ, λουλούδια, καταπράσινα χωράφια, λευκά και λουλουδάτα ομοιόμορφα ρούχα, σκοτάδι μόνο σε κάναν εφιάλτη, αν και η ταινία έχει απειροελάχιστα «μπου», απειροελάχιστα jump scares. Δεν έχει καμία ανάγκη να σε τρομάξει έτσι, το «Μεσοκαλόκαιρο». Υπάρχει στη μέση της ταινίας μια εντελώς σοκαριστική σεκάνς, αλλά κι αυτή δεν βασίζεται τόσο στο ξάφνιασμα, κι αυτή πατάει αλλού, κι αυτή δεν έχει σκοπό να σε τρομάξει αλλά να σε ταράξει, να σε ταράξει με τρόπο που δεν μπορείς να αρνηθείς, γιατί δεν εμφανίστηκε στην οθόνη ένα φάντασμα, ένα τέρας, κάτι μη αληθινό, αλλά απαθανατίστηκε ο υπαρξιακότερος των τρόμων.

Ο Άρι Άστερ με την προηγούμενη και πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του, την εξαιρετική «Διαδοχή», μας είχε ήδη φανερώσει δυο πολύ βασικές αρετές του: πρώτον, πως συνδυάζει τα είδη, μπολιάζοντας την ταινία τρόμου με μια ματιά στις οικογενειακές σχέσεις και το πένθος που θα ζήλευαν πάρα πολλά αμιγή δράματα, και δεύτερον ένα φινάλε αλησμόνητα απογειωτικό. Στο «Μεσοκαλόκαιρο» και το μπόλιασμα είναι ακόμη πιο καίριο και η απογείωση του φινάλε είναι ακόμη πιο απογειωτική, καθώς ολόκληρο το τελευταίο κομμάτι της ταινίας και ειδικά τα τελευταία λεπτά της μπορούν να σε συγκλονίσουν αν συντονιστείς μαζί τους. Αλλά ακόμη κι αν δεν συντονιστείς νοηματικά μαζί τους, ακόμη κι αν δεν καταλάβεις το νόημα που φέρουν ή διαφωνήσεις με το νόημα τους, πάλι είναι εξαιρετικά δύσκολο να αντισταθείς στην καταλυτική τους δύναμη.

Ο Άστερ σκηνοθετεί με την πιο κυριολεκτική έννοια του όρου, στολίζει τις σκηνές του και τους ήρωές του, ο Άστερ αποσκοπεί και πετυχαίνει να σου προκαλέσει υποβολή και δέος, δέος και υποβολή. Όχι τινάγματα και παγώματα του αίματος, καταβύθιση σε μια εμπειρία κυκλωτική, διάρκεια, κλιμάκωση, ο Άστερ δεν σε τρομάζει, σε καθηλώνει παρουσιάζοντάς σου τι έχει εγκαταστήσει, δείχνοντάς σου τον κόσμο που οραματίστηκε, σε καλεί στην εικονοποιία του, σε καλεί να καταβροχθιστείς από τις εικόνες του, σε καλεί να δεις αν μπορείς να βγάλεις τις εικόνες του απ’ το μυαλό σου. Δεν μπορείς.

