«Αυτοί που από αγάπη στη ζωή την ίδια τη ζωή τους δίνουν, ποτέ δεν φεύγουν μακριά ποτέ δεν μας αφήνουν δεν πεθαίνουν. Το νου και την καρδιά μας γεμίζουν, φάροι λαμπροί το μεγαλείο της ζωής φωτίζουν»

Μια φορά κι έναν καιρό σε μια χώρα μακρινή, στη Χώρα της Φλογέρας ζούσε η όμορφη Αισέ, πιο όμορφη και από λουλούδι. Η Αισέ είχε έναν όμορφο κήπο, τον ομορφότερο ίσως της Χώρας και τον μόνο που δεν ανήκε στον άπληστο, βίαιο και δολοφονικό φεουδάρχη Καρά Σεϊφί που εποφθαλμιά το μικρό κομμάτι γης της Αϊσέ. Για να τον αποκτήσει καταφεύγει σε απειλές που δεν μένουν μόνο στα λόγια αλλά γίνονται εγκληματικές πράξεις. Τι θα συμβεί όταν η Αισέ γνωρίσει ένα ρομαντικό σύννεφο και πόσο καθοριστική θα είναι αυτή η γνωριμία τους;

Μια ρομαντική αλληγορία του ιδεαλιστικού αγώνα για τα ιδανικά και τις αξίες, που συγκινεί ακόμη και στις μέρες μας εξαιτίας της ειλικρίνειας και της ευαισθησίας με τις οποίες εξυμνεί πανανθρώπινες αξίες όπως η ελευθερία, η αλληλεγγύη, η φιλία, ο αγώνας για την κοινωνική δικαιοσύνη, η αυτοθυσία και η βαθιά αγάπη για τη ζωή, καταδικάζοντας παράλληλα τη βία του πολέμου, της εκμετάλλευσης και της απληστίας.

Με «Το ερωτευμένο σύννεφο», ο Ναζίμ Χικμέτ παρουσιάζεται μπροστά στον αναγνώστη του από μια άλλη πλευρά: ως συγγραφέας παιδικού βιβλίου, παραμυθιού. Το στοιχείο αυτό έρχεται να επιβεβαιώσει τη μεγάλη αλήθεια: ότι ο Ναζίμ Χικμέτ είναι ένας μεγαλόπνοος, συμπαντικός πνευματικός δημιουργός. Και με αυτό το λυρικό του παραμύθι επέλεξε η Εναλλακτική Σκηνή της Εθνικής Λυρικής σκηνής να ανοίξει το 2022 για να ταξιδέψει τους θεατές σε τόπους και χρόνους μακρινούς μέσα από τη δύναμη της μουσικής και της ποίησης. Μια παράσταση υψηλών συμβολισμών και συναισθηματικού πλούτου.

Πρωταγωνιστικό ρόλο σε αυτήν την παράσταση η 70 μέλη παιδική και νεανική χορωδίας Rosarte, που αναλαμβάνει πολλαπλούς ρόλους όπως εκείνον του αφηγητή, του λαού που ενεργεί και επαναστατεί, της συλλογικής μνήμης αλλά και της λαϊκής σοφίας που συμπεραίνει, υμνεί και δοξάζει τους ήρωές της.

Σε μια συνάντηση με τις 3 γυναίκες που βρίσκονται πίσω από αυτό το νέο εγχείρημα, την συνθέτρια Σοφία Καμαγιάννη, τη συγγραφέα Ελένη Ζαφειρίου που έγραψε το λιμπρέτο και την Ελένη Ευθυμίου που σκηνοθέτησε την παράσταση, μιλήσαμε και μοιραζόμαστε μερικές από τις όμορφες σκέψεις τους.

