Όλο και περισσότερα χρόνια περνούν από την άνοδο του φασισμού στη Γερμανία και τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, όπως και από το Ολοκαύτωμα. Κι όμως, πολλά από τα γεγονότα της περιόδου παραμένουν -ευτυχώς- αδιανόητα. Ακόμα αναζητούνται απαντήσεις στο πώς είναι δυνατόν να συνέβησαν όσα συνέβησαν, κι ένας ολόκληρος λαός να παρέμεινε σιωπηλός και απαθής. Η ιστορία και η Τέχνη δείχνουν πως θα ασχολούμαστε ακόμα για πολλά χρόνια με το τι ακριβώς είναι αυτό που επιτρέπει στον άνθρωπο να φτάσει ως εκεί.

Το «Μια Γερμανίδα Γραμματέας» του Κρίστοφερ Χάμπτον βασίστηκε στη μαρτυρία της Μπρουνχίλντε Πόμσελ , που υπήρξε μία από τις γραμματείς του Γιόζεφ Γκέμπελς. Μιας γυναίκας που -αν θελήσει να πιστέψει κανείς την αφήγηση και τους ισχυρισμούς της- βρέθηκε κατά τύχην τόσο κοντά σε ένα από τα πλέον διαβόητα τέρατα της σύγχρονης ιστορίας. Επίσης κατά τύχην, λίγα χρόνια νωρίτερα, είχε υποχρεωθεί να γίνει μέλος του κόμματος, προκειμένου να της δοθεί μια θέση που το έθετε ως προϋπόθεση –οι περισσότεροι Γερμανοί το έκαναν άλλωστε.

Γενικώς η εξομολόγησή της περιστρέφεται γύρω από επαναλαμβανόμενες φράσεις, όπως «Τι χαζή που ήμουν», «Δεν είχαμε καταλάβει», «Φυσικά δεν ξέραμε τίποτα»: Η στερεοτυπική απόσειση της ευθύνης ενός λαού που προσπάθησε επί δεκαετίες να πείσει πως δεν είχε ιδέα για τα εγκλήματα που συντελούνταν δίπλα του, κάτω από τη μύτη του, επ’ ονόματί του και συχνά με τη συμμετοχή του. Αξίζει κάποια στιγμή να επενδύσει κανείς το δεκάωρο που απαιτείται για την παρακολούθηση του “Shoah”, του συγκλονιστικού ντοκιμαντέρ του Κλοντ Λανζμάν που αποδομεί οριστικά και αμετάκλητα το συλλογικό αυτό ψεύδος.

Η μεγαλύτερη αρετή τόσο της παράστασης του Γιάννη Μόσχου όσο και της ερμηνείας της Ρένης Πιττακή, είναι η δαιμονική ελαφρότητα με την οποία εκστομίζονται όσα ακούμε και διαδραματίζονται όσα βλέπουμε. Οι κοινοτοπίες γύρω από τις οποίες περιστρέφεται ο λόγος της – πόσα μάρκα είναι ο εβδομαδιαίος μισθός της σε κάθε δουλειά, πόσο κουραστική ή ευχάριστη είναι αυτή, τα κουπόνια που εξασφαλίζει για τα τρόφιμα και η φρίκη μπροστά στην απώλειά τους σε ένα βομβαρδισμό που αφανίζει τη μισή πόλη- την καθιστούν τόσο πιθανή, όσο και αποτρόπαια.

Οι μόνες στιγμές που μοιάζει λίγο πιο ανθρώπινη, είναι όταν χάνει το παπαγαλάκι της, ή τα κουπόνια που της εξασφάλιζαν την επιβίωση. Ακόμα και την Εβραία στενή της φίλη, δεν θα την αναζητήσει για να μάθει την τύχη της παρά χρόνια μετά το τέλος του πολέμου. Το ταγιέρ που της χάρισε η παιδοκτόνος και αυτόχειρ Μάγκντα Γκαίμπελς είναι το καλύτερο που είχε ποτέ, αλλά κι αυτό με το οποίο οδηγείται στην πεντάχρονη -άδικη κι ανεξήγητη, κατά την ίδια- φυλάκισή της.

Η επιτυχία της Ρένης Πιττακή και του ειδώλου της, που ευφυώς βιντεοσκόπησε και τοποθέτησε πλάι της ο σκηνοθέτης, εντοπίζεται σε κάτι ακόμα: στην αντιστροφή του γνωστού σχήματος της Άρεντ για την κοινοτοπία του κακού. Εδώ ένας κοινότατος άνθρωπος, δια της απάθειας, της σιωπής και του ψοφοδεούς φιλοτομαρισμού του, όχι απλά επιτρέπει, αλλά καθιστά δυνατό το μεγαλύτερο ίσως έγκλημα της ανθρωπότητας τη σύγχρονη εποχή. Χωρίς όλους αυτούς που απλώς δεν έκαναν τίποτα, ή έκαναν πως δεν έβλεπαν το προφανές, το Κακό δεν θα είχε μπορέσει να θριαμβεύσει, έστω και πρόσκαιρα.

Ας συγκρατήσουμε την εύλογη απέχθεια που κατορθώνει να προκαλέσει η κορυφαία μας ηθοποιός προς την ηρωίδα του μονολόγου της: γύρω μας σήμερα υπάρχει πλήθος ανθρώπων με αντίστοιχη συμπεριφορά. Ένα ολόκληρο σύστημα, άλλωστε, οδηγεί τους πάντες στην ιδιώτευση, σε κοινωνικούς αυτοματισμούς που τοποθετούν κοινωνικές ή άλλες ομάδες στη θέση του εχθρού που ευθύνεται για τα δεινά, στην ανάδειξη της επιβίωσης ως αυτοσκοπού που για την επίτευξή του όλα επιτρέπονται κι όλοι οι άλλοι είναι αναλώσιμοι. Ας μην ξεχνάμε: άλλο επιβίωση κι άλλο ζωή. Μήπως ο γείτονας, ο γνωστός, ο φίλος, ο εαυτός μας, έχει αρχίσει να μοιάζει επικίνδυνα στην απεχθή «Γερμανίδα Γραμματέα»;

Ο Γιάννης Μόσχος έστησε αυτό το μικρό διαμάντι μέσα στο διάστημα της πανδημίας, πριν κληθεί να αντιμετωπίσει ένα άλλο πολυκέφαλο τέρας, αυτό του πολύπαθου Εθνικού μας Θεάτρου. Του εύχομαι από καρδιάς κάθε επιτυχία και πολλή δύναμη –θα τη χρειαστεί.

Όσο για τη Ρένη Πιττακή, αυτή η εξαιρετική της ερμηνεία ας είναι απλώς η αφορμή να την ευχαριστήσουμε για όλα όσα μας έχει χαρίσει στα χρόνια της πορείας της στο θέατρο. Προσωπικά δεν θα ξεχάσω ποτέ την πρώτη φορά που την είδα, ευρισκόμενος ακόμα σε μικρή, τρυφερή ηλικία, στο «Όχι Εγώ» του Μπέκετ, σε σκηνοθεσία Καρόλου Κουν. Το φωτισμένο στόμα της στην κατασκότεινη σκηνή του Υπογείου είναι ένας από τους λόγους που αγάπησα το θέατρο.

Info παράστασης:

Μια Γερμανίδα Γραμματέας | Θέατρο Ιλίσια-Βολανάκης