Η ρευστή κατάστασή μας ορίστηκε από τον Oscar Wilde περισσότερο από έναν αιώνα πριν: «Είμαστε όλοι μέσα στο βούρκο, όμως κάποιοι από μας κοιτάζουμε τα αστέρια». Δε γνωρίζω αν οι ειδικοί προβλέπουν κάποια άμεση έξοδο από τον οικονομικό βούρκο, όμως η πολιτιστική φυγή προς τα άστρα -εκείνη δηλαδή που θα υπερκεράσει τη μανία να ορίζεται και να αποτιμάται η αξία αριθμητικά- πολύ φοβάμαι ότι θα αργήσει να ανατείλει.

Όμως με το σημερινό γράμμα από τη Θεσσαλονίκη ουδεμία πρόθεση έχω να αναμοχλεύσω τα θολά νερά. Τουναντίον χρωστάω να αφηγηθώ μια ιστορία φωτεινή, που υπαινίχθηκα αρκετές φορές ως τώρα αλλά ποτέ δεν ολοκλήρωσα, την ιστορία του μικρού πολιτιστικού θαύματος που συντελείται τα τελευταία χρόνια στη Θεσσαλονίκη χωρίς πυροτεχνήματα και βερμπαλισμούς, στρέφοντας το βλέμμα μας προς τα άστρα: την ιστορία της Κρατικής Ορχήστρας Θεσσαλονίκης.

Η ΚΟΘ ιδρύθηκε το 1959 και έκτοτε αποτελεί τον κατεξοχήν θεσμό κλασικής και συμφωνικής μουσικής για τη Θεσσαλονίκη με τακτικές συναυλίες στην πόλη και την περιφέρειά της και με ένα ευρύτατο ρεπερτόριο σε συνεργασία με εξέχοντες καλλιτέχνες και αρχιμουσικούς. Η ιστορία της είναι εκείνη ενός δέντρου που δίνει: μια εντυπωσιακή συνεχής διεύρυνση της δραστηριότητάς της, με συμμετοχή σε παραγωγές όπερας και μπαλέτου, συνοδεία σε προβολές ταινιών βωβού κινηματογράφου, ευφάνταστες συμπράξεις (π.χ., η συναυλία με τον Ian Gillan στο Θέατρο Γης το καλοκαίρι του 2007), και από το 2006 με συναυλίες στο εξωτερικό, δισκογραφία και εδραίωση της φήμης της ως ένα από τα πλέον αξιόλογα συμφωνικά σχήματα σε διεθνές επίπεδο.

Όμως η ιστορία της ΚΟΘ είναι κυρίως η ιστορία μιας συνεχούς ανατροπής κάθε είδους στερεοτύπων: ότι η κλασική μουσική είναι το άβατο μιας περιορισμένης αριθμητικά και κοινωνικά ελίτ, ότι ο σύγχρονος ακροατής δεν μπορεί να κατανοήσει τη συμφωνική μουσική, ότι τα μουσικά είδη έχουν όρια που καλό είναι να μείνουν στεγανά και αμόλυντα, ότι ο δημόσιος τομέας στην Ελλάδα δε λειτουργεί, ότι η Ελλάδα δεν παράγει σύγχρονο πολιτισμό, ότι αποτελεσματικοί διαχειριστές σε περιόδους κρίσεις είναι μόνο οι τεχνοκράτες.

Την ΚΟΘ στελεχώνει ένα 110μελες σώμα αξιόλογων μουσικών που από το 2011 -οπότε και έληξε η σπουδαία θητεία του πρώην καλλιτεχνικού διευθυντή της κ. Μύρωνα Μιχαηλίδη, νυν καλλιτεχνικού διευθυντή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής- ευτύχησε να λειτουργεί υπό την μπαγκέτα του διεθνούς φήμης αρχιμουσικού κ. Αλέξανδρου Μυράτ, ο οποίος επέδειξε ταυτόχρονα και εντυπωσιακές ικανότητες μάνατζερ, ανανεώνοντας τον τρόπο λειτουργίας αλλά και το δημόσιο πρόσωπο της ΚΟΘ.

Οι πρωτοβουλίες του στόχευσαν εξαρχής στη διεύρυνση του κοινού της Ορχήστρας και στην υπέρβαση του οξύμωρου να είναι η ΚΟΘ ένας θεσμός που η πλειοψηφία των κατοίκων της πόλης αναγνωρίζουν και εκτιμούν, αλλά διστάζουν να προσεγγίσουν και να γευτούν. Ο προγραμματισμός, καλλιτεχνικός και ημερολογιακός, λαμβάνει υπόψη του τις ανάγκες του κοινού που υπηρετεί: ο παιδευτικός χαρακτήρας του κλασικού ρεπερτορίου μπολιάζεται με επιλογές από τη μουσική του 20ου αιώνα που είναι πιο κοντά στα ακούσματα του σύγχρονου ακροατή, οι συναυλίες διασπείρονται σε ώρες και μέρες που δε συγκρούονται με το ωράριο εργασίας του κοινού. Έτσι, πέρα από τις καθιερωμένες συναυλίες στο Μέγαρο Μουσικής, η Ορχήστρα απλώνεται στην πόλη με ευελιξία στην επιλογή των χώρων (η Χριστουγεννιάτικη συναυλία πραγματοποιείται από πέρισυ στο γήπεδο μπάσκετ της ΧΑΝΘ), με συναυλίες στις γειτονιές και τις πλατείες της, σε σχολεία, σε οίκους ευγηρίας και σε κοινωνικούς χώρους όπου υπάρχει ανάγκη, αλλά και στην καλλιτεχνικά διψασμένη περιφέρεια Βορείου Ελλάδος, με αποτέλεσμα την εντυπωσιακή αύξηση του κοινού. Ένα προφίλ κοινωνικής πολιτικής που υπηρετεί άψογα και το ευφάνταστο Φεστιβάλ ΚΟΘ Underground που διοργανώνει τα τελευταία χρόνια ο Σύλλογος Μονίμων Υπαλλήλων Κρατικής Ορχήστρας Θεσσαλονίκης.

Παράλληλα, ο κ. Μυράτ οραματίζεται την ΚΟΘ ως μοχλό τουριστικής ανάπτυξης για τη Θεσσαλονίκη, ως ικανή συνθήκη για την προσέλκυση κοινού από το εξωτερικό που θα συνδυάζει τις διακοπές του στη χώρα με την παρακολούθηση της καλλιτεχνικής δραστηριότητας της Ορχήστρας και θα επιστρέφει στο εξωτερικό ως ανεπίσημος πρέσβης (κάτι που ήδη συμβαίνει), στο πλαίσιο ενός γενικότερου και κρατικά συντονισμένου προγραμματισμού.

Την ίδια στιγμή, ο οργανισμός διατηρεί το νεανικό του σφρίγος μέσα στη γενικότερη σήψη, «μεταγγίζοντας» συνεχώς νέο αίμα. Διοργανώνει διαγωνισμούς και ακροάσεις για νέους καλλιτέχνες και επιχειρεί ένα άνοιγμα στο νεανικό κοινό της πόλης που αποτελεί το 45% του κοινού της: οι μαθητές των σχολείων έχουν τη δυνατότητα να έλθουν σε επαφή με την Ορχήστρα παρακολουθώντας κάποια από τις ανοιχτές της πρόβες, ενώ η συνεργασία με το ΑΠΘ επιτρέπει στους φοιτητές να παρακολουθούν δωρεάν τις συναυλίες που πραγματοποιούνται στην Αίθουσα Τελετών. Η πολιτική αυτή δεν επιτρέπει μόνο την εκπαίδευση της νέας γενιάς ακροατών, αλλά αντλεί και από τα ακούσματά τους τη δημιουργική ευελιξία και εξέλιξη της Ορχήστρας, π.χ. μέσα από ευρηματικά crossover (φέρνω στο νου μου εδώ την εμπνευσμένη μεταφορά που είχε χρησιμοποιήσει ο κ. Μυράτ στη συνέντευξη τύπου για την παραγωγή της La Traviata στο Μέγαρο Μουσικής: «το γερασμένο κοινό θέλει μασημένη τροφή γιατί φοβάται μήπως σπάσουν τα σαπισμένα του δόντια»).

Ένα τέτοιο crossover θα έχουμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε το προσεχές διάστημα στο πλαίσιο της σύμπραξης της ΚΟΘ με το Κέντρο Διάδοσης Επιστημών και Μουσείο Τεχνολογίας NOESIS που στρέφει κυριολεκτικά το βλέμμα μας προς τα άστρα.

Στην πρώτη τους συνεργασία, οι δύο φορείς παρουσιάζουν το «Ταξίδι στο διάστημα» (24/1 – 2/2/2014) που συνδυάζει το μουσικό αφιέρωμα της ΚΟΘ υπό τη διεύθυνση του Paul Chiang στο Star Trek και στο έργο «Οι Πλανήτες» του Gustav Holst (το έργο που στιγμάτισε κάθε μεταγενέστερη απόπειρα σύνθεσης μουσικής για το διάστημα) με την περιήγηση στις εγκαταστάσεις του NOESIS.

Όσο κοιτάζεις προς τα αστέρια, τόσο ξεφεύγεις από τον βούρκο.