Τι κάνει ένας ανθρωπολόγος; Παρατηρεί και καταγράφει μόνο ή κρίνει κιόλας; Κι αν κρίνει, το κάνει με τα μέτρα και τα σταθμά ποιου πολιτισμού; Κάθε κοινωνικό οικοσύστημα έχει το δικό του σύστημα αξιών και νοηματοδοτήσεων, το καλό και το κακό ποικίλουν από εποχή σε εποχή, από τόπο σε τόπο, από κοινωνία σε κοινωνία. Δεν υπάρχουν όμως και οικουμενικές αξίες, δεν υπάρχει τρόπον τινά και μια οικουμενική ηθική; Ας δεχτούμε ότι υπάρχει κι αυτή. Ας δεχτούμε ότι οι άνθρωποι της συγκεκριμένης κοινότητας μπορούν να πιστεύουν ό,τι θέλουν και να έχουν ό,τι τελετουργίες αγαπούν, αλλά κι ότι υπάρχει μια γραμμή που όταν περνιέται, μπορούμε να τους πούμε -με τα δικά μας μέτρα ή με τα οικουμενικά, δεν θα τα χαλάσουμε εκεί- πως ηθικά είναι ασυγχώρητοι. Ας το πούμε κι ας ξεμπερδέψουμε όμως μετά με αυτό. Γιατί η βασική απεικόνιση της κοινότητας που επισκέπτονται οι ήρωες, δεν αφορά τον άξονα καλό – κακό.

Στο «Μεσοκαλόκαιρο» άνθρωποι θα αυτοκτονήσουν και στους δύο κόσμους, άνθρωποι θα σκοτώσουν και στους δύο κόσμους, τόσο στον σύγχρονο δυτικό, όσο και στον κόσμο της παράδοξης αυτής παγανιστικής κοινότητας. Αλλά πρόκειται για αφαιρέσεις ζωών που γίνονται με διαμετρικά αντίθετο πνεύμα. Στην ατομική ψυχική ασθένεια της πόλης, εκεί όπου όλα γίνονται κατά μόνας και νιώθονται κατά μόνας, αντιδιαστέλλεται κάτι συλλογικό, είτε συλλογική κοσμοθεώρηση είναι αυτή, είτε -με μια άλλη προκατειλημμένη ματιά- μια συλλογική ψυχική ασθένεια. Η Ντάνι ταξιδεύει από έναν κόσμο όπου οι άνθρωποι αυτοκτονούν και σκοτώνουν από ακραία απόγνωση, σε έναν κόσμο όπου οι άνθρωποι αυτοκτονούν και σκοτώνουν τελετουργικά, διεπόμενοι από ένα αίσθημα πληρότητας. Η Ντάνι ταξιδεύει από έναν κόσμο όπου το νόημα μοιάζει να έχει χαθεί, σε έναν κόσμο όπου το νόημα μοιάζει να περισσεύει και να ξεχειλίζει τα πάντα, με τον άνθρωπο να είναι όχι άτομο αλλά οργανικό μέλος μιας κοινότητας αφενός και του φυσικού συνόλου αφετέρου.

Είναι στο επίκεντρο του «Μεσοκαλόκαιρου» η σχέση ενός ζευγαριού; Είναι μεν, αλλά νομίζω ως σύμπτωμα μιας ευρύτερης εικόνας και μιας ευρύτερης αντιδιαστολής ανάμεσα στο ατομικό και στο συλλογικό. Η Ντάνι ταξιδεύει από μιαν κοινωνία και έναν πολιτισμό εξόχως ατομοκεντρικό, όπου ο κάθε άνθρωπος είναι ιδιώτης. Η κοινωνία αναγνωρίζει ακόμη ως φυσικό το να ανήκεις σε μια οικογένεια, ορίζοντάς την με δεσμούς αίματος και περιορίζοντάς την εκ των πραγμάτων σε ελάχιστους ανθρώπους. Το ζευγάρι -και δη το ζευγάρι που δεν έχει ακόμη οικογένεια και δη το ζευγάρι που είναι ακόμη σε φάση σχέσης μόνο- είναι μια κατασκευή που ψάχνει να βρει τα συστατικά της και τις δομικές της αντοχές. Τι συνεπάγεται να είσαι με έναν άλλον άνθρωπο; Τι δικαιούσαι εσύ να του ζητάς, τι υποχρεούται αυτός να σου δίνει; Πώς μπαίνει στην πορεία το θέμα της αλληλεξάρτησης;

