Κείμενο: Στέλλα Τενεκετζή

Βρισκόμαστε έξω από το κεντρικότερο θέατρο. Mε μια χρονομηχανή έχουμε μεταφερθεί στην εποχή που δεν έχει εφευρεθεί ακόμη το αυτοκίνητο. Λίγο πριν το πρώτο κουδούνι ο συνωστισμός του κόσμου είναι μεγάλος. Οι αμαξάδες, ο ένας πίσω από τον άλλον, αφού αφήσουν τους επιβάτες τους, ψάχνουν άκρη για να σταθούν. Θα περιμένουν μέχρι τη λήξη της παράστασης. Σκοπός τους να ξαναφορτώσουν κόσμο. Τα άλογά τους, όλη αυτήν την ώρα της αναμονής γεμίζουν τον δρόμο με κοπριά. Ατελείωτη κοπριά. Τόση που την επόμενη μέρα ακόμη και ο πιο αδιάφορος καταλαβαίνει ότι το έργο που τώρα παίζεται αξίζει τον κόπο.

«Πολλά σκατά» έξω στον δρόμο δεν σημαίνει ότι γέμισε με κόσμο μόνο η πλατεία του θεάτρου αλλά ότι γέμισαν και τα θεωρεία του, ότι μπήκαν και επιπλέον θέσεις όπου ήταν δυνατόν. Ασφυκτικά γεμάτο θέατρο σημαίνει ότι στο έργο καθρεφτίζεται η κοινωνία, καταγράφεται η εποχή.

Η βία στο προσκήνιο

Πραγματικά δεν μπορώ να φανταστώ ποιο εργασιακό περιβάλλον θα μπορούσε καλύτερα να αναδείξει το εξαιρετικά διαχρονικό ζήτημα της κατάχρησης της εξουσίας.

Γιατί, φυσικά και υπάρχει σεξουαλική κακοποίηση, αποπλάνηση ανηλίκων, λεκτική και συναισθηματική βία στα πολιτικά γραφεία, στους οργανωμένους διαδρόμους των τραπεζών, των δικαστηρίων, των επιχειρήσεων, στους χώρους διδασκαλίας. Φυσικά και τη βιώνει ο εργάτης, η γραμματέας, ο ξενοδοχοϋπάλληλος.

Κανένα όμως από τα προαναφερθέντα περιβάλλοντα δεν θα έβαζε στην καθημερινότητα το θέμα της βίας. Το ότι οι εμπειρίες των θυμάτων ακούστηκαν μέσα στο σπίτι μας, το ότι τις συζητήσαμε στο μικροσύστημά μας, κάνει τη στιγμή πολύτιμη.

Η βία δεν ήρθε στο προσκήνιο μόνο για τη δημόσια ή την επαγγελματική ζωή. Ήρθε και για την ιδιωτική. Δεν γινόμαστε τώρα ζούγκλα. Ήμασταν όταν το κρύβαμε.

Κάθε ζωντανό μας κύτταρο θέλει όσο τίποτε την εξυγίανση, πάνω απ’ όλα την αλήθεια

Κι αν το κόστος για τη φανέρωση της ζούγκλας ήταν να στερηθούμε ως κοινωνία κάθε ανάσα πολιτισμού για τόσο μεγάλο διάστημα -γιατί οι ηθοποιοί μίλησαν τη στιγμή που όλες οι θεατρικές σκηνές είναι κλειστές-, χαλάλι. Είναι μεγάλο το κοινωνικό απόστημα που έσπασε το θέατρο –οι άνθρωποί του δηλαδή. Πολίτες και πολιτεία, οφείλουμε να τoυς το αναγνωρίσουμε.

Μιλάμε, λοιπόν, για την κατάχρηση της εξουσίας. Όχι γιατί «πουλάει». Ούτε για να πούμε τα δακρύβρεχτα προσωπικά μας. Όλο και περισσότερο, όλο και περισσότεροι μιλάμε γιατί θέλουμε να αλλάξουμε τα χαρακτηριστικά του συνόλου στο οποίο ανήκουμε. Στην αρχή ο κύκλος είναι μικρός. Ύστερα, όλο και μεγαλύτερος. Όσες φορές η ανθρωπότητα απαθανατίστηκε να πλησιάζει κάτι από τα ανθρώπινά της χαρακτηριστικά δεν το έκανε με άλμα. Πίσω από την κάθε τέτοια ιστορική στιγμή υπάρχουν ατελείωτοι ομόκεντροι κύκλοι. Προσωπικοί και συλλογικοί.

Ανάγκη για δικαιοσύνη

Κάθε ζωντανό μας κύτταρο θέλει όσο τίποτε την εξυγίανση, πάνω απ’ όλα την αλήθεια. Κι αν κάτι μας ζόρισε –αλλά ταυτόχρονα μας ξύπνησε- είναι η παράλληλη διάθεση συγκάλυψης που εμφανίστηκε ακριβώς μετά τις πρώτες καταγγελίες. Την είδαμε. Απλώθηκε σαν σκοροφαγωμένο τραπεζομάντηλο πάνω απ’ τα κεφάλια μας. Τη μυρίσαμε. Ειδικά μόλις άνοιξαν τα πρώτα νεαρά ανδρικά στόματα, αναθυμίασε ναφθαλίνη όλος ο  τόπος. Τόσο διάχυτη η συγκάλυψη που, στο διάστημα που θα ακολουθήσει, η κάθε μια και ο κάθε ένας από εμάς, όσο θέλει και αντέχει, μπορεί να καθρεφτίζεται επάνω της.

