Στο θέατρο Skrow στο Παγκράτι, που εγκαινίασε τη λειτουργία του πέρυσι και συνεχίζει φέτος με ένα πλούσιο, εναλλασσόμενο πρόγραμμα, παίζεται σε σκηνοθεσία του Βασίλη Νικολαΐδη η παράσταση “Μια ξεχωριστή μέρα” του Έττορε Σκόλα, θεατρική μεταφορά της ομώνυμης ταινίας του ίδιου (1977). Βρισκόμαστε στο 1938, ολόκληρη η Ρώμη βρίσκεται στους δρόμους για να πανηγυρίσει την πρώτη επίσκεψη του Χίτλερ στην πόλη και την ιστορική συνάντησή του με τον Μουσολίνι. Σε μια άδεια από ενοίκους πολυκατοικία, ο Γκαμπριέλε, ραδιοφωνικός παραγωγός, και η Αντονιέττα, πολύτεκνη νοικοκυρά, θα συναντηθούν τυχαία και θα περάσουν μαζί τη μέρα τους. Η συνάντηση αυτή, μια συνάντηση δύο ανθρώπων τελείως διαφορετικών αλλά εξίσου μόνων, θα σταθεί αποκαλυπτική και για τους δύο.

Στην Ελλάδα, το έργο έχει ξανανέβει τρεις φορές σε (μετάφραση και) σκηνοθεσία του Γιάννη Διαμαντόπουλου. Αλλά και στο εξωτερικό το έργο δεν είναι παραγνωρισμένο· το καλοκαίρι, μάλιστα, παίχτηκε στο Φεστιβάλ της Αβινιόν, επεσήμανε με έμφαση ο Βασίλης Νικολαΐδης στη συνομιλία που είχαμε μαζί του. Η παράστασή του αποδείχθηκε μία συγκινητική θεατρική εμπειρία, σαν ένα κομμάτι ζωής αποσπασμένο για λίγο για να δειχθεί επί σκηνής και μετά να σβήσει· με εφαλτήριο το θεατρικό έργο που φέρνει επί σκηνής δύο μόνο πρόσωπα, ο σκηνοθέτης φώτισε με ευαισθησία αυτή την ξεχωριστή μέρα των δύο ηρώων, τον ψυχισμό, τις διακυμάνσεις τους, την πορεία που διανύουν· μια κυκλική πορεία που ξεπερνάει το αρχικό στάδιο του απόλυτου διαχωρισμού και μέσα από τη σύγκλιση, τη σύγκρουση και την ένωση καταλήγει στον τελικό αποχωρισμό τους. Ό,τι ενδιαφέρει τον Βασίλη Νικολαΐδη στο θέατρο είναι ο διάλογος: “Δύο άνθρωποι χωρίς καμώματα, χωρίς σκηνοθετισμούς να υπάρχουν ουσιαστικά πάνω σε μια σκηνή και να συνδιαλλέγονται. Το ζητούμενο είναι οι σχέσεις που δημιουργούνται μεταξύ των προσώπων, ο διάλογός τους, το γιατί λένε όσα λένε, η παρόρμηση, η ψυχική διαδικασία πίσω από τα λόγια”.

Το γεγονός της ύπαρξης της κινηματογραφικής εκδοχής επηρέασε τον σκηνοθέτη ως ερέθισμα και μόνο. “Δεν μπήκα καθόλου στη διαδικασία να θυμηθώ την ταινία”, μας είπε. “Το έργο την ακολουθεί με μεγάλη πιστότητα, αλλά αυτό δεν με απασχόλησε ούτως ή άλλως. Εγώ προσωπικά το αντιμετώπισα ως ένα κοντσέρτο για δύο άτομα. Κι αυτό γιατί ένα θεατρικό έργο έχει άλλη γλώσσα, άλλη απαίτηση, άλλους κανόνες”.

Η αναβίβαση του έργου υπήρξε επιθυμία του από παλιά, πριν ακόμη το φάντασμα του φασισμού ξυπνήσει για τα καλά και αρχίσει να στοιχειώνει το παρόν μας. “Αυτό που με τράβηξε είναι η σχέση που δημιουργείται ανάμεσα στους δύο ήρωες. Μια σχέση μέσα στο χάος, μέσα σε μια κατάσταση ερέβους. Πρόκειται για μια βαθιά ανθρώπινη ιστορία με φόντο τη μεγάλη Ιστορία, αλλά και παρά τη μεγάλη Ιστορία. Πώς βλέπουμε καμιά φορά έναν βράχο απότομο και άγριο κι όμως κάπου εκεί φυτρώνει ένα λουλουδάκι, έτσι κι αυτή η μέρα φυτρώνει και ανθίζει για δύο ανθρώπους μονάχα. Αυτός ομοφυλόφυλος και αντιφασίστας λίγο πριν εξοριστεί, αυτή μια πιστή στο καθεστώς νοικοκυρά που δεν έχει αναρωτηθεί αν υπάρχει κάτι άλλο εκτός από αυτό που πιστεύει. Και έρχεται αυτή η τυχαία συνάντηση και τους απελευθερώνει. Βέβαια, αυτή η ξεχωριστή μέρα είναι περισσότερο ξεχωριστή για την Αντονιέττα. Ο Γκαμπριέλε ζει μια ασυνήθιστη ίσως περιπέτεια, ζει πολύ έντονα την τελευταία του μέρα στην ελευθερία, αλλά δεν θα αλλάξει κάτι γι’ αυτόν. Η Αντονιέττα, όμως, μπαίνει σε μια διαδικασία ζωής και είμαστε σίγουροι ότι ο σπόρος που φυτεύεται μέσα της χάρη στην παρουσία του Γκαμπριέλε θα την ακολουθεί μια ζωή. Η ίδια δεν θα κάνει επανάσταση, αλλά πιστεύω ότι ο σπόρος θα φανεί στα παιδιά της. Η συνάντησή της μαζί του της ανοίγει τα μάτια“.