Η Ντάνι φτάνει σε μια κοινωνία όπου τρώνε όλοι μαζί, κοιμούνται όλοι μαζί, χορεύουν όλοι μαζί. Εδώ δεν χάνεις μόνο την ιδιωτικότητά σου, εδώ χάνεις σχεδόν και την ιδιότητα του ατόμου. Εδώ βλέπουμε τον κόσμο αλλιώς. Εδώ η οικογένειά σου είναι μερικές εκατοντάδες άτομα. Εδώ δεν είναι καθένας μόνος του, εδώ είμαστε ένα. Η Ντάνι δεν θα δει την κοινότητα ούτε με το βλέμμα του ανθρωπολόγου ούτε με το βλέμμα του τουρίστα, θα τη δει με το βλέμμα του ανθρώπου που δεν μπορεί μόνος του, που ζητά μια άλλου τύπου σύνδεση, που ζητά να μην νιώθει μόνος του στον κόσμο, που δεν έχει την ανάγκη να εξηγήσει γιατί έχει διαρκώς ανάγκη τον άλλον. Η Ντάνι στην πόλη οδύρεται μόνη. Η Ντάνι στην πόλη φρικάρει μόνη. Η Ντάνι στην πόλη είναι βάρος και φόρτωμα. Ο πόνος της είναι μόνο δικός της πόνος. Η Ντάνι δεν έχει κάποιον να την κρατήσει στα αλήθεια. Εδώ έχει να κρατηθεί από μια ολόκληρη κοινότητα – οικογένεια. Που θα την πάρει στα χέρια χωρίς να της το ζητήσει. Εδώ δεν χρειάζεται να φορτωθεί σε κανέναν. Εδώ θα χορέψουν μαζί και θα κραυγάσουν από οδύνη μαζί.

Όταν ο Άστερ μάς πρωτοπαρουσιάζει τον κόσμο που έχει στήσει στην κοινότητα, βλέπουμε φευγαλέα και μια αρκούδα σε ένα κλουβί. Περιμένουμε πώς και πώς να κάνει την εμφάνισή της. Θα την κάνει φυσικά. Αλλά με ποιον τρόπο; Έντονες απηχήσεις του “The Wicker Man”, εικόνες βγαλμένες απ’ τον Χοντορόφσκι και το «Ιερό Βουνό», υπό μια έννοια ακόμη και λίγος Σιάμαλαν του «Σκοτεινού Χωριού», οι επιρροές απ’ τον Πολάνσκι ήταν ακόμη εμφανέστερες στη «Διαδοχή», αλλά ο Άρι Άστερ δεν είναι ένας σκηνοθέτης που το κύριο σε αυτόν είναι οι επιρροές του, ο Άρι Άστερ είναι ένας σκηνοθέτης που ήρθε για να γίνει ο ίδιος επιρροή και σημείο αναφοράς.  Η Φλόρενς Πιου μπαίνει εντελώς στο πετσί του ρόλου και συντονίζεται πλήρως με την ηρωίδα της, μεταδίδοντάς μας κάθε ψυχικό σπασμό της, ενώ δίπλα της ο Τζακ Ρέινορ μοιάζει σκανδαλωδώς λίγος. Ιδιαίτερη αναφορά πρέπει να γίνει στα σκηνικά της ταινίας (από τα ντεκόρ των διαμερισμάτων της πόλης ως τα ντεκόρ των κτισμάτων του κοινοβίου και τα ίδια τα κτίσματα), ενώ ο Άστερ ντύνει τις πιο σημαντικές σκηνές του με μουσική (Bobby Krlic) που συντελεί τα μέγιστα στο τελικό συναισθηματικό αποτύπωμά τους.

Ο Άρι Άστερ είναι πολύ μεγάλος δημιουργός και το «Μεσοκαλόκαιρο» του είναι πολύ μεγάλη ταινία, που ακόμη κι αν χαθεί από τις ελληνικές αίθουσες λόγω κακού προγραμματισμού, δεν πρόκειται να χαθεί, αλλά θα είναι εδώ και θα μας στοιχειώνει.