Ελένη Ζαφειρίου – Λιμπρέτο

Ποια εκείνα τα στοιχεία που επιδιώξατε να αναδείξετε με το λιμπρέτο σας; 

Επιλέγοντας σαν έκφραση τη γλώσσα της λαϊκής παράδοσης (μόνης, εξ άλλου, αυθεντικής διαδόχου της αρχαίας ελληνικής), αλλά και την ομορφιά της ποίησης, έγινε προσπάθεια μέσα από τους στίχους του libretto να καθρεφτιστούν οι κοινωνικές αντιφάσεις. Από τη μια η κυριαρχία του πάμπλουτου, εκβιαστή, απάνθρωπου και πολεμοχαρούς άρχοντα της χώρας της Φλογέρας, Καρά Σεϊφί και η λαιμαργία του για πλούτη. Από την άλλη ο λαός της χώρας της Φλογέρας, που δουλεύει, σπέρνει, κοπιάζει και δίνει στον τόπο πλούσια αγαθά, αλλά η εκμετάλλευση, η καταπίεση, η φτώχεια και το ξεκλήρισμα από τον άδικο πόλεμο που προκαλεί ο Καρά Σεϊφί, γεμίζουν πόνο τον λαό , ώστε «από τα δάκρυά του γέμισαν τα πηγάδια τους αλμύρα».

Στο πλαίσιο της σύγκρουσης αυτών των αντιθέσεων αναπτύσσονται στη συνείδηση των κατοίκων της χώρας θετικά ποιοτικά στοιχεία, όπως το πνεύμα της αλληλεγγύης, η αποφασιστικότητα για τη συλλογική δράση και η διεκδίκηση του δίκιου, η αυτοθυσία και ταυτόχρονα η τρυφερότητα, η αγάπη και η πίστη στον άνθρωπο και τις δυνατότητές του. Αυτά τα ποιοτικά στοιχεία αποτελούν και την κεντρική ιδέα του libretto.

Ο Ναζίμ Χικμέτ στον πρόλογο του παραμυθιού του αναφέρει «Τα παραμύθια είναι προτιμότερο να τ’ ακούς παρά να τα διαβάζεις». Συμφωνείτε με αυτή την τοποθέτηση; 

Με βρίσκει απόλυτα σύμφωνη η άποψη του μεγάλου Τούρκου δημιουργού. Εδώ θα ήθελα να εξηγήσω το πώς αντιλαμβάνομαι και προσωπικά αυτή την άποψη, μέσα από το πρίσμα της λειτουργίας του προφορικού λόγου στη διάδοση ενός παραμυθιού, με την έννοια του «ακούω τον μύθο από προφορική αφήγηση».

Ενώ η ανάγνωση συνδέεται με τον γραπτό λόγο, η αφήγηση πραγματώνεται με τον προφορικό λόγο και με το αισθητήριο κυρίως της ακοής σε διέγερση. Τα παραμύθια, ενσωματώνουν τις λαϊκές παραδόσεις από τις οποίες πηγάζουν, και τις αφηγούνται με τη μαγεία του προφορικού λόγου. Με την προφορική μεταφορά και διάδοση του μύθου από στόμα σε στόμα, συμπληρώνεται μεν το περιεχόμενό του με νέα ζωντανά στοιχεία της γλώσσας, αλλά ταυτόχρονα πλουτίζονται και τα στοιχεία της λαϊκής παράδοσης. Μ΄ αυτό τον τρόπο εμφανίζονται ο προφορικός λόγος (η προφορική αφήγηση) και η λαϊκή παράδοση (το παραμύθι), να συνδέονται διαλεκτικά σε μια σχέση αλληλεπίδρασης και αλληλεξάρτησης, και ιστορικά να συνυπάρχουν σε μια συνεχή κίνηση και εξέλιξη. Ας θυμηθούμε ότι τα ανεπανάληπτα ομηρικά επικά «παραμύθια» η Ιλιάδα και η Οδύσσεια άνθισαν μέσα στον κήπο της προφορικής λαϊκής παράδοσης, από την οποία και προέρχονται.