Αλλά ας κάνουμε ένα βήμα πίσω. Κυρίαρχο χαρακτηριστικό σε κάθε θύμα δεν είναι ο φόβος. Πιο πολύ πρόκειται για ένα διάχυτο αίσθημα (επίκτητης) αδυναμίας. Η αδυναμία είναι εκείνη που διαρκεί χρόνια. Μετά από την έκθεση σε ένα οδυνηρό γεγονός, στην προσπάθειά του να αποφύγει τον πόνο, ο άνθρωπος παραιτείται. Απωθεί ο νους εκείνη την πραγματικότητα, δεν επιστρέφει στα γεγονότα, αρνείται να τα ενσωματώσει. Μέχρι τη στιγμή που θα μπορεί ο ίδιος ως προσωπικότητα να τα διαχειριστεί. Τότε, με την οποιαδήποτε αφορμή, το σήμα έρχεται από το σώμα. Αναδύεται το καταγεγραμμένο συναίσθημα και αρχίζουν να μπαίνουν ξανά όλα πάνω στη χρονογραμμή.

Εκ του μηδενός και σταδιακά. Με υπομονή και υποστήριξη. Υπάρχουν περιπτώσεις, και δεν είναι καθόλου λίγες, που αυτά καθ’ αυτά τα γεγονότα δεν έρχονται ποτέ στη συνειδητή σφαίρα του μυαλού.

Οπότε, αν εξελίξουμε τη συνεπαγωγή, είναι πολύ δύσκολο και χρονοβόρο να αλλάξει η ματιά της κοινωνίας απέναντι στη βία. Γιατί το θύμα είναι το πρώτο που την κρύβει.  Από τον εαυτό του αρχικά, κατ’ εξέλιξη και από τους άλλους. Την αρνείται. Με διάφορες προφάσεις, συνήθως εξαιρετικά τεκμηριωμένες. Είναι ζήτημα επιβίωσης. Έτσι είμαστε φτιαγμένοι.

Αυτή είναι και η απάντηση στην ερώτηση «γιατί τώρα, γιατί μετά από τόσα χρόνια;». Γιατί, πριν, δεν ήμουν έτοιμος. Γιατί δεν γινόταν να κάνω κάτι που δεν θα μπορούσα να αντέξω. Γιατί, τελικά, πρώτα είμαι και μετά υλοποιώ.

Όταν, ταυτοχρόνως, υπάρχει και ο επιπρόσθετος μανδύας του επαγγελματισμού, τα πράγματα κινούνται ακόμη πιο αργά. Είμαστε όντα κοινωνικά. Το τελευταίο που θα χαρίσουμε είναι η θέση μας στην κοινωνική σκακιέρα.

Στέλλα Τενεκετζή

Κάτω από τη μάσκα μας

Για όσες και όσους από εμάς έχουμε έρθει σε αυτήν τη θέση όλα τα παραπάνω είναι γνωστά. Τα αναφέρω για εσάς που το δίπολο θύτης-θύμα δεν είναι κάτι που έχετε συναντήσει. Χαίρομαι πολύ γι’ αυτό. Ανοίξτε όμως σας παρακαλώ τα αυτιά σας, για όλους μας ήρθε ο καιρός.

Το ζήτημα που έχει αναδυθεί για κάθε μορφή βίας είναι βαθιά πολιτικό.

Ακριβώς επειδή το θύμα νιώθει αδύναμο, είναι πολύ καθοριστικό το πολιτικό πλαίσιο που υπάρχει τη στιγμή που δίνουν το «παρών» οι πρώτες καταγγελίες. Αυτό ευθύνεται από εκεί και πέρα για την εξέλιξη των πραγμάτων. Για το αν θα αισθανθούν ασφαλείς οι άνθρωποι και μιλήσουν και αλλάξει συνολικά προς το καλύτερο η ζωή ή για το αν τα περισσότερα θα κρυφτούν, θα παραφραστούν, και θα συνεχίσουμε περίπου ως έχει. Το πολιτικό πλαίσιο…

Θέλουμε νέα κοινωνία. Ανθρώπινη. Θέλουμε νέο έργο. Αρχίσαμε πρόβες παρόλο που είμαστε απλήρωτοι. Όμως, είμαστε μαθημένοι οι πολίτες αυτής της χώρας, δεν μασάμε. Κάτω από τις μάσκες μας, στους διαδρόμους του μυαλού στην αρχή κυκλοφόρησαν τα λόγια. Βήμα προς βήμα τώρα το έργο δένει, ωριμάζει. Μέσα στον εγκλεισμό. Μέσα στην πραγματικότητα της κάθε οικογένειας. Ανάμεσα στο κάθε ζευγάρι. Στον κάθε χώρο εργασίας. Σε όλες τις βαθμίδες εκπαίδευσης. Σύντομα για πρεμιέρα η παράστασή μας.

«Σκατά!». Έχει μείνει μέχρι σήμερα η φράση στο θέατρο. «Πολλά σκατά!» η καλύτερη ευχή πριν ανοίξει η αυλαία. Το έργο πραγματεύεται μια αληθινή ιστορία. Καθόλου διασκευασμένη. Καθόλου προσωπική. Και ο νομοθέτης, όσο κι αν έρχεται από «άλλο κόσμο», δεν είναι μακριά. Στους επισήμους κάθεται. Επίμονα, το βλέμμα μας, η φωνή μας προς εκείνον.

Η Στέλλα Τενεκετζή δραστηριοποιήθηκε στο θέατρο, στον τομέα της διεύθυνσης παραγωγής, σχεδόν για μια δεκαετία. Η συλλογή διηγημάτων με τίτλο «Του Επαγγέλματός της» είναι το πρώτο της βιβλίο (εκδ. Απόπειρα). Μέσα από το project«2016 Πρωτοσέλιδα» μελετάει τον τρόπο που σχετιζόμαστε με το καθημερινό μας (λεκτικό) περιβάλλον.

Photos: ©Elli Ketzi