Το έργο κλείνει, πάντως, με ένα ερωτηματικό, δεν ξέρουμε τι θα απογίνει κανείς από τους δύο. “Πράγματι, ως προς αυτό κάνουμε σενάρια. Θα γυρίσει ο Γκαμπριέλε από την εξορία; Πώς θα είναι από εδώ και πέρα η ζωή αυτής της γυναίκας; Στο φινάλε πάντως μένει με το βιβλίο στο χέρι και μας κοιτάει σαν να μας λέει: φταίμε όλοι για όλα όσα συμβαίνουν. Θα το επαναλάβω, η Αντονιέτα μπορεί να μην κάνει την επανάστασή της, αλλά κάτι θα αλλάξει, σίγουρα. Η αμφιβολία τής έχει ήδη εμφυτευθεί, το λιμνάζον νερό έχει αρχίσει να ταράζεται…“.

Η ανθρώπινη επαφή, η ανάγκη των δύο ηρώων για επικοινωνία, η έμφαση σε ό,τι τους ενώνει και όχι σε αυτά που τους χωρίζουν, ο τρόπος που έρχονται κοντά και συνδιαλλέγονται είναι τα στοιχεία όπου εστίασε ο Βασίλης Νικολαΐδης – και αυτά αναδείχθηκαν ιδιαίτερα και επί σκηνής, χάρη φυσικά και στις ερμηνείες. “Γι’ αυτό είναι το έργο σημαντικό, για την αληθινή επαφή μεταξύ δύο ανθρώπων παρά τη διαφορετικότητά τους. Μέσα σε μια μέρα δύο άνθρωποι διανύουν έναν πλήρη κύκλο, τα ζουν όλα. Για την Αντονιέττα ίσως είναι η πρώτη φορά στη ζωή της που ζει, ζει πραγματικά. Αλλά κι ο Γκαμπριέλε, παρόλο που δεν θα ανατραπεί τίποτα στη ζωή του ύστερα από αυτή τη συνάντηση, βγαίνει από την απομόνωσή του. Είναι διωγμένος από τη δουλειά του, σεσημασμένος, εξόριστος, στα πρόθυρα της αυτοκτονίας. Η Αντονιέτα τού σώζει, στην πραγματικότητα, τη ζωή”.

Όμως το συγκεκριμένο έργο δεν είναι και κάτι ακόμη; Η μεγάλη, αδυσώπητη Ιστορία, το φόντο της “μικρής” ανθρώπινης ιστορίας, δεν μας χτυπάει ένα καμπανάκι; Πρόκειται για μια Ιστορία που, δυστυχώς, δεν υφίσταται μονάχα ως παρελθοντική ανάμνηση και υπόμνηση, αλλά αναβιώνει απειλητικά στις μέρες μας. “Πράγματι. Και βλέποντας μέσα από το έργο τη γενικευμένη έκταση του φαινομένου θυμόμαστε πού μπορεί να μας φτάσει, μέχρι πού μπορούν να απλωθούν τα πλοκάμια του: μέχρι ενός πολέμου πλήρους καταστροφής“. Γιατί όμως; Αν, μάλιστα, μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι τότε η φασιστική σύρραξη δικαιολογούταν ως αποτέλεσμα της χειραγώγησης ενός αμόρφωτου κατά πλειοψηφία πλήθους και της απουσίας πρότερης εμπειρίας, σήμερα γιατί; “Γιατί καλύπτει κενά, ανεκπλήρωτους, αρρωστημένους πόθους. Ικανοποιεί νοσηρές ανάγκες, ακόμη και τώρα που γνωρίζουμε“.

Και ο ρόλος της τέχνης; Βλέπουμε συνεχώς να πληθαίνουν οι παραστάσεις, για να μιλήσουμε μονάχα για το θέατρο, με πολιτικό προβληματισμό. Μπορούμε να πούμε ότι ανθίσταται; “Φυσικά, όσο μπορεί. Γιατί αν δεν το κάνει αυτή, ποιος θα το κάνει; Δεν μπορεί όμως να κάνει τη διαφορά, τουλάχιστον όχι σε άμεσο χρόνο. Είναι τέτοια η ταχύτητα της ζωής που δεν ξέρω τι μπορεί να κάνει η τέχνη ώστε να έχει άμεσο αντίκτυπο. Έμμεσο ναι μπορεί να έχει και έχει… Αλλά ως χειρονομία ανθρώπινη δεν προλαβαίνει να δράσει, να ανταποκριθεί αμέσως στα γεγονότα. Παρασυρόμαστε από μια λαίλαπα πραγμάτων, τόσα που αδυνατούμε να τα βάλουμε όλα στη θέση τους στο χρόνο που πρέπει. Τα μεγέθη πια έχουν αλλάξει…“.

Η παράσταση “Μια ξεχωριστή μέρα” ανεβαίνει στο θέατρο Skrow μέχρι τις 5 Ιανουαρίου 2014.