Αλλά θα εντόπιζα κι ένα ακόμα στοιχείο που συνηγορεί υπέρ της δυναμικής του «τα παραμύθια καλύτερα να τα ακούς». Είναι η ανεπανάληπτη στιγμή της επικοινωνίας του αφηγητή με τον ακροατή του παραμυθιού, όπου ο αφηγητής αποθεώνει το παραμύθι, εμπνεόμενος από το φλογοβόλο βλέμμα και την ένταση της υπέροχης σιωπής του ακροατή. Είναι ακόμα η συνύπαρξη του αφηγητή με τον ακροατή, το ταυτόχρονο μοίρασμα της συγκίνησης, των συναισθημάτων, της ονειροπόλησης. Και αυτή η κοινή κατάσταση μεταξύ του αφηγητή και του ακροατή είναι αναντικατάστατη από την κατά μόνας απόλαυση της ανάγνωσης ενός παραμυθιού.

Άφησα τελευταίο έναν τρυφερό υπαινιγμό που υποθέτω ότι μπορεί να κάνει ο μεγάλος Τούρκος ποιητής για την ανάγκη να μείνουμε «παιδιά-ακροατές», αντί «μεγάλοι-αναγνώστες».

Βαθιά ποιητικός ο λόγος σας, συγκινητικός ιδιαίτερα στο κλείσιμο της παράστασης. Φύγαμε με την πιο γλυκιά γεύση με τους στίχους να αγγίζουν κάθε χορδή. Ένας ύμνος στην αθανασία μέσω της μνήμης. Για εσάς υπάρχουν κάποια σημεία που ξεχωρίζετε μέσα στο λιμπρέτο σας;  

Οι στίχοι του libretto έχουν καταλάβει πλέον ένα μεγάλο κομμάτι της καρδιάς μου, κάτι σαν την αγάπη της μάνας για όλα τα παιδιά της. Πώς να τα ξεχωρίσει κανείς; Ωστόσο, χαμηλόφωνα και για να μην ακουστεί από τα…υπόλοιπα παιδιά μου, θα σας έλεγα πως από όλους τους πολυαγαπημένους μου ξεχωρίζω τον ύμνο στη ζωή:

«Αυτοί που από αγάπη στη ζωή την ίδια τη ζωή τους δίνουν, ποτέ δεν φεύγουν μακριά ποτέ δεν μας αφήνουν δεν πεθαίνουν. Το νου και την καρδιά μας γεμίζουν, φάροι λαμπροί το μεγαλείο της ζωής φωτίζουν» και τον ύμνο στη δύναμη του ανθρώπου και τη συλλογική διεκδίκηση του δίκιου:

«Κανείς δεν είναι μόνος αν δεν θέλει. Το “εγώ” είναι μικρό μπρος στο κακό, το “εμείς” πιο δυνατούς, πιο θαρραλέους στα δύσκολα μας κάνει και μεγαλύτερους από το μπόι μας να νιώθουμε, γιατί ψηλώνουμε απ’ το μερίδιο των διπλανών μας, όταν μαζί το μπόι των ανθρώπων μοιραζόμαστε».

Πιστεύετε στον διαχωρισμό παιδικού και ενήλικου κοινού; Στη δημιουργία σας υπήρξαν κάποιοι κώδικες ώστε η παράσταση να αγγίξει και τα δύο κοινά, και τα δύο ακροατήρια; 

Κατά τη γνώμη μου, η κυρίως διαφορά ανάμεσα στο «παιδικό και ενήλικο κοινό» είναι η ηλικιακή διαφορά και βεβαίως το γεγονός ότι το παιδί αντιλαμβάνεται και συνειδητοποιεί σταδιακά τον κόσμο κυρίως με τα συναισθήματα, ενώ στον ενήλικα ενεργοποιείται και η λογική. Αυτή τη διαφορά ο συγγραφέας ενός έργου δεν μπορεί να την αγνοήσει. Ο τρόπος, όμως, της συγγραφής ως προς τη μορφή και το περιεχόμενο του έργου μπορεί να απευθύνεται ταυτόχρονα σε ένα μεικτό κοινό παιδιών και ενηλίκων. Φτάνει να μην υποβαθμιστεί η μία πλευρά εξαιτίας της άλλης, αλλά να λειτουργήσουν αρμονικά και ισορροπημένα. Ούτε να εκπέσει η ποιότητα του έργου σε απλοϊκές νοηματικές ευκολίες δήθεν χάριν του παιδικού ακροατηρίου, μα ούτε και να υπερβεί τα εσκαμμένα των δυνατοτήτων αντίληψης, ώστε να αφήσει κατάπληκτο, αμέτοχο και αποξενωμένο από το έργο το παιδικό κοινό.

Όσον αφορά τη χρήση κάποιου κώδικα, που θα διευκόλυνε την επικοινωνία και με τα δύο ακροατήρια, θα παρέκαμπτα, ας μου το επιτρέψετε, την έννοια «κώδικας» που μου ηχεί κάπως τεχνοκρατικά και θα έλεγα ότι κατά τη συγγραφή, στην προσπάθεια επικοινωνίας και με τα δύο ακροατήρια με καθοδήγησαν δύο παράγοντες. Πρώτον, όσον αφορά στους ενήλικες, ο σεβασμός στην ανάγκη των ανθρώπων να ψάχνουν και να γνωρίζουν την ουσία των πραγμάτων, ώστε να τα εξηγούν και να μπορούν να τα αλλάζουν. Δεύτερον, όσον αφορά στα παιδιά, η επιβεβλημένη επιλογή λέξεων, καταστάσεων και νοημάτων εν πολλοίς κατανοητών, και η πεποίθησή μου πως η τέχνη λειτουργεί διαπαιδαγωγικά, ανοίγοντας τις πύλες σε νέες έννοιες, λέξεις, γνώση, άρα δίνει το βήμα στο γονέα και τον παιδαγωγό να μυήσει το παιδί στον καινούργιο κόσμο της γνώσης, επεξηγώντας και ερμηνεύοντας τα «άγνωστα» για το παιδικό μυαλό.

Σοφία Καμαγιάννη – Σύνθεση μουσικής και Διεύθυνση Ορχήστρας

Ποια τα στοιχεία που πρωταγωνιστούν στη μουσική σας σύνθεση; 

Ο έντονος λυρισμός είναι κυρίαρχος, ειδικά στα χορωδιακά μέρη. Εναλλάσσεται με ρυθμικό δυναμισμό, εξίσου σημαντικό δραματουργικά, απορρέοντα από τη συνεχή δράση και τις συγκρούσεις, γι’ αυτό και έδωσα μεγάλη έμφαση στους τρόπους έκφρασής του. Επίσης, συνηχήσεις απροσδόκητες, ηχοχρώματα από τα όργανα και τις φωνές τονίζουν το μυστήριο της πλοκής.

Καθένας από τους τρεις βασικούς ρόλους έχει δικά του μουσικά χαρακτηριστικά, π.χ. ο Καρά-Σεϊφί, δεν τραγουδά ποτέ τονικά (ας πούμε μελωδικά στην καθομιλουμένη). Οι ηλεκτροακουστικοί ήχοι που παρεμβάλλονται –επεξεργασμένοι φυσικοί ήχοι– διευρύνουν τον φαντασιακό χώρο στη Χώρα της Φλογέρας ή προσδίδουν ιδιότητες στα λουλούδια (θρήνος) φτιάχνοντας ιδιότυπους ηχητικούς όγκους μαζί με τις ζωντανές φωνές. Ο συνδυασμός όλων των στοιχείων σε μια σύγχρονη μουσική γλώσσα είχε ως στόχο τη λειτουργία των συμβολισμών στα πιο βαθιά στρώματα των υψηλών δονήσεων – συναισθημάτων – σκέψεων και μηνυμάτων που περνά αυτό το έργο.

H επιλογή των παιδιών της χορωδία Rosarte είναι εμπνευσμένη. Μιλήστε μας λίγο για αυτή την επιλογή

Η επιλογή προηγήθηκε του έργου, με την έννοια ότι ήθελα να φτιάξω ένα έργο για αυτή την υπέροχη χορωδία. Προηγούμενες όμορφες μικρότερες συνεργασίες μας είχαν φέρει κοντά με τη μαέστρο, την αγαπημένη Ρόζη Μαστροσάββα και νιώθαμε και οι δύο ότι θα θέλαμε αυτό να πάρει χαρακτηριστικά μιας μεγαλύτερης φόρμας έργου. Προσωπικά έχω πολύχρονη εξοικείωση με κλασικές και πειραματικές φόρμες στο θέατρο και με πολύτεχνα έργα εστιασμένα στη μουσική, αλλά όχι με την όπερα, την οποία όμως μελετούσα τα τελευταία χρόνια. Αυτή είναι η πρώτη μου απόπειρα (και με την προτροπή της Ρόζης) στο συγκεκριμένο είδος. Όταν κατέληξα στο παραμύθι «Το ερωτευμένο σύννεφο» όλα άρχισαν να φωτίζονται σιγά-σιγά. Κι επειδή πάντα θέλω να δοκιμάζω και κάτι που να με προκαλεί, μου έδινε μεγάλο ενθουσιασμό η σκέψη ότι θα μπορούσε η χορωδία να έχει πρωταγωνιστικό ρόλο. Η τελική μορφή του ρόλου της χορωδίας ως συγγραφέας-αφηγητής, με επιμέρους ποιότητες, προέκυψε μέσα από τη λιμπρετική επεξεργασία, στη συνεργασία μου με την Ελένη Ζαφειρίου.

Σε αυτή την ψηφιακή εποχή που διανύουμε, τα παιδιά κατακλύζονται από εικόνες. Πιστεύετε ότι μπορούν ακόμα να μαγευτούν από ένα παραμύθι ή ένα μουσικό είδος σαν την όπερα; 

Ναι, και το λέω με βεβαιότητα. Το παραμύθι νομίζω δεν θα χάσει ποτέ τη δύναμή του, γιατί το φαντασιακό στοιχείο είναι δομικό στον άνθρωπο, και ιδιαίτερα στα παιδιά, απλά ανάλογα την εποχή και τον πολιτισμό μπορεί και να συρρικνώνεται, όπως συμβαίνει σήμερα, πράγμα καταστροφικό για την ανάπτυξη της προσωπικότητάς τους. Όποτε του δίνεται χώρος ανθίζει τόσο φυσικά και αβίαστα όπως ένα λουλούδι. Θέλει όμως τον τρόπο του και το κατάλληλο περιβάλλον ώστε τα παιδιά να μπορούν να συγκεντρώνονται.

Η όπερα, συνδυάζοντας τόσα πολλά στοιχεία, έχει κάτι μαγικό, που μπορεί να έλξει τα παιδιά σε πρώτο επίπεδο. Ίσως τα κλασικά έργα να είναι αποτρεπτικά για μία πιο στενή σχέση των σημερινών παιδιών με αυτό το μουσικό είδος. Θέλω να πιστεύω, όμως, ότι με έργα που γράφονται σήμερα (πρωτίστως) για παιδιά και νέους , όπως το δικό μας, τα πράγματα είναι διαφορετικά. Γιατί έχουν φροντιστεί λεπτομέρειες όπως οι επιμέρους διάρκειες και η συνολική, το να έχει συχνές εναλλαγές, να υπάρχει γενικά μια συμπύκνωση που να μπορεί όμως να χωρά τα δομικά χαρακτηριστικά της όπερας. Και χωρίς «παιδοκεντρικές ευκολίες» στον λόγο και τη μουσική. Από τις πρόβες πάντως είχαμε μια συγκινητική ανταπόκριση των χορωδών της Ροζάρτε, η οποία μας έδωσε μεγάλη δύναμη.

Ελένη Ευθυμίου – Σκηνοθέτρια

Τι πραγματεύεται το έργο «Το ερωτευμένο σύννεφο» και πού εστιάσατε τη σκηνοθετική σας προσέγγιση;

«To ερωτευμένο σύννεφο» μιλάει για τη δύναμη της φύσης να αναγεννιέται, τη σημασία του συλλογικού αγώνα και την αναγκαιότητα της δικαιοσύνης έναντι στην αδικία και την απληστία. Η σκηνοθεσία επιδιώκει να μιλήσει για όλα τα υψηλά αυτά νοήματα μέσα από συμβολικές αναπαραστάσεις των ηρώων: η Αϊσέ παρουσιάζεται ζεστή κι ανθρώπινη ως η μάνα Γη, ο Καρά Σειφή ως μία στέρεη και άκαμπτη φιγούρα, Βράχος, καθώς εκπροσωπεί ένα φορμαρισμένο και άκαμπτο σύστημα αξιών και το Σύννεφο ως μία αέναα κινούμενη ύπαρξη, Νερό, που γεννιέται και ξαναγεννιέται όπως ο κύκλος της ζωής. Το σύνολο των χορωδών αποτελεί το σώμα της αφήγησης αλλά ταυτόχρονα τον κήπο των λουλουδιών της Αϊσέ και την ψυχή της συλλογικής αντίστασης. Πρόκειται για ένα πάσχων κινούμενο σώμα που δρα και συμμετέχει ενεργά σε όλη την ιστορία.

Ποιες οι μεγαλύτερες προκλήσεις σε αυτή την παραγωγή;

Οι μεγαλύτερες προκλήσεις που θέτει το ίδιο το κείμενο είναι να βρεθούν τρόποι τα στοιχεία της φύσης να έρθουν στη σκηνή χωρίς κάποια ιδιαίτερη τεχνική βοήθεια, εφέ ή βίντεο. Πώς δηλαδή τα ίδια τα σώματα θα γίνονται νερό, αέρας φωτιά και γη, πώς θα ζωντανέψει μία τόσο πλούσια και δύσκολη συνθήκη μπροστά στα μάτια των θεατών μέσα από τη θεατρική σύμβαση και θα είναι χορταστική ενώ ταυτόχρονα θα εγείρει τη φαντασία μας.

Μια όπερα για όλη την οικογένεια. Ποια τα συστατικά της και τι αγαπάτε σε αυτό το είδος;

Το παραμύθι του Ναζί Χικμέτ μέσα από τη γλώσσα που το αποδίδει η λιμπρετίστα Ελένη Ζαφειρίου είναι αφενός μία απλή αλλά και μαγική ιστορία, την οποία μπορεί να παρακολουθήσει με ευκολία το παιδικό κοινό, αφετέρου έχει βαθιά νοήματα πανανθρώπινα που μπορούν να συγκινήσουν και να γοητέψουν και τον πιο ώριμο θεατή. Στο όλο εγχείρημα φυσικά καθοριστική σημασία έχει η μουσική γραφή της Σοφίας Καμαγιάννη, άλλοτε λυρική και με έντονο συγκινησιακό τόνο άλλοτε ρυθμική, παιχνιδιάρικη, ζωντανή ικανή να σαγηνεύσει και να εξιτάρει κάθε θεατή αλλά και με μουσικές πρωτοτυπίες και πειραματισμούς ώστε να ενδιαφέρει και το πιο απαιτητικό μουσικόφιλο κοινό.

Προσωπικά έχω μία ιδιαίτερη αγάπη στο είδος της όπερας καθώς αποτελεί τη δεύτερη σπουδή μου. Ήταν μεγάλη χαρά και τιμή να είμαι συντελέστρια αυτής της δουλειάς.