Το τελευταίο διάστημα με τον αδιάκοπο βομβαρδισμό ονλάιν παραστάσεων, σκεφτόμουν πόσο πολύ μου έχει λείψει το ραδιοφωνικό θέατρο, πόσο λίγο χώρο τού έχουμε δώσει στον πειραματισμό με νέες φόρμες, στην ανάπτυξη και εξέλιξή του. Και ξαφνικά πέφτω σε μια δροσερή απόπειρα ραδιοφωνικού θεάτρου-ακουστικής περφόρμανς με τίτλο Μιλάμε αύριο/Talk Tomorrow. Πρόκειται για ένα έργο που έγραψε και σκηνοθέτησε η Λητώ Τριανταφυλλίδου στο διάστημα της καραντίνας της, που τη βρήκε στη βάση της, τη Νέα Υόρκη. Το Μιλάμε αύριο είναι μια ιστορία που συμβαίνει τώρα.

Η κρίση του Covid19, βρίσκει την Αλίκη μακριά από τον σύντροφό της. Τα μηνύματα που αφήνει στον τηλεφωνητή του συνθέτουν ένα φωνητικό ημερολόγιο του στατικού ταξιδιού των 200 ημερών της καραντίνας της. Κεντρικό θέμα η μοναξιά μιας κοπέλας που βιώνει το παράλογο της Covid εποχής. Μιλήσαμε με τη Λητώ Τριανταφυλλίδου για το νέο αυτό πρότζεκτ, για το πώς πραγματοποιήθηκε σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα και σε συνθήκες εγκλεισμού, αλλά και για το πώς βιώνουν οι δημιουργοί του θεάτρου στη Νέα Υόρκη τη σημερινή άγρια κρίση στον χώρο του πολιτισμού.

Πώς ξεκίνησε το Μιλάμε αύριο; Είχες πειραματιστεί με το ραδιοφωνικό θέατρο ή με κάποια μορφή ακουστικής περφόρμανς στο παρελθόν ή αυτό προέκυψε μέσα από τη συνθήκη της καραντίνας;

Πέρσι τον Μάιο είχα ξεκινήσει ένα πρότζεκτ σε μια γκαλερί που τελικά παίχτηκε σε θέατρο. Λεγόταν Call Elsewhere και στην πραγματικότητα ήταν μια ακουστική θεατρική εμπειρία, βασισμένη στο έργο Elsewhere: a play for an audience of one της Ισραηλινής Stav Palti Negev. Αυτό που συνέβαινε ήταν ότι δίναμε στο κοινό έναν τηλεφωνικό αριθμό και το προσκαλούσαμε να καλέσει σε αυτόν. Έτσι, μετέβαινε ο θεατής σε έναν τηλεφωνικό τόπο και είχε τη δυνατότητα να ακούσει μονολόγους προσφύγων από διαφορετικές μεριές του πλανήτη. Το Talk Tomorrow προέκυψε ως μορφή σίγουρα ως συνέχεια αυτού του πειραματισμού με την ακουστική περφόρμανς αλλά και ως αποτέλεσμα του εγκλεισμού. Με το που έκλεισαν τα θέατρα, για 7-8 μέρες προσπαθούσα να αντιληφθώ τι ακριβώς συμβαίνει. Μετά από αυτές τις πρώτες μέρες εγκλεισμού, απλώς κάθισα και το έγραψα σε ένα βράδυ.

Σε ένα βράδυ;

Ναι, δεν ήταν κάτι που σκέφτηκα καλά, ήταν μια ενστικτώδης αντίδραση σε αυτό που βίωνα. Είναι κάτι που γεννήθηκε από φόβο.

Από φόβο για ποιο πράγμα;

Όλο το κείμενο είναι μια προβολή για το πώς μπορεί να εξελιχθεί η κατάσταση. Στις πρώτες εβδομάδες επίσης, θυμίζω ότι λέγαμε ότι σε έναν μήνα θα τελειώσει. Οπότε, αυτό που έγραψα βασιζόταν στην ερώτηση: κι αν δεν τελειώσει σε ένα μήνα;

Και πώς κατάφερες να το υλοποιήσεις και μάλιστα σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα και με ένα άψογο τεχνικά αποτέλεσμα;

Την επόμενη μέρα που το έγραψα, το έστειλα στον ηθοποιό Πάνο Βλάχο που είναι φίλος μου, το διαβάσαμε και με την ηθοποιό Ιωάννα Τριανταφυλλίδου που είναι επίσης φίλη και είχαμε έναν άγριο ενθουσιασμό να το κάνουμε πραγματικότητα. Και στο πλαίσιο ενός προβληματισμού που είχαμε: ποια είναι η λύση από εδώ και πέρα για εμάς; Τι κάνουμε; Πώς μπορούμε να συνεχίσουμε να κάνουμε τη δουλειά μας δεδομένου ότι στο θέατρο φαίνεται ότι θα είναι πολύ μεγαλύτερο το σοκ, που μάλλον δεν θα περιορίζεται και σε μια σεζόν;

Έκανες πρόβες διαδικτυακά; Πώς συνέβη;

