Δεν έχω κρατήσει το απόσπασμα για να θυμάμαι την ακριβή διατύπωση και είναι πολύ πιθανό η μνήμη μου να με γελάει στις λεπτομέρειες, πάντως σε μια παλιά του συνέντευξη ο Μίκης Θεοδωράκης είχε πει πως μια εικόνα που θυμάται πάρα πολύ έντονα από την παιδική του ηλικία, μια εικόνα που επίσης συνέδεε κάπως μέσα του με τη συνειδητοποίηση ότι θέλει να εκφραστεί καλλιτεχνικά, ήταν η εξής:

ήταν μικρό αγόρι κι από το παράθυρο του σπιτιού του έβλεπε στο βάθος τη θάλασσα και μια βάρκα με πανί να περνά καθώς τη χτυπούσε ο ήλιος, καθώς ο ήλιος χτυπούσε τη βάρκα και τη θάλασσα ολόγυρά της.

Κι απ’ ό,τι θυμάμαι κι απ’ ό,τι είχα καταλάβει, δεν περιέγραφε τη συγκεκριμένη εικόνα ως μια εικόνα σκέτης ομορφιάς. Μαζί με την ομορφιά συνυπήρχε και κάτι σαν αδιευκρίνιστη οδύνη, αυτό που έβλεπε άνοιγε μια πληγή μέσα του, μια πληγή από την οποία ξεχύθηκε για πολλές δεκαετίες η μουσική που κατέκλυσε, συντάραξε και μαζί καθόρισε την Ελλάδα, η μουσική που δεν μπορούσε να μείνει μόνο στην Ελλάδα, η μουσική που έφτασε παντού, η μουσική που δεν γινόταν να την ακούσεις και να μην έρθεις αντιμέτωπος με την υποψία ότι ο κόσμος και η ζωή κινούνται κατά βάση από δονήσεις μυστηριακές, δονήσεις μυσταγωγικές, δονήσεις διονυσιακές, δονήσεις τις οποίες ο Θεοδωράκης μετέφερε σε μας σαν ένα είδος μέντιουμ που έρχεται σε επαφή με τον άλλο κόσμο, με τον κόσμο πίσω από τον κόσμο τον ορατό, με τον κόσμο που κρύβεται πίσω από την εικόνα μιας βάρκας με πανί λουσμένης στον ήλιο καθώς διασχίζει το οπτικό μας πεδίο.

Μέχρι να βγει απ’ αυτό. Και να πάψει να φαίνεται. Και να μην πάψει να υπάρχει έκτοτε. Σε κάθε νότα, σε κάθε τραγούδι, σε κάθε έργο, σε κάθε δόνηση της ζωής, της ζωής που υπάρχει πριν και μετά απ’ τη ζωή, της ζωής που υπάρχει μέσα στην ίδια τη ζωή.