Συνέβη πολύ γρήγορα. Το ηχογραφήσαμε σε πέντε μέρες. Πώς το κάναμε; Μέσω διαδικτύου. Εγώ ήμουν στη Νέα Υόρκη. Το έργο ηχογραφήθηκε από την Ιωάννα Τριανταφυλλίδου και τον Πάνο Βλάχο στο Λος Άντζελες, την Ολυμπία Σκορδίλη στην Αθήνα και τον Nick Chris στη Βοστώνη. Την επεξεργασία του ήχου επιμελήθηκε η Ευδοξία Ράγκου στο Νιου Χέιβεν. Αρχικά, έστειλα στους συνεργάτες το κείμενο, το διαβάσαμε όλη παρέα μέσω facetime, κάναμε «τραπέζι» που λέμε κανονικά και τις επόμενες μέρες αρχικά ηχογραφούσα κάποια κομμάτια με την Ιωάννα. Πριν την ηχογράφηση κάθε σκηνής, συζητούσαμε για τους χαρακτήρες, όπως κάνουμε στην αρχή κάθε πρόβας. Και να πω ότι στη διαδικασία αυτή το κείμενο εμπλουτίστηκε και με ιδέες των ηθοποιών. Και ταυτόχρονα, το μετέφραζα στα αγγλικά ή μάλλον το έγραφα εκ νέου στα αγγλικά, γιατί δεν ήταν ακριβώς μετάφραση και αυτή η διαδικασία φώτιζε και το αρχικό κείμενο.

Είναι ένα πρότζεκτ που προέκυψε μέσα από μια πηγαία ανάγκη, αυθόρμητα και γρήγορα. Σκέφτεσαι να επιστρέψεις στο μέλλον στο κείμενο και να ξαναδουλέψεις ορισμένα στοιχεία του;

Ναι, βεβαίως. Άλλωστε, πιστεύω ότι τα πράγματα στη θεατρική τέχνη είναι ένα διαρκές work in progress. Και, ιδιαίτερα με αυτό το πρότζεκτ, ακροατές γράφουν μηνύματα για το έργο στην ιστοσελίδα και έχει ξεκινήσει και μια συζήτηση για το εάν είναι απαισιόδοξο ή αισιόδοξο το έργο. Και προβληματίστηκα, γιατί δεν με είχε απασχολήσει κάτι τέτοιο.

Θεωρώ ότι αναλόγως με το πώς έχει βιώσει κανείς την καραντίνα, ακούει το έργο με εντελώς διαφορετικό βίωμα.

Έτσι, ακριβώς. Για μένα ήταν σημαντικό να βγει το πρότζεκτ όταν ακόμη οι άνθρωποι είναι σε κατάσταση περιορισμού. Έχει γραφτεί από μια γυναίκα που είναι σε κατάσταση εγκλεισμού, η κεντρική ηρωίδα είναι σε κατάσταση εγκλεισμού και μεγάλο μέρος των ακροατών επίσης βιώνει εγκλεισμό.

Τώρα που μπήκες στη διαδικασία να γράψεις σε ερέθισε αυτή η φόρμα του ραδιοφωνικού θεάτρου για να ασχοληθείς και στο μέλλον;

Ναι, πολύ. Και ήταν η πρώτη φορά που γράφω κάτι τόσο ολοκληρωμένο και γραμμικό στην αφήγησή του. Ήταν ένα ενδιαφέρον πείραμα που θέλω να εξελίξω.

Πώς είναι η κατάσταση στη Νέα Υόρκη; Τι γίνεται εκεί με τους καλλιτέχνες του θεάτρου;

Η συζήτηση του «τι κάνουμε τώρα;» ξεκίνησε πάρα πολύ νωρίς. Όλοι εδώ είμαστε σε πολύ μεγάλο σοκ. Υπάρχουν συζητήσεις για το πώς μπορεί να επιβιώσει το θέατρο, πώς μπορούμε να διαχειριστούμε τον φόβο του θεατή που μπορεί να μην θέλει να μπει σε μια αίθουσα, αλλά και το τι μας αφορά ως καλλιτέχνες αυτή τη στιγμή, ποια/ποιες ιστορίες θέλουμε να αφηγηθούμε μέσα από την τέχνη του θεάτρου, ποιες ιστορίες έχει νόημα να ειπωθούν σε αυτήν την παράδοξη στιγμή που βιώνει ο πλανήτης. Και υπάρχει και η συζήτηση σχετικά με το δωρεάν περιεχόμενο που παράγουν οι ίδιοι οι δημιουργοί και το διαθέτουν μέσω διαδικτύου: είναι σωστό να το κάνεις αυτό ως δημιουργός; Αυτή είναι μια καίρια ερώτηση που συνδέεται με ένα παγκόσμιο φαινόμενο, γιατί καλλιτέχνες από όλον τον κόσμο δίνουν δωρεάν περιεχόμενο ψηφιακά. Αλλά για να γυρίσουμε στη Νέα Υόρκη, υπάρχει και ένα μούδιασμα. Εδώ όλοι έχουμε χάσει κάποιον άνθρωπο που γνωρίζουμε προσωπικά και η συζήτηση για την τέχνη έχει επηρεαστεί από αυτήν τη δυστοπική πραγματικότητα που σε κάνει να αναρωτιέσαι τι αξίζει τελικά, τι έχουμε ανάγκη στ’ αλήθεια.

Σε ευχαριστώ πολύ.

Κι